Οι τέσσερις ταφές του ΣΥΡΙΖΑ (Θρόνος χωρίς βασίλειο)

Ένα κόμμα που αναστήθηκε πολλές φορές, αλλά κάθε ανάσταση το έκανε λιγότερο ικανό να ζήσει.

Γράφουν: Ανδρέας Γκριμπαβιώτης – Πάνος Χριστοδούλου

Ο ΣΥΡΙΖΑ ιδρύθηκε το μακρινό πλέον 2004, περισσότερο αρχικά ως προσπάθεια εκλογικής και κοινοβουλευτικής επιβίωσης του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου (ο οποίος με τη σειρά του είχε ιδρυθεί τις αρχές τις δεκαετίας του ’90 και πάλι ως όχημα εκλογικής συνεργασίας του τότε ΚΚΕ και της ΕΑΡ, μετεξέλιξης του ΚΚΕ εσωτερικού). Διευρύνθηκε και μεγάλωσε σε ποσοστά και σε μέλη την περίοδο 2006-2007 κυρίως μετά το φοιτητικό κίνημα ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16.

Λίγο μετά έγινε η αλλαγή ηγεσίας με τον Αλέξη Τσίπρα να αναλαμβάνει πρόεδρος, και η πρώτη κηδεία του σχήματος έγινε λίγο μετά της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2008, και με την αποχώρηση της τάσης ανανεωτικής αριστεράς (μετέπειτα ΔΗΜΑΡ) με τους περισσότερους να προεξοφλούν την διάλυση του. Ουσιαστικά τότε προέκυψε και η πρώτη στροφή του σχήματος σε μια πιο καθαρή ριζοσπαστική γραμμή. Ήταν όμως και η πρώτη «ανάσταση» του κόμματος, η οποία — όπως ο Μπέρικ Ντοντάριον στο Game of Thrones — το άφησε διαφορετικό από πριν: πιο αιχμηρό, αλλά και πιο τραυματισμένο, έχοντας χάσει ένα κομμάτι της αρχικής του ισορροπίας.

Η δεύτερη κηδεία του ΣΥΡΙΖΑ ήρθε στις επόμενες εκλογές τοπικής αυτοδιοίκησης, όπου για διαφορετικούς λόγους σχεδόν όλοι ήταν έτοιμοι να εγκαταλείψουν το όχημα και το θεωρούσαν ξοφλημένο. Οι δημοτικές εκλογές ήταν πάντα ένας καθρέφτης της οργανωτικής του αδυναμίας: ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε ποτέ ισχυρή τοπική δικτύωση, ούτε στελέχη με βαθιά κοινωνική παρουσία, ούτε συμμετοχή στα πελατειακά δίκτυα που καθορίζουν την αυτοδιοίκηση. Έτσι, κάθε δημοτική αναμέτρηση λειτουργούσε σαν τεστ πραγματικής κοινωνικής γείωσης — και σχεδόν πάντα το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό, αν και οι υπεύθυνοι για τον (αποτυχημένο) σχεδιασμό παρέμεναν στη θέση τους (πήρε τον Αλέξη Τσίπρα δέκα χρόνια να το καταλάβει). 

Η «ανάσταση» που ακολούθησε, μέσα από τις πλατείες του 2011-2012, τον έκανε μαζικότερο αλλά και πιο αντιφατικό, όπως ο Μπέρικ που επιστρέφει από τον θάνατο πιο κουρασμένος και πιο μακριά από τον αρχικό του σκοπό. Εν μέρη η νίκη του οφείλεται στην ικανότητα του Αλέξη Τσίπρα να μπαίνει μπροστά και να ρισκάρει όταν του δίνεται η ευκαιρία, εν μέρει γιατί μια μεγάλη μερίδα, νέου κυρίως κόσμου, πίστεψε στην ανατροπή του κοινωνικού και οικονομικού κατεστημένου της εποχής, και αγωνίστηκε για αυτό. Έτσι οι πλατείες το 2012 ανέδειξαν τον ΣΥΡΙΖΑ αξιωματική αντιπολίτευση και εδώ ξεκινά μια ιστορία που καταλήγει με αυτόν τελικά κυβέρνηση το 2015. 

Το δημοψήφισμα αποτελεί την τρίτη ταφή του, με πολλούς αυτή τη φορά να υποστηρίζουμε πως μετά την ανατροπή του αποτελέσματος πλέον δεν είχε κανένα νόημα ύπαρξης. Η στρατηγική επιλογή του 2015 να παραμείνει η Ελλάδα εξαρτημένο κομμάτι του δυτικού άξονα — όπως αναφέρει και ο ίδιος ο Τσίπρας στο πρόσφατο βιβλίο του — ήταν η στιγμή που το κόμμα άλλαξε οριστικά. Η «ανάσταση» που ακολούθησε ήταν η πιο αλλοιωμένη: ο ΣΥΡΙΖΑ επέστρεψε στην εξουσία, αλλά είχε χάσει την ψυχή του, λειτουργώντας πλέον περισσότερο ως μηχανισμός παρά ως πολιτικό όραμα. Όπως ο Μπέρικ μετά από πολλές αναστάσεις, το σώμα υπήρχε, αλλά ο σκοπός είχε χαθεί.

Τελικά η τέταρτη και μάλλον οριστική ταφή του γίνεται αυτό το διάστημα με την ίδρυση άλλου κόμματος από τον τέως πρόεδρο Αλέξη Τσίπρα. Ακόμα και ο ίδιος, ο οποίος ήταν ο βασικός υπεύθυνος για τη στρατηγική επιλογή του 2015 να παραμείνει η Ελλάδα εξαρτημένο κομμάτι του δυτικού άξονα, αντιλήφθηκε (με μια δεκαετία καθυστέρηση) ότι πλέον το κόμμα αυτό είναι ένα πουκάμισο αδειανό, ένας μηχανισμός αναπαραγωγής επαγγελματιών πολιτικών χωρίς καμία χρησιμότητα για την κοινωνία. Και εδώ, όπως και στον Μπέρικ, η τελευταία «ταφή» δεν συνοδεύεται από άλλη ανάσταση: το σώμα έχει φθαρεί τόσο πολύ που δεν μπορεί πια να σηκωθεί.

Ήταν πάντα αυτό; Κατά τη γνώμη μας, ως πρώην μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, όχι. Ανά περιόδους εξέφρασε ή προσπάθησε να εκφράσει αγωνίες που προέκυπταν κοινωνικά, κατάφερε σε ένα βαθμό να συσπειρώνει και να αναδεικνύει μια νέα γενιά ανθρώπων στην κεντρική πολιτική σκηνή και στο τέλος να σπάσει τη δικομματική εναλλαγή και να δοκιμάσει τα όρια του συστήματος. Και ναι και τελικά να γίνει και το ίδιο κομμάτι του και εκφραστής του. Και τότε  ήταν και ο οριστικός και πραγματικός του θάνατος, τότε έχασε κάθε νόημα ύπαρξης. 

Και τότε ξεκίνησε και η δεκαετής παρακμή που οδήγησε στην τωρινή δημοσκοπική εξαφάνιση.

Πολλοί θεωρούν ότι αυτό ήταν και εξαρχής το σχέδιο, να εγκλωβίζει στοιχεία της κοινωνίας που είχαν πιο αντισυστημική και ριζοσπαστική διάθεση και να αποτελεί μια βαλβίδα εκτόνωσης για το πολιτικό κατεστημένο. Ενδεχομένως να έχουν και δίκιο. Αυτό όμως δεν αναιρεί πως υπήρξε η αφορμή για να κινητοποιηθεί μια μερίδα κόσμου και να παραχθούν πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα. Το βασικό όμως πρόβλημα ενδεχομένως ξεκινά και από την ιστορία των διαστάσεων και για αυτό έγινε και εκτενής αναφορά στην αρχή: ανά περιόδους εμφανίζεται στην Ελλάδα μια τάση ριζοσπαστικής εκφοράς λόγου η οποία δημιουργεί νέα πολιτικά σχήματα (με κάποιες φορές και νέες ιδέες) τα οποία αρχικά καλύπτουν κενά μαζικής παρέμβασης, όμως όταν φτάνουν στο δια ταύτα κάνουν πίσω και εντάσσονται στο καπιταλιστικό σχέδιο. Γιατί σε κανένα βαθμό στην Ελλάδα δεν έχει εμφανιστεί ένα σοβαρό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που να παραδέχεται ότι είναι ένας απλός πόλος εναλλακτικού μετασχηματισμού στο διπολικό πλαίσιο. Ίσως αυτό να είναι και το κόμμα ΕΛΑΣ.

Ο παραλληλισμός με τον Μπέρικ μας δείχνει την ψυχική και πολιτική φθορά. Σε μια ιστορία που προς το τέλος της θύμιζε αρκετά τη σειρά Game of thrones, άπειρες δολοπλοκίες, τακτικισμοί και το όποιο ιδεολογικό επίδικο χάθηκε στις φλόγες μιας πρόσκαιρης νίκης. Οι δημοτικές εκλογές και η συνδικαλιστική δράση έδειξαν την οργανωτική αδυναμία, την απροθυμία το κόμμα αυτό να αποκτήσει οργανική σχέση με το λαϊκό παράγοντα, απαραίτητο στοιχείο τόσο ενός σοβαρού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, όσο και ενός επαναστατικό μαρξιστικής. Όμως τελικά η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ είδε την οργάνωση του κόσμου ως απειλή για τις θέσεις και τα προνόμια τους, και την ύπαρξη ενός μεγάλου κόμματος ως ευκαιρία για κοινωνική και οικονομική άνοδο. Επόμενο λοιπόν οι τέσσερις ταφές να δείξουν τη στρατηγική εξάντληση, που τελικά οδηγεί σε μια ενιαία εικόνα: ένα κόμμα που αναστήθηκε πολλές φορές, αλλά κάθε ανάσταση το έκανε λιγότερο ικανό να ζήσει.

Ανδρέας Γκριμπαβιώτης, Ηλεκτρολόγος μηχανικός και μηχανικός Υπολογιστών ΕΜΠ, MSc Υπολογιστικων Μαθηματικών Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων 

Πάνος Χριστοδούλου, Βιοπαθολόγος/Εργαστηριακός Ιατρός, Ιατρός Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Ιατρικής, MSc Διοίκησης Μονάδων Υγείας, MSc Διατροφής, Τροφίμων και Μικροβιώματος, Υποψήφιος Διδάκτορας Ιατρικής Πανεπιστημίου Πατρών, PGCert Διαχείρισης κρίσεων στη δημόσια υγεία και ανθρωπιστικής απάντησης

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: