«Ένας Ποιητής / A Poet / Un Poeta», του Σιμόν Μέσα Σότο (Κολομβία, 2025)
O Κολομβιανός σκηνοθέτης Σιμόν Μέσα Σότο μετατρέπει την ταινία του σε μια λαϊκή κραυγή, αντίστοιχη με τις εσωτερικές και εξωτερικές εκρήξεις του ήρωα του. Μας παραδίδει μια σπουδαία ταινία που φωτίζει το μέσα μας και μας κάνει να νιώσουμε την ομορφιά της πραγματικής ποίησης: την ομορφιά των απλών ανθρώπων, για τους οποίους το ρήμα «διεκδικώ» στη ζωή ταυτίζεται σχεδόν πάντα με το «μάχομαι». Και που, μέσα στις μάχες τους, δεν παύουν ποτέ να ονειροπολούν.
Ο Όσκαρ Ρεστρέπο δεν ξέρει τι είναι.
Είναι ποιητής; Ένας μέτριος ποιητής; Ένας αποτυχημένος ποιητής; Είναι ένας ονειροπόλος που αρνείται να εγκαταλείψει τα όνειρα της νιότης του; Είναι ένας ποιητής που έχει χάσει την έμπνευσή του και εξακολουθεί να ταυτίζεται με το είδωλό του, τον Χοσέ Ασουνσιόν Σίλβα, τον μεγάλο Κολομβιανό ποιητή που έζησε μια ζωή γεμάτη οικονομικές δυσκολίες και αυτοκτόνησε στα τριάντα του χρόνια, για να αναγνωριστεί ουσιαστικά μετά τον θάνατό του; Μια ταύτιση που βολεύει τον Όσκαρ, προκειμένου να δικαιολογεί την τωρινή του κατάσταση, ζώντας με την ιδέα πως οι μεγάλοι ποιητές αναγνωρίζονται μετά τον θάνατό τους και πως μέσα από τα σκοτάδια της ζωής τους γεννιούνται τα πιο φωτεινά, αλλά θλιμμένα συνάμα, ποιήματα;
Είναι ένας αποτυχημένος πατέρας που έχει χάσει τη σύνδεση με την έφηβη κόρη του; Ένας αλκοολικός που απαγγέλλει ποιήματα μεθυσμένος σε απόκληρους και περιθωριοποιημένους ανθρώπους, ενώ το ξημέρωμα τον βρίσκει ξαπλωμένο στα πεζοδρόμια του Μεδεγίν, της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της Κολομβίας, με μεγάλη αστική ανάπτυξη, αλλά ταυτόχρονα και έντονη φτώχεια, και μεγάλες κοινωνικές ανισότητες; Είναι το παιδί της μαμάς που εξακολουθεί να ζει χάρη στη σύνταξη της μητέρας του; Υποδειγματικά εδώ σκιαγραφείται το πορτρέτο της υπομονετικής μάνας που, όσα χρόνια κι αν περάσουν και όσες αποτυχίες κι αν συσσωρευτούν, συνεχίζει να βλέπει στον μεγάλο πια άντρα το παιδί που κάποτε υπήρξε και που τον αποκαλεί «καλόκαρδο μεθύστακα».
Ο Όσκαρ δεν ξέρει τι είναι. Εκείνο όμως που αντιλαμβανόμαστε εμείς από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας είναι ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο γεμάτο αδυναμίες, αλλά ταυτόχρονα προικισμένο με μια σπάνια ευαισθησία και μια τρυφερότητα που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τη σκληρότητα του κόσμου γύρω του. Είναι ένα «παιδί» που αρνείται να μεγαλώσει, αρνείται να συμβιβαστεί, αρνείται να αποδεχθεί την ασχήμια της πραγματικότητας. Στον φαντασιακό του κόσμο, ο μόνος τρόπος να μεταμορφώσεις το άσχημο σε όμορφο είναι μέσω της ποίησης. Και ίσως εκεί βρίσκεται η τραγωδία του. Δεν είναι η φτώχεια, ούτε ο αλκοολισμός, ούτε οι αποτυχημένες του σχέσεις. Είναι ότι έχει χάσει την έμπνευσή του. Η απουσία της μοιάζει να λειτουργεί σαν ένα αξεπέραστο εμπόδιο που δεν τον αφήνει να προχωρήσει να «μεγαλώσει» να συμφιλιωθεί με τη ζωή και να βρει τον δρόμο του.
Στην προσπάθειά του να βρει αυτόν τον δρόμο, ο Όσκαρ αρχίζει να εργάζεται ως καθηγητής ποίησης σε ένα σχολείο της περιοχής. Εκεί γνωρίζει τη Γιουρλάντι, μια φτωχή κοπέλα που ζει σε ένα μικρό σπίτι γεμάτο ανθρώπους: ανίψια, θείους, γιαγιά, συγγενείς. Η μητέρα της λείπει όλη μέρα στη δουλειά, και η γιαγιά έχει αναλάβει τη φροντίδα όλων. Ο πατέρας εξαφανισμένος.

Η Γιουρλάντι γράφει. Γράφει για όσα συμβαίνουν μέσα της, ζωγραφίζει, παρατηρεί τον κόσμο γύρω της και βρίσκει στην τέχνη έναν τρόπο να γεμίζει τα κενά που της στερεί η φτώχεια. Η ποίηση για εκείνη δεν είναι επίδειξη. Είναι ανάγκη.
Όταν ο Όσκαρ προσπαθεί, μέσω ενός ιδρύματος που φέρει τον τίτλο: «Σπίτι της Ποίησης Σίλβα» και που υποτίθεται πως αναδεικνύει νέα ταλέντα, να τη φέρει σε επαφή με τον επίσημο κόσμο της ποίησης, αρχίζει σιγά σιγά να συνειδητοποιεί τι είναι η πραγματική ποίηση. Μέσα από τη Γιουρλάντι του αποκαλύπτεται ξανά η ουσία της: Η ποίηση δεν είναι οι εύπεπτοι στίχοι που καταναλώνονται γρήγορα και ευχάριστα, προκαλώντας δήθεν προβληματισμούς και ψεύτικες ευαισθησίες. Δεν είναι τεχνική επιδεξιότητα, προβολή ή κοινωνικό κύρος. Δεν είναι το υποκατάστατο συγκίνησης που δημιουργεί την επίπλαστη εικόνα ευαίσθητων ανθρώπων, οι οποίοι συγκινούνται επιφανειακά με το δράμα των άλλων, ενώ κατά βάθος αδιαφορούν γι’ αυτό. Η ποίηση είναι κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο δύσκολο: είναι η αποκάλυψη της αλήθειας των ανθρώπων.

Μόνο που αυτή την αποκάλυψη η πολιτιστική βιομηχανία δεν την αντέχει. Γιατί η αληθινή τέχνη δεν ζητά να στολιστεί, να φορμαριστεί και να πουληθεί. Ζητά απλώς να υπάρξει. Αυτό επιζητούν και ο Όσκαρ και η Γιουρλάντι και σε αυτό συναντιούνται. Δεν αντέχουν ούτε και οι ίδιοι τη μετατροπή του εσωτερικού τους κόσμου σε εμπόρευμα προς κατανάλωση. Δεν αντέχουν και δεν αντέχονται.

Γυρισμένη με χαμηλό οικονομικό προϋπολογισμό, και με φιλμ των 16 χιλιοστών -που δίνει μια εικόνα με ατέλειες και μια πιο «βρώμικη υφή»- με το ακατέργαστο μοντάζ, τα απότομα κοψίματα των πλάνων και της μουσικής τις νευρικές κινήσεις της κάμερας και έναν ερασιτέχνη πρωταγωνιστή που παίζει με αφοπλιστική φυσικότητα, καλύτερα από φτασμένους επαγγελματίες, η ταινία του 39χρονου Κολομβιανού Σιμόν Μέσα Σότο, αποκτά μια αισθητική ταυτότητα που συνταιριάζει απόλυτα με αυτό που θέλει ο σκηνοθέτης να αναδείξει: πως η ομορφιά δεν βρίσκεται, στο φαινομενικά ωραίο, αλλά σε εκείνο που μας καλεί να το κοιτάξουμε αληθινά. Δεν είναι η διακόσμηση της μορφής, αλλά η στιγμή που η μορφή φωτίζεται από την ύπαρξη. Η ποίηση δεν είναι απλώς αισθητική απόλαυση. Είναι αποκάλυψη και δρόμος προς το αληθινό. Δεν την ανακρίνεις, δεν τη φορμάρεις, δεν την περιφέρεις σε τηλεοπτικά σόου και πολιτιστικά events. Την αφήνεις να σου αποκαλυφθεί. Αφήνεις τη Γιουρλάντι να σου αποκαλυφθεί. Να σου δείξει πως, ακόμη και μέσα στη φτώχεια της, ξέρει τι είναι αυτό που τη συνδέει με τον κόσμο και τι της επιτρέπει να νιώθει ισορροπημένη. Και ξέρει επίσης πως η ποίησή της δεν είναι προϊόν προς εκμετάλλευση και κοινωνικής της ανέλιξης, αλλά μέρος αυτής της αναζήτησης ισορροπίας.

Με στοιχεία που παραπέμπουν στο Cinema Novo, έναν κινηματογράφο που δεν ενδιαφερόταν για τον φορμαλισμό, τα φεστιβάλ και την καλλιτεχνική δόξα των δημιουργών, αλλά για τις αποκλεισμένες μάζες που ζούσαν στο περιθώριο της παραγωγής και της κατανάλωσης, και με έντονες επιρροές από το Δόγμα 95 (κάμερα στο χέρι, φυσικοί χώροι, καθόλου εφέ), που δεν αναδείκνυε τη δραματουργία και τη λαμπερή κινηματογράφηση σε βάρος των προσώπων, ο Σιμόν Μέσα Σότο μετατρέπει την ταινία του σε μια λαϊκή κραυγή, αντίστοιχη με τις εσωτερικές και εξωτερικές εκρήξεις του Όσκαρ -όταν ανακαλύπτει την υποκρισία των ανθρώπων στους οποίους πίστεψε- και μας παραδίδει μια σπουδαία ταινία, που φωτίζει το μέσα μας και μας κάνει να νιώσουμε την ομορφιά της πραγματικής ποίησης: την ομορφιά της Γιουρλάντι, την ομορφιά του Όσκαρ, την ομορφιά των απλών ανθρώπων.
Ανθρώπων για τους οποίους το ρήμα «διεκδικώ» στη ζωή ταυτίζεται σχεδόν πάντα με το «μάχομαι». Και που, μέσα στις μάχες τους, δεν παύουν ποτέ να ονειροπολούν.
Η ταινία από αυτή την εβδομάδα προβάλλεται στους κινηματογράφους.
