Μονοπώλια – ανισομετρία – ανταγωνισμός: αυτός είναι ο ιμπεριαλισμός!

Ο ιμπεριαλισμός ή μονοπωλιακός καπιταλισμός είναι μια πυραμίδα ή, καλύτερα, ένα σύμπλεγμα πυραμίδων με διαφορετικό (και μεταβαλλόμενο) ύψος και εμβαδό βάσης.

Η Ρωσία εισέβαλλε στην Ουκρανία και τα παλιά δαιμόνια των αμφιβολιών και των αμφισβητήσεων ξεχύθηκαν. Υπάρχει ιμπεριαλισμός; Υπήρχε ποτέ; Είναι ιμπεριαλιστική η Ρωσία; Η Κίνα; (Για την Ελλάδα δεν τολμώ να ρωτήσω εδώ, στην εισαγωγή…). Υπάρχει διαφορά μεταξύ Ρώσων ολιγαρχών και δυτικών επενδυτών;

Κάποιοι λέγανε ότι ο ιμπεριαλισμός τελείωσε σαν στάδιο του καπιταλισμού και αντικαταστάθηκε από, ας πούμε, τον νεοφιλελευθερισμό ή τη χρηματιστικοποίηση. Τελευταία, έχει προκύψει επίσης ο “νέος ιμπεριαλισμός”. Άλλοι πάλι, λένε ότι ιμπεριαλισμός υπήρχε πάντα, τουλάχιστον από τη Ρώμη και μετά (κατά το ιμπέριουμ). Αρκετοί θεωρούν ότι ιμπεριαλιστής είναι μόνο οι ΗΠΑ (το κράτος; οι επιχειρήσεις; όλα μαζί;). Υπάρχει η θεωρία του κέντρου και της περιφέρειας, το Bretton-Woods II και άλλες παραλλαγές, συχνά από αστούς συγγραφείς.

Τέλος, κάποιοι πιστεύουν ότι ιμπεριαλιστική γίνεται μια χώρα όταν επεμβαίνει σε μια άλλη χώρα. Πώς να νοείται αυτή η επέμβαση; Μόνο στρατιωτικά; Τότε η Τουρκία είναι μια ιμπεριαλιστική χώρα, ενώ η Ελλάδα ήταν ιμπεριαλιστική τη δεκαετία του 1920 αλλά έπαψε να είναι μετά. Αυτή η πρόταση είναι τόσο παράλογη που δεν χρειάζεται καν να αντικρουστεί.

Αν βέβαια, νοείται η επέμβαση με οικονομικούς όρους, τότε τα πράγματα μπερδεύονται καθώς οι οικονομικές επεμβάσεις γίνονται κυρίως από επιχειρήσεις και δευτερευόντως από χώρες ή καλύτερα, με την υποστήριξη των χωρών. Αν και φαίνεται πιο λογική αρχή, η έννοια της οικονομικής επέμβασης είναι πολύ συγκεχυμένη καθώς οποιαδήποτε αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος μιας επιχείρησης είναι επεμβατική, ενώ η εθνικότητα προέλευσης των κεφαλαίων έχει από καιρό σβηστεί.

Θα προσπαθήσουμε να βάλουμε μια τάξη από την σκοπιά της πολιτικής οικονομίας. Η πολιτική οικονομία αντιλαμβάνεται τον ιμπεριαλισμό ως μονοπωλιακό καπιταλισμό. Θα κάνουμε μια σχετικά “προχωρημένη” συζήτηση, συνεπώς θα θεωρήσουμε αρκετά πράγματα ως δεδομένα. Για παράδειγμα, δεν χρειάζεται να επισημάνουμε ότι η βασική αντίθεση παραμένει αυτή μεταξύ της κοινωνικοποίησης της παραγωγής και της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Ούτε χρειάζεται να πούμε ότι χαρακτηριστικά (και) αυτού του συστήματος είναι το κεφάλαιο σαν σχέση παραγωγής και η μισθωτή εργασία με τη διπλή ελευθερία της. Ο μονοπωλιακός καπιταλισμός είναι κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής, δεν συνιστά αλλαγή των σχέσεων παραγωγής.

Οι κατηγορίες λοιπόν που μας απασχολούν είναι: το μονοπώλιο, η ανισομετρία και ο ανταγωνισμός. Υπάρχουν δικαιολογημένα μελανά σημεία γύρω και από τις τρεις, για να μην μιλήσω για τη μεταξύ τους σχέση. Κι αυτό για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή υπάρχουν θεωρητικές και εμπειρικές δυσκολίες στην προσέγγιση, ανάλυση και ανασύνθεση αυτών των κατηγοριών, ενώ τα χέρια που είναι διαθέσιμα γι’ αυτή τη δουλειά μειώνονται συνεχώς. Και δεύτερον, επειδή οι αστοί συσκοτίζουν και τις τρεις κατηγορίες, όχι απαραίτητα εσκεμμένα. Είναι τέτοια η αδυναμία τους να βάλουν τα πράγματα με τα πόδια κάτω που συχνά αρκεί να αντιστρέψει κανείς τα συμπεράσματα των οξυδερκών αστών για να καταλήξει σε κάτι χρήσιμο. Δεν λείπουν βέβαια και οι κακόβουλες, απολογητικές αναλύσεις που μόνο στόχο έχουν να παρουσιάσουν το υπάρχον σύστημα σαν αιώνιο και τις τρέχουσες σχέσεις παραγωγής σαν από τη φύση δοσμένες.

Γι’ αυτούς τους λόγους, τα ζητήματα συσκοτίζονται στ’ αλήθεια, και θέλει προσπάθεια και γερό ένστικτο για να μπουν τα ζητήματα σε μια σωστή σειρά. Σωστή, για εμάς εδώ, είναι η πλευρά των συμφερόντων της εργατικής τάξης.

Η ανισόμετρη ανάπτυξη είναι ένα χαρακτηριστικό του καπιταλισμού από την «αρχή», όποτε και αν αυτή τοποθετείται. Οι πρώτες μανιφακτούρες, οι σιδηρόδρομοι, ο ατμός, ο εσωτερικός καταμερισμός της εργασίας κλπ. οδήγησαν σε μονάδες, επιχειρήσεις, κλάδους, περιφέρειες και οικονομίες διαφορετικής ταχύτητας, μεγέθους και προοπτικής, δηλαδή με διαφορετική οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Ωστόσο, η ανισόμετρη ανάπτυξη ως θεωρητικό επιχείρημα εμφανίζεται για πρώτη φορά στις αρχές του 20ου αιώνα μαζί με τον ιμπεριαλισμό και τη δημιουργία «μονοπωλίων».

Το μονοπώλιο εμφανίζεται ως ένας παραπλανητικός όρος, ειδικά λόγω της χρήσης του από την νεοκλασική θεωρία. Εναλλακτικά, στη βιβλιογραφία μπορεί να δει κανείς το πρόθεμα «mega-», όπως στις τράπεζες, ή τους όρους «γιγαντιαία», «πολυεθνική», «διακρατική» επιχείρηση ή εταιρεία, ή απλά «μετοχική εταιρεία». Η ουσία εδώ είναι ότι, κατά τη διαδικασία της συσσώρευσης, ορισμένες μονάδες πέρασαν ένα όριο μεγέθους αλλάζοντας έτσι τους όρους του ανταγωνισμού.

«Η μετάβαση στη σύγχρονη εκδοχή της MNC [πολυεθνικής επιχείρησης, ΓΛ] εξελίχθηκε με ραγδαίο ρυθμό στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, με τον καταλύτη να είναι μια εκτεταμένη σειρά αλληλένδετων γεγονότων που δημιουργούν την κρίσιμη μάζα. Η Βιομηχανική Επανάσταση είχε φθάσει στο απόγειό της, και στο πέρασμά της εκτεταμένες αλλαγές εμφανίστηκαν στο οικονομικό τοπίο. Μεγάλης κλίμακας εργοστάσια άρχισαν να αντικαθιστούν τις μικρές ατομικές επιχειρήσεις(Cohen, 2007, σ. 43) 

Όπως ισχυρίζεται ο Χάρβι (2006, σ. 99) , στις Σημειώσεις προς μια θεωρία για την ανισόμετρη γεωγραφική ανάπτυξη,

«το μονοπώλιο είναι μια θεμελιώδης έννοια επειδή (α) ο μονοπωλιακός έλεγχος των μέσων παραγωγής υπό τη μορφή ρυθμίσεων ατομικής ιδιοκτησίας βρίσκεται στην ίδια τη βάση του καπιταλισμού, (β) το τελικό αποτέλεσμα του ανταγωνισμού είναι πιθανό να είναι μονοπώλιο (βλέπε την απίστευτη άνοδο των μονοπωλιακών και ολιγοπωλιακών δυνάμεων κατά την πρόσφατη περίοδο της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας) και (γ) οι καπιταλιστές αναζητούν μονοπωλιακές δυνάμεις επειδή αυτό παρέχει μεγαλύτερη ασφάλεια, υπολογιστική ικανότητα, και επιτρέπει ορθολογικές δομές εκμετάλλευσης.»

Ο πρώτος λόγος αναφέρεται στη λειτουργία του κεφαλαίου ως ιδιοκτησία. Η ανισόμετρη ανάπτυξη μπορεί να αναπτυχθεί μόνο σε έναν τρόπο παραγωγής όπου τα μέσα παραγωγής είναι αποκλειστική ιδιοκτησία της αστικής τάξης. Ωστόσο, υπάρχει κάτι περισσότερο από αυτό, όπως θα γίνει αμέσως εμφανές. 

Ο δεύτερος λόγος είναι ουσιαστικά η κύρια διαδικασία εμφάνισης του μονοπωλίου και του χρηματιστικού κεφαλαίου μέσω της συγκεντροποίησης. Η τελευταία επιτρέπει στους καπιταλιστές να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους σπάζοντας τους φραγμούς ενός τομέα·

«αυξάνει και επιταχύνει έτσι τ’ αποτελέσματα της συσσώρευσης, πλαταίνει και επιταχύνει ταυτόχρονα τις ανατροπές εκείνες στην τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου, που αυξάνουν το σταθερό του μέρος σε βάρος του μεταβλητού του μέρους και μειώνουν έτσι τη σχετική ζήτηση εργασίας. […] Είναι αυτονόητο πως η απόλυτη μείωση της ζήτησης εργασίας, που πηγάζει αναγκαστικά από το γεγονός αυτό, θα είναι τόσο πιο μεγάλη, όσο περισσότερο τα κεφάλαια που διατρέχουν αυτό το προτσές ανανέωσης έχουν κιόλας σωρευτεί κατά μάζες χάρη στη συγκεντροποιητική κίνηση.» (Μαρξ, 2002, σ. 651)

Αυτή είναι η διαδικασία μέσω της οποίας η συγκεντροποίηση βαθαίνει την ανισόμετρη ανάπτυξη, διευρύνει το χάσμα μεταξύ των μονάδων που είναι τεχνολογικά προηγμένες και εκείνων που υστερούν, ανακηρύσσει πρωταθλητές και ηττημένους. 

Η κρίσιμη παρατήρηση που έκανε ο Μαρξ είναι ότι η συγκεντροποίηση δεν εξαρτάται από την ανάπτυξη του κοινωνικού κεφαλαίου, σε αντίθεση με τη συγκέντρωση. Η συγκεντροποίηση είναι μια απλή αλλαγή στην ιδιοκτησία, αν και επηρεάζει την παραγωγικότητα και είναι διαλεκτικά συνδεδεμένη με τον ανταγωνισμό. Με τα λόγια του ίδιου του Μαρξ (2002, σ. 650)

«η συγκεντροποίηση μπορεί να επέλθει με μια απλή διαφορετική κατανομή των κεφαλαίων που υπάρχουν πια, με μια απλή αλλαγή της ποσοτικής διάταξης των συστατικών μερών του κοινωνικού κεφαλαίου. Το κεφάλαιο μπορεί να αυξάνει εδώ σε τεράστιες μάζες στα χέρια ενός ατόμου, επειδή αφαιρείται εκεί από πολλά ατομικά χέρια. Σε ένα δοσμένο κλάδο παραγωγής η συγκεντροποίηση θάφτανε τα έσχατα όριά της, αν όλα τα κεφάλαια που είναι τοποθετημένα σε αυτόν συγχωνεύονταν σε ένα μοναδικό κεφάλαιο. Σε μια δοσμένη κοινωνία το όριο αυτό θα πετυχαινόταν μόνο τη στιγμή που το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο θα συνενωνόταν στα χέρια είτε ενός μόνον κεφαλαιοκράτη είτε μιας μόνης εταιρείας κεφαλαιοκρατών  

Επιπρόσθετη σε αυτό είναι η εμφάνιση του χρηματιστικού κεφαλαίου, με τη συγχώνευση του βιομηχανικού και τραπεζικού κεφαλαίου (Hilferding, 1981; Varga, 1928; Λένιν, 2009). Στην ανάπτυξη του καπιταλισμού, το πιστωτικό σύστημα γίνεται «ένα καινούριο και τρομερό όπλο στην πάλη του συναγωνισμού και τελικά μετατρέπεται σε ένα τεράστιο κοινωνικό μηχανισμό για τη συγκεντροποίηση των κεφαλαίων» (Μαρξ, 2002, σ. 649).

Το χρηματιστικό κεφάλαιο σηματοδοτεί το πέρασμα σε μια νέα εποχή του καπιταλισμού, τη φάση του μονοπωλιακού καπιταλισμού ή ιμπεριαλισμού.  

Ο Λένιν (2009) ξεκίνησε την ανάλυσή του για τον ιμπεριαλισμό από την επιχείρηση και την ανάδυση του μονοπωλίου. Εκ των προτέρων, πρέπει να τονίσουμε ότι τα παραδείγματα του δεν αναφέρονται ποτέ σε ένα κυριολεκτικό μονοπώλιο (μία μονάδα ή μία επιχείρηση ανά τομέα), αλλά σε γιγαντιαίες επιχειρήσεις που ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής σε έναν δεδομένο τομέα.

«Ανάλογα με το είδος του εμπορεύματος και την κατάσταση της αγοράς, 50 τοις εκατό έως 80 τοις εκατό της συνολικής παραγωγής είναι αρκετό για να δώσει τον έλεγχο της αγοράς, και με τα γεωργικά προϊόντα των οποίων η προμήθεια μπορεί να αυξηθεί στην αγορά μόνο μετά από τουλάχιστον ένα ή δύο έτη, ακόμη και λιγότερο από 50 τοις εκατό είναι συχνά επαρκές(Varga, 1928, σ. 53) 

Σήμερα, το ποσοστό αυτό έχει μειωθεί τόσο πολύ ώστε δέσμευση σε μια επένδυση να θεωρείται μόλις το 10%. Οι σύγχρονες τεχνικές αλυσιδωτής ιδιοκτησίας επιτρέπουν τον έλεγχο της αγοράς με όλο και μικρότερα ποσοστά.

Ο ανταγωνισμός αλλάζει, αλλά απέχει πολύ από το να εξαλειφθεί· αντιθέτως.

«Το βασικό σ αυτή τη διαδικασία από οικονομική άποψη είναι η αντικατάσταση του καπιταλιστικού ελεύθερου συναγωνισμού από τα καπιταλιστικά μονοπώλια. Ο ελεύθερος συναγωνισμός είναι η βασική ιδιότητα του καπιταλισμού και της εμπορευματικής παραγωγής γενικά. Το μονοπώλιο είναι η άμεση αντίθεση του ελεύθερου συναγωνισμού. Ο τελευταίος αυτός όμως άρχισε μπροστά στα μάτια μας να μετατρέπεται σε μονοπώλιο, δημιουργώντας τη μεγάλη παραγωγή, εκτοπίζοντας τη μικρή, αντικαθιστώντας τη μεγάλη με την πολύ μεγάλη, οδηγώντας τη συγκέντρωση της παραγωγής και του κεφαλαίου ως το σημείο που απ αυτήν αναπτυσσόταν και αναπτύσσεται το μονοπώλιο: τα καρτέλ, τα συνδικάτα, τα τραστ και το συγχωνευόμενο μ αυτά κεφάλαιο καμιάς δεκάδας τραπεζών που διαχειρίζονται δισεκατομμύρια. Ταυτόχρονα, τα μονοπώλια, ξεπηδώντας από τον ελεύθερο συναγωνισμό, δεν τον καταργούν, μα υπάρχουν πάνω σ αυτόν και δίπλα σ αυτόν, γεννώντας έτσι μια σειρά εξαιρετικά οξείες και βίαιες αντιθέσεις, προστριβές, συγκρούσεις. Το μονοπώλιο είναι πέρασμα από τον καπιταλισμό σ’ ένα ανώτερο σύστημα.» (Λένιν, 2009, σσ. 102–103, η υπογράμμιση δική μου)

Αυτό το σημείο τονίζεται επίσης από τον Βάργκα (1928, σ. 53). 

Η αδιαμφισβήτητη ανάδυση του μονοπωλίου ως γιγαντιαία μετοχική εταιρεία οδήγησε σε μια θεωρητική διαμάχη στη Μαρξιστική παράδοση, καθώς ορισμένοι συγγραφείς ισχυρίστηκαν ότι τα μονοπώλια τείνουν να μειώνουν τον ανταγωνισμό, αλλάζοντας σημαντικά τη διαδικασία σχηματισμού των τιμών παραγωγής, μειώνοντας την εξισορροπητική τάση των ποσοστών κέρδους και απορρίπτοντας τελικά το νόμο της αξίας (Hilferding, 1981; Sweezy, 1946). Ο Βάργκα επέκρινε την ιδέα του Χίλφερντινγκ για τη μεταμόρφωση του καπιταλισμού από τον ελεύθερο ανταγωνισμό σε ένα οργανωμένο στάδιο που θα εξάλειφε τις κρίσεις και τον ανταγωνισμό (1928, σ. 60). Από μια ειρωνεία της ιστορίας, το θέμα διευθετήθηκε στην πραγματική ζωή λίγους μήνες αργότερα με την έκρηξη της μεγαλύτερης, μέχρι τότε, κρίσης και μερικά χρόνια αργότερα με το μεγαλύτερο, μέχρι τότε, πόλεμο. 

Ο διαχωρισμός μεταξύ κεφαλαίου μεγάλης κλίμακας και κεφαλαίου μικρής κλίμακας μέσα σε μια οικονομία και ενός τομέα που τυπικά εκφράζεται από τη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου είναι εμφανής σε όλες τις χώρες και εκδηλώνεται με πολλούς επίσημους και ανεπίσημους τρόπους. Ο Βάργκα (1928, σ. 67) προέβλεψε χαρακτηριστικά την προοπτική αυτής της εξέλιξης τονίζοντας ότι «το κεφάλαιο είναι σίγουρα χωρισμένο σε δύο τμήματα: το χρηματιστικό κεφάλαιο οργανωμένο σε μονοπώλια και το ανοργάνωτο κεφάλαιο μικρής κλίμακας». Αυτή η διάσταση αντικατοπτρίζεται στις οργανώσεις της αστικής τάξης σε μια χώρα, αλλά είναι ακόμη πιο εμφανής στη διεθνή οργάνωση των καπιταλιστών.  

Αν και αυτή η αντίθεση είναι σημαντική για όλες τις καπιταλιστικές χώρες, καθίσταται θεμελιώδης στην περίπτωση της Ελλάδας λόγω της κυριαρχίας των σχετικά μικρών κεφαλαιακών μονάδων και λόγω της συμμετοχής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ευρωζώνη και τον αντίστοιχο καταμερισμό της εργασίας. Από την άλλη πλευρά, οι ελληνικές τράπεζες έχουν, τουλάχιστον μέχρι την έκρηξη της κρίσης του 2008, μια πολύ ισχυρή θέση στα Βαλκάνια, την Τουρκία και την Κύπρο, ακόμη και σε σύγκριση με τα διεθνή μονοπώλια, ενώ είναι γνωστό ότι ο ελληνόκτητος εμπορικός στόλος εξακολουθεί να είναι ο μεγαλύτερος στον κόσμο σε απόλυτους όρους. 

Ο Λένιν (2009), βασιζόμενος στον Hilferding (1981) και τον Hobson (1938), σχημάτισε το κλασικό μαρξιστικό επιχείρημα σχετικά με την εξαγωγή κεφαλαίου στον ιμπεριαλισμό. Η εξέλιξη του καπιταλισμού οδηγεί στη συγκέντρωση των μαζών (χρηματικού) κεφαλαίου που αναζητούν μια τοποθέτηση (ποσοστό κέρδους, επίπεδο κινδύνου, μερίδιο αγοράς) που μπορεί να είναι καλύτερη στο εξωτερικό σε σύγκριση με εγχώρια. Με μια σειρά περιφερειακών χωρών να τραβιέται στην τροχιά του παγκόσμιου καπιταλισμού, η ανάγκη για εξαγωγή κεφαλαίου βρίσκει επικερδείς αποδράσεις. Η σημασία των εξαγωγών κεφαλαίου αυξήθηκε στον καπιταλιστικό κόσμο κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα και ενίσχυσε με τη σειρά του την εξαγωγή εμπορευμάτων.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η περιγραφή του Λένιν για την εξαγωγή κεφαλαίων φαίνεται να ισχύει πλήρως όταν αναφέρεται σε «καθυστερημένες χώρες, [όπου] το κέρδος είναι συνήθως σχετικά μεγάλο, γιατί έχουν λίγα κεφάλαια, η τιμή της γης δεν είναι μεγάλη, ο μισθός εργασίας είναι χαμηλός και οι πρώτες ύλες φτηνές. Η δυνατότητα εξαγωγής κεφαλαίου δημιουργείται από το γεγονός ότι μια σειρά καθυστερημένες χώρες έχουν πια τραβηχτεί στην τροχιά του παγκόσμιου καπιταλισμού, […] έχουν εξασφαλιστεί οι στοιχειώδεις όροι για την ανάπτυξη της βιομηχανίας κλπ.» (2009, σσ. 73–74) 

Συνεπώς, η εμφάνιση των μονάδων κεφαλαίου μεγάλης κλίμακας δεν οδηγεί στην απόρριψη της Μαρξικής θεωρίας του ανταγωνισμού, της αξίας, του χρήματος και των τιμών παραγωγής. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των κεφαλαίων είναι αποτέλεσμα της επέκτασης του κεφαλαίου, δηλαδή της συσσώρευσης. Το γεγονός ότι υπάρχουν λιγότερες μονάδες δεν οδηγεί αναγκαστικά σε λιγότερο ανταγωνισμό (Semmler, 1982; Shaikh, 1979, 1980).

Επιπλέον, η πρόβλεψη ότι τα μονοπώλια θα οδηγούσαν σε λιγότερη κινητικότητα του κεφαλαίου δεν επιβεβαιώνεται ούτε θεωρητικά, αλλά ούτε και ιστορικά. Αυτό το θεωρητικό επιχείρημα θα μπορούσε να είναι το ιστορικό προϊόν της μεταπολεμικής περιόδου όταν η κινητικότητα του κεφαλαίου περιοριζόταν για συγκεκριμένους, και χρηματικούς, λόγους. Η κινητικότητα του κεφαλαίου αποκαταστάθηκε σταδιακά και στις μέρες μας πρόκειται για μια μορφή ύπαρξης του κεφαλαίου ως ιδιοκτησία και για μια θεμελιώδη διαδικασία του κεφαλαίου ως λειτουργία.

Ο ανταγωνισμός όχι μόνο εξακολουθεί να ισχύει αλλά είναι ακόμη πιο ισχυρός με την κεφαλαιακή κινητικότητα. Λαμβάνει χώρα σε πολλά στρώματα: μεταξύ μονοπωλίων του ιδίου τομέα, μεταξύ μονοπωλίων διαφορετικών τομέων, μεταξύ μονοπωλίων και μικρής κλίμακας παραγωγής. 

Ο ιμπεριαλισμός ή μονοπωλιακός καπιταλισμός είναι μια πυραμίδα ή, καλύτερα, ένα σύμπλεγμα πυραμίδων με διαφορετικό (και μεταβαλλόμενο) ύψος και εμβαδό βάσης. Αντί λοιπόν να προσπαθούμε να βολευτούμε με απλές αναγωγές, είναι πολύ πιο αποτελεσματικό να σκύψουμε πάνω από τις ιδιαίτερες πλευρές του ζητήματος και να ξεμπλέξουμε το κουβάρι. Στο επόμενο σημείωμα, θα δούμε ποιες είναι οι βασικές “πυραμίδες” που αλληλομπλέκονται και ποιο είναι το βασικό κριτήριο για το ποια ξεχωρίζει κάθε φορά.

Συνεχίζεται

Cohen, S. D. (2007). Multinational Corporations and Foreign Direct Investment: Avoiding Simplicity, Embracing Complexity. Oxford: Oxford University Press

Harvey, D. (2006). Spaces of Global Capitalism. London: Verso.

Hilferding, R. (1981). Finance Capital. London: Routledge and Kegan Paul. 

Hobson, J. A. (1938). Imperialism. London: Allen & Unwin. 

Hudson, R. (2003). European integration and new forms of uneven development. European Urban and Regional Studies, 10(1), S. 49-67. https://doi.org/10.1177/0969776403010001539 

Semmler, W. (1982). Theories of Competition and Monopoly. Capital & Class, 6(12), 91–116. 

Shaikh, A. (1979). Foreign Trade and the Law of Value: Part I. Science & Society, 43(3), 281–302. 

Shaikh, A. (1980). Foreign Trade and the Law of Value: Part II. Science & Society, 44(1), 27–57. 

Sweezy, P. (1946). The Theory of Capitalist Development: Principles of Marxian Political Economy. London: Dennis Dobson. 

Varga, E. (1928). The decline of capitalism: The economics of a period of the decline of capitalism after stabilisation. London: Communist Party of Gt.Britain.

Λένιν, Β. Ι. (2009). Ο ιμπεριαλισμός ανωτατο σταδιο του καπιταλισμού. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή. 

Mαρξ, Κ. (2002). Το Κεφάλαιο, Τόμος Ι. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή. 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: