«Όταν τραγουδάτε έτσι, ο κόσμος ξημερώνει…» – Στιγμιότυπα από τη συναυλία του Γ. Νταλάρα στο Φεστιβάλ ΚΝΕ – Οδηγητή

Ο Γ. Νταλάρας υποδέχτηκε τους επισκέπτες του Φεστιβάλ που κατέκλυσαν το χώρο γύρω από την κεντρική εξέδρα για να τον ακούσουν. Με την Βιολέτα Ίκαρη και τον Θοδωρή Κοτονιά, πλαισιωμένοι από την θαυμάσια Εστουδιαντίνα της Νέας Ιωνίας, πρόσφεραν στο κοινό 105 λεπτά γεμάτα όμορφα τραγούδια, πολλά από τα οποία τραγουδήθηκαν «από τα κάτω» σαν μια μεγάλη παρέα.

«Χαρούμενος κι ευτυχής που σας βλέπω όλους δυνατούς, υγιείς, παρόντες και με διάθεση για αγώνες…»

Με αυτά τα λόγια ο Γιώργος Νταλάρας υποδέχτηκε από σκηνής τους επισκέπτες του Φεστιβάλ που κατέκλυσαν το χώρο γύρω από την κεντρική εξέδρα για να τον ακούσουν, την Παρασκευή 23 του Σεπτέμβρη. Με την Βιολέτα Ίκαρη και τον Θοδωρή Κοτονιά, πλαισιωμένοι από την θαυμάσια Εστουδιαντίνα της Νέας Ιωνίας, την ομάδα εξαιρετικών μουσικών που διευθύνει ο δεξιοτέχνης και δάσκαλος του σαντουριού Αντρέας Κατσιγιάννης, πρόσφεραν στο κοινό 105 λεπτά γεμάτα όμορφα τραγούδια, πολλά από τα οποία τραγουδήθηκαν «από τα κάτω» σαν μια μεγάλη παρέα.

Σα να μην αγγίχτηκε από τη φθορά του χρόνου η φωνή του, αντίθετα, ωριμότερη κι ομορφότερη από ποτέ, όπως το παλιό καλό κρασί κύλησε στο ποτήρι της ψυχής όσων γνώρισαν και αγάπησαν τον Νταλάρα μέσα από τα τραγούδια του και την παρουσία του στους κοινωνικούς αγώνες. Υπήρξαν στιγμές που ο Νταλάρας μάς στεναχώρησε ή και μας  απογοήτευσε, αυτές όμως δεν μπορούν να διαρρήξουν όσα μας συνδέουν μαζί του εδώ και δεκαετίες… Η σχέση μας έχει χτιστεί σε γερά θεμέλια και με άφθαρτα υλικά και το βράδυ της περασμένης Παρασκευής, στο Φεστιβάλ, αυτό απλά επιβεβαιώθηκε για μια ακόμα φορά.

«Ένας κόμπος η χαρά μου», «Κι αν υπάρχει λόγος θα γυρίσω», «Μια βραδιά στο Λεβερκούζεν» ήταν τα πρώτα τραγούδια που ακούστηκαν, ώσπου ο Γ. Νταλάρας να μας συστήσει τον Θοδωρή Κοτονιά «που έχει πολύ ωραία και ευαίσθητη φωνή» και «τραγουδάει με ποιητικό τρόπο», και την Βιολέτα Ίκαρη «το κορίτσι του Αιγαίου, που έρχεται από την Ικαρία», με την «παράξενη φωνή» που «κουβαλάει μέσα της παράδοση».

Ακολούθησαν το «Έλα και ράγισε τον κόσμο μου», το τραγούδι με το οποίο μας συστήθηκε δισκογραφικά η Βιολέτα Ίκαρη, οι «Κλειδαριές», «Τα βεγγαλικά σου μάτια», το «Τι πάθος» με τον Γ. Νταλάρα, για να ανέβει η θερμοκρασία με το «Η καρδιά μου θέλει να πετάξει» του Γκόραν Μπρέγκοβιτς, στο οποίο ξεχώρισαν οι μουσικοί με τους αυτοσχεδιασμούς τους.

Στη συνέχεια ο Θοδωρής Κοτονιάς πήρε κι απογείωσε «Τα κλειδιά» («Άτιμη καρδιά»)  που  έγραψε ο ίδιος και το κλασικό «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ» του Μ. Ρασούλη.

Έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε («Ανεμολόγιο»)… μα κάτι τέτοιο ποτέ δε συνέβη και η απόδειξη γι’ αυτό ήρθε από την ολόψυχη συμμετοχή του κοινού στα αθάνατα κι αγαπημένα τραγούδια του Σταύρου Κουγιουμτζή «Του κάτω κόσμου τα πουλιά» και «Οι ελεύθεροι κι ωραίοι», σε στίχους του πρόσφατα εκλιπόντος Μάνου Ελευθερίου, αλλά και στα «Παραπονεμένα λόγια», σε μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου, που έκανε τον Νταλάρα να πει «Όταν τραγουδάτε έτσι, ο κόσμος ξημερώνει»…

Στη συνέχεια ο σπουδαίος καλλιτέχνης παρουσίασε τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Εστουδιαντίνα Αντρέα Κατσιγιάννη («μαθαίνει τα παιδιά και τα εγγόνια μας σαντούρι, αυτό το μαγικό όργανο που κόντεψε να εξαφανιστεί») και τον κάλεσε να παρουσιάσει τους μουσικούς της ορχήστρας. Ο Α. Κατσιγιάννης ευχήθηκε «χρόνια πολλά σε όλους» (γιατί το Φεστιβάλ είναι γιορτή), «πάντα γεροί και δυνατοί» και μνημόνευσε τους «αγώνες που έχουν μείνει στην καρδιά μας και είναι πρότυπο για όλους μας».

Μετά την παρουσίαση των μουσικών ακολούθησε ένα θαυμάσιο ορχηστρικό κομμάτι  της Εστουδιαντίνας της Νέας Ιωνίας και στη συνέχεια τραγούδια με αναφορές στην προσφυγιά και τη μετανάστευση («Ξενάκι», του Στ. Κουγιουμτζή, «Σαν απόκληρος γυρίζω», του Β. Τσιτσάνη, «Η προσφυγιά», «Τι να θυμηθώ, τι να ξεχάσω» και «Γιορτή Ζεϊμπέκηδων», των Πυθαγόρα- Απ. Καλδάρα) που τραγουδήθηκαν στίχο το στίχο με πάθος από τον κόσμο, μέχρι που, λίγο πριν από το τέλος…

…«δεν μπορούμε να κλείσουμε αν δε πούμε τα τραγούδια σας» είπε ο Νταλάρας, και όλοι άρχισαν να τραγουδούν την «Τσιμινιέρα», που στην ουσία ποτέ δεν πάγωσε και προσμένει εκείνο το φύσημα που θα κάνει τη φλόγα να θεριέψει, το «Δέντρο» που δέκα δεκαετίες αντέχει στα χτυπήματα και πετάει νέες φυλλωσιές και θα σκεπάσει την Αθήνα και τον κόσμο ολάκερο («1978…ακόμα το περιμένουμε», είπε μέσω επευφημιών ο Νταλάρας στο τέλος του τραγουδιού, αναφερόμενος στη χρονολογία που γράφτηκε).

Είναι απίστευτη η ενεργητικότητα του Νταλάρα πάνω στη σκηνή, ο τρόπος που αυτός ο άνθρωπος επικοινωνεί με τους μουσικούς (εξαιρετικός μουσικός κι ο ίδιος άλλωστε), η προσοχή στην παραμικρή λεπτομέρεια που θα μπορούσε να διαταράξει αυτό που ο ίδιος σχεδίασε με γνώση, ευθύνη  και αγάπη για να προσφέρει στον κόσμο. Κάποιοι όλο αυτό το αποκαλούν επαγγελματισμό, προσθέτοντας ταυτόχρονα αρνητικό πρόσημο στη λέξη. Εμείς θα βάζαμε στη θέση αυτής της λέξης μια άλλη που ποτέ δεν έπαψε να υπάρχει και να χαρακτηρίζει κάποιους σε αυτό τον τόπο, το μεράκι.

Παρακολουθώντας από τη γιγαντοοθόνη που βρισκόταν δίπλα στη σκηνή τις εκφράσεις του προσώπου του, έβλεπε κανείς τον τρόπο που ο Νταλάρας ζούσε το κάθε τραγούδι, τον τρόπο που απολάμβανε τις εξαιρετικές ερμηνείες της Ίκαρη και του Κοτονιά, τις δεξιοτεχνικές ενέργειες των μουσικών της Εστουδιαντίνα, αλλά και την συμμετοχή του κοινού.

Ένα άλλο σημαντικό που πρέπει να σταθούμε είναι η στήριξη του Νταλάρα στους καλλιτέχνες συναδέλφους του, ειδικά στους νεώτερουςς, που έχουν κάτι «να πουν». Στήριξη που εμείς οι πολλοί τη βλέπουμε μέσα από την επιλογή αυτών που τον πλαισιώνουν στις παραστάσεις-συναυλίες του, ή δεν τη βλέπουμε πάντα, μπροστά στα φώτα της δημοσιότητας, αλλά την επιβεβαιώνουν αυτοί που γνωρίζουν.

Έτσι, μόνο έκπληξη δεν ήταν η παρουσία στο πλευρό του των δυο εξαιρετικών τραγουδιστών, με το ξεχωριστό δικό τους στίγμα: της Βιολέτας Ίκαρη, με την πραγματικά παράξενη φωνή, όπου η τραχύτητα της αύρας του Αιγαίου εναλλάσσεται με ηχοχρώματα που γνωρίσαμε από μεγάλες κυρίες του λαϊκού μας τραγουδιού, και του – και τραγουδοποιού – Θοδωρή Κοτονιά που η ερμηνεία του «κλέβει» ψηφίδες από την ευαισθησία του Ορφέα Περίδη και τη μεστότητα του Δημήτρη Ζερβουδάκη.

Η συναυλία έκλεισε με το μελωδικό-νοσταλγικό «Μη μου θυμώνεις μάτια μου» του μεγάλου Σταύρου Κουγιουμτζή. «Και με γλυκό χαμόγελο μια καληνύχτα πες μου»… Ο Νταλάρας, ευχήθηκε «υγεία και δύναμη» και δεσμεύτηκε ότι «θα τα ξαναπούμε». Καλή αντάμωση λοιπόν Γιώργο Νταλάρα…

ΥΓ. Τα πολλά προσβλητικά και υβριστικά σχόλια στα – και της Κατιούσα – σόσιαλ μίντια, με αφορμή την παρουσία του Νταλάρα στο Φεστιβάλ, χαρακτηρίζουν τους αποστολείς τους, όχι τον ίδιο. Κανένας, ούτε ο Νταλάρας, δεν μπορεί να ξεφύγει από την κριτική, όσο σκληρή – και κάποιες φορές άδικη – κι αν είναι. Όμως, η κριτική έχει κανόνες και εκτός αυτού και οι κρίνοντες κρίνονται. Για μια ακόμα φορά, διάφοροι «δήθεν» των σόσιαλ μίντια απέδειξαν, εκτός από το πόσα σκατά μπορεί να χωρέσει η ψυχή ενός ανθρώπου, ότι τους χωρίζει μεγάλη απόσταση από τους χιλιάδες φίλους και μέλη του ΚΚΕ και της ΚΝΕ που στο Φεστιβάλ ένωσαν τη φωνή τους με τη φωνή του σπουδαίου καλλιτέχνη, που αποτελεί ζωντανό κεφάλαιο του λαϊκού μας πολιτισμού, για να τραγουδήσουν τα τραγούδια του και στο τέλος τον αντάμειψαν με ένα ζεστό παρατεταμένο χειροκρότημα. Όμως για το θέμα αυτό, δοθείσης ευκαιρίας, θα επανέλθουμε πιο αναλυτικά.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

7 Σχόλια

Κάντε ένα σχόλιο: