Ένα βιβλίο που πρέπει να ενταχθεί στα προγράμματα ιατρικών σχολών

Παρέμβαση στην εκδήλωση – βιβλιοπαρουσίαση της νέας έκδοσης του Τμήματος Υγείας – Πρόνοιας της ΚΕ του ΚΚΕ, με θέμα «Πρόληψη – Ταξική προσέγγιση της υγειονομικής ανισότητας»

Μαζική ήταν η συμμετοχή στην εκδήλωση – βιβλιοπαρουσίαση της νέας έκδοσης του Τμήματος Υγείας – Πρόνοιας της ΚΕ του ΚΚΕ, με θέμα «Πρόληψη – Ταξική προσέγγιση της υγειονομικής ανισότητας», την οποία συνδιοργάνωσαν η ΤΟ Υγείας – Πρόνοιας της ΚΟ Αττικής, το Τμήμα Υγείας – Πρόνοιας της ΚΕ του ΚΚΕ και η ΤΟ Υγείας – Πρόνοιας της ΚΝΕ κι έγινε το απόγευμα του Σαββάτου στην κατάμεστη αίθουσα εκδηλώσεων του Δημαρχείου Περιστερίου.

Αναλυτικά δείτε εδώ:

“Όταν μιλάμε για «υγειονομικές ανισότητες», δεν μιλάμε για βιολογία, ούτε για γενετική μοίρα, αλλά για ανισότητες που θα μπορούσαν να αποφευχθούν”

Ακολουθεί η παρέμβαση στην εκδήλωση του γιατρού Πάνου Χριστοδούλου* :

Δημόσια υγεία και πρόληψη, πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, έννοιες που εδώ και χρόνια συναντούμε αρκετές φορές, έχουμε αναρωτηθεί όμως ακριβώς σε τι πραγματικά αναφέρονται; Για παράδειγμα πολλές φορές η δημόσια υγεία συγχέεται με την κρατική λειτουργία των νοσοκομείων. Όμως η δημόσια υγεία ως έννοια αναφέρεται στο σύνολο των πολιτικών υγείας και στην εφαρμογή τους σε κοινωνικές ομάδες, περιοχές και δομές, σε μια αντίληψη δηλαδή που το αντικείμενο μελέτης και παρέμβασης δεν είναι το άτομο μεμονωμένα, αλλά το εκάστοτε συλλογικό υποκείμενο. 

Σε μια εποχή βέβαια που το ατομικό έχει επικρατήσει του συλλογικού η αντίληψη της δημόσιας υγείας και της κοινωνικής ιατρικής είναι δύσκολα κατανοητή. Το ίδιο το σύστημα και μοντέλο υγείας των δυτικών κρατών έχει δομηθεί γύρω από τη θεραπευτική αντιμετώπιση ασθενειών με επιδίωξη όλο και μεγαλύτερο κέρδος για τους επιχειρηματικούς ομίλους (οι οποίοι όλο και περισσότερο οδηγούνται σε λογικές mall). Σε αυτό το πλαίσιο προωθούνται επιστημονικά οι ειδικότητες και οι κατευθύνσεις οι οποίες μπορούν να το υποστηρίξουν. Με λίγα λόγια στο πάρτι τους δε χωρούν ειδικότητες όπως η κοινωνική ιατρική και η ιατρική της εργασίας.

Και το πάρτι αυτό ήταν πάντα για λίγους. Όσοι μύθοι, όσες ιστορίες και αν έχουν ακουστεί για το κοινωνικό κράτος και το κράτος πρόνοιας, για τις χρυσές εποχές του ΠΑΣΟΚ και τον νόμο του 1983, όλα αυτά εξαφανίστηκαν παρέα με τη Σοβιετική Ένωση, της οποίας η ανατροπή απελευθέρωσε τους νεοφιλελεύθερους στο να δείξουν στην ολότητα τους το πραγματικό τους πρόσωπο. 

Στην αρχή της εγκαθίδρυσης των δυτικών αστικών κρατών η εμφάνιση της ασφάλισης και των παροχών των συστημάτων υγείας δε βασίστηκε στην αξία της ανθρώπινης ζωής και υπόστασης, αλλά στον καταμερισμό εργασίας. Τα κεντρικά κράτη ακολούθησαν ένα σύστημα (Bismark) το οποίο βασιζόταν στην ασφαλιστική ικανότητα των πολιτών από την εργασία τους. Στα υπόλοιπα κράτη εμφανίστηκε ένα πιο ευρύ δημόσιο σύστημα (Beveridge) το οποίο όμως και πάλι στηριζόταν στην φορολογική αναδιανομή. Στις χώρες του νότου, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα εμφανίστηκε ένα μικτό σύστημα το οποίο ήταν ιδιαίτερα διάτρητο στον ιδιωτικό τομέα κυρίως όσο αναφορά τη πρωτοβάθμια υγεία και πρόληψη. Κοινός παρονομαστής όλων των παραπάνω η αντανάκλαση των ταξικών αντιθέσεων, εφόσον αυτές εμφανίζονται στον καταμερισμό εργασίας, ο οποίος καθορίζει και την πρόσβαση στις παροχές υγείας. Μόνο στις σοβιετικές δημοκρατίες εμφανίστηκε ένα πλήρως δημόσιο με όλη την έννοια του όρου σύστημα υγείας (Shemanko) το οποίο είχε δομή τριών βαθμίδων με πλήρη κάλυψη και έμφαση στην πρόληψη.

Με την πλήρη επικράτηση των ΗΠΑ ως παγκόσμια καταπιεστική υπερδύναμη, το πλήρες μοντέλο ιδιωτικοποίησης των υπηρεσιών υγείας άρχισε να παρεισφρέει όλο και περισσότερο στα συστήματα υγείας με αποτέλεσμα οι ταξικές αντιθέσεις που προαναφέρθηκαν να οξυνθούν, και μεγάλες μερίδες πληθυσμού είτε να μένουν εκτός υγειονομικής κάλυψης, είτε να έχουν πρόσβαση στα απολύτως απαραίτητα για την απλή επιβίωση τους. 

Αυτό οδηγεί στο σήμερα που οι απλοί πολίτες, οι εργαζόμενοι, οι αγρότες, οι συνταξιούχοι είναι πολίτες δεύτερης κατηγορίας, που με δυσκολία έχουν πρόσβαση σε σύγχρονους διαγνωστικούς ελέγχους, σε δομές πρόληψης και τελικά, αν καταφέρουν να βγουν από το λαβύρινθο του ΕΣΥ (πολλές φορές δυστυχώς με το αζημίωτο) σε ελλειμματικές μεθόδους θεραπείας. Αντίθετα όπως έδειξε η πανδημία του covid 19, οι σύγχρονες μέθοδοι, οι άρτιες ΜΕΘ, προοριζόταν για τους VIP του συστήματος, σύγχρονους αριστοκράτες, μεγαλοπαπάδες και παρατρεχάμενους του διεφθαρμένου συστήματος. 

Η πρόληψη ιδιαίτερα τις προηγούμενες δεκαετίες είχε εκχωρηθεί σκόπιμα στον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος στην Ελλάδα έγινε και ουσιαστικά ο αποκλειστικός πάροχος πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Τα τελευταία χρόνια επομένως με απαρχή τα μνημόνια και τη διαρκή οικονομική κρίση, όλο και μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού αδυνατεί να επισκεφτεί ιδιώτες, το οποίο σε συνδυασμό με την υπολειτουργία των ΤΟΜΥ, έχουν ως μοναδική πρόσβαση τα ΤΕΠ, όπου αυτά βέβαια υπάρχουν και με τις όποιες δυνατότητες έχουν εκεί που υπάρχουν. Το χειρότερο όμως είναι πως ακριβώς λόγω της απουσίας υπηρεσιών δημόσιας υγείας, δεν είναι δυνατόν ούτε καν η καταγραφή των ομάδων που ουσιαστικά είναι ακάλυπτες, όπως δεν είναι δυνατή ούτε η παρακολούθηση ευαίσθητων πληθυσμών. Άρα δεν είναι δυνατή ούτε η παρέμβαση για επίλυση των προβλημάτων, όσο και αν βαυκαλίζεται ο τηλέμπορος μιζέριας ότι όλα αυτά λύνονται με αυτοματοποιημένα μηνύματα και application στα κινητά, όπως δείχνουν και πρόσφατες τραγικές εμπειρίες με το 112. 

Δηλαδή ακόμα και αν έρθουν τα σωστά μηνύματα, στο σωστό πληθυσμό (πράγμα βέβαια αδύνατο αφού δεν υπάρχουν αναλυτικά επιστημονικά δεδομένα, αφού δεν υπάρχουν  και αντίστοιχες υπηρεσίες δημόσιας υγείας και κοινωνικής ιατρικής), αν δεν υπάρχει πρόσβαση σε δομές και γιατρούς, πως ακριβώς και που θα ασκηθεί πρόληψη; Και προφανώς όλο αυτό οδηγεί στον πόνο που παρατηρείται στα επείγοντα, σε ανθρώπους να αλλάζουν νομούς για να βρουν γιατρό όταν πολλές φορές είναι αργά, σε ανθρώπους να μη ξέρουν καν αν έχουν κάποιο πρόβλημα υγείας.

Όλα τα παραπάνω δεν είναι θέμα παρεμβάσεων, είναι θέμα οπτικής και διαφορετικής επιστημονικής αντίληψης. Χρειάζεται ένα διαφορετικό σύστημα υγείας το οποίο θα αξιοποιεί πλήρως το υπάρχον προσωπικό δυναμικό (την ίδια ώρα η κυβέρνηση διώχνει γιατρούς με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από το ΕΣΥ, απαγορεύει τη χρήση δύο κεκτημένων ειδικοτήτων από ένα επιστήμονα και προωθεί την ένταξη τους σε φιλέτα του ιδιωτικού τομέα), θα το εκπαιδεύει με βάση όχι  μόνο το θεραπευτικό πλαίσιο αλλά και με βάση την πολιτική πρόληψης και όλο αυτό θα το εντάσσει όχι μόνο στη μελέτη του ατόμου αλλά των κοινωνικών συνόλων. 

Το συγκεκριμένο βιβλίο ακριβώς σε αυτό συμβάλλει, αποτελεί μια συγκροτημένη προσπάθεια, την πρώτη ίσως, για την ανάδειξη των προβλημάτων αυτών, και να ψηλαφήσει και τις όποιες δυνατές λύσεις. Είναι ένα βιβλίο το οποίο χωρίς υπερβολή θα μπορούσε και θα έπρεπε να ενταχθεί στα προγράμματα των ιατρικών σχολών ώστε οι νέοι επιστήμονες να αντιληφθούν το ότι υπάρχει και αυτή η ανάγνωση της ιατρικής άσκησης, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου οι προκλήσεις, είτε είναι μαζικές καταστροφές, είτε δήθεν ατυχήματα με θύματα εργαζόμενους και πρόσφυγες, είτε είναι η ζούγκλα της αστικοποίησης, όλο και μεγαλώνουν. 

 

Πάνος ΧριστοδούλουΒιοπαθολόγος/Εργαστηριακός Ιατρός, MSc Διοίκησης Μονάδων Υγείας, MSc Διατροφής, Τροφίμων και Μικροβιώματος, Υποψήφιος Διδάκτορας Ιατρικής Πανεπιστημίου Πατρών, PGCert Διαχείρισης κρίσεων στη δημόσια υγεία και ανθρωπιστικής απάντησης

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: