Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Ο ανθρακωρύχος» του Νικηφόρου Βρεττάκου
02-08-2026
“Σαν αχτίνες χρυσές να τρυπώνω τα λόγια μου
μες απ’ τους πόρους σας, δίχως να ξέρετε,
προχωρώντας και φέγγοντας, βαθύτερα, όλο
και βαθύτερα μες στις καρδιές σας…”
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γεννήθηκε την Πρωτοχρονιά του 1912, στις Κροκεές της Σπάρτης και έφυγε από τη ζωή στις 4 Αυγούστου 1991.
Εγκατέλειψε τη Νομική σχολή για να αφιερωθεί στη λογοτεχνία.
Πήρε μέρος στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και στην Εθνική Αντίσταση.
Από το 1947 έως το 1949, ήταν αρχισυντάκτης στο περιοδικό “Ελεύθερα Γράμματα”. Το 1949 απολύθηκε, για πολιτικούς λόγους, από το υφυπουργείο Εργασίας.
Εξέδωσε περισσότερες από 15 ποιητικές συλλογές, όπου εξυμνεί την ειρήνη, τον ανθρωπισμό, την αγάπη, με μια λυρικότητα και ευαισθησία που τον χαρακτηρίζει.
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος οραματίστηκε τη συναδέλφωση των λαών.
Τιμήθηκε δύο φορές με το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1940, 1956).
Έργα του — Ποιητικές συλλογές:
Κάτω από σκιές και φώτα (1929), Κατεβαίνοντας στη σιγή των αιώνων, Εικόνες από το ηλιοβασίλεμα (1939), Η ηρωική συμφωνία (1944), Η παραμυθένια πολιτεία (1947), Ο Ταΰγετος και η σιωπή, Τα θολά ποτάμια (1950), Στον Ρόμπερτ Οπενχάιμερ (1954), Το βάθος του κόσμου (1961), Αυτοβιογραφία (1961), Οδύνη (1969), Οδοιπορία (3 τόμοι, 1929 – 1970 – Εκλογή), Διαμαρτυρία (1974), Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη, Τα Ποιήματα (1981), Εις μνήμην (1981), Ο διακεκριμένος πλανήτης (1983), Συνάντηση στη θάλασσα (1991) κ.ά.
Πεζά:
Το γυμνό παιδί, Το αγρίμι και η καταιγίδα, Δύο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου (1949).
Έγραψε και το ιστορικό αφήγημα “33 ημέρες” (Απελευθέρωση, μέχρι και τα γεγονότα του ’44), που δημοσίευσε σε συνέχειες η εφημερίδα του ΕΑΜ “Ελεύθερη Ελλάδα”.
Το έργο του μεταφράστηκε σε αρκετές γλώσσες.
Το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου «Ο ανθρακωρύχος» εμπεριέχεται στην ποιητική συλλογή του “Το βάθος του κόσμου (1961).
Ο ανθρακωρύχοςΌ,τι κι’ αν γράψεις λόγια θα ‘ναι.Αυτά τα λόγια που ζητώ να εξαφανίσω·κι’ είναι γι’ αυτό που έχω κόψει το χέρι μου.Κι’ είναι γι’ αυτό που ζυμώνομαινύχτα μέρα με τη φωτιά, που πατήθηκακι’ έλυωσα κάτω όπως ένατριαντάφυλλο κόκκινο.Θέλω να γίνω ενός άλλουείδους νερό. Μιαν άλλου είδους γλώσσα.Σαν αχτίνες χρυσές να τρυπώνω τα λόγια μουμες απ’ τους πόρους σας, δίχως να ξέρετε,προχωρώντας και φέγγοντας, βαθύτερα, όλοκαι βαθύτερα μες στις καρδιές σας, καθώςτις μαύρες στοές της γηςκατεβαίνονταςο ανθρακωρύχος με το λυχνάρι του.
“Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα”: Δείτε όλα τα ποιήματα εδώ.
