“Σύντροφοι η νίκη είναι δική μας” – Η θυσία της κομσομόλας Ζόγια Κοσμοντεμιάνσκαγια

“Με κρεμάτε τώρα, αλλά δεν είμαι μόνη. Υπάρχουν διακόσια εκατομμύρια από μας. Δεν μπορείτε να τους κρεμάσετε όλους. Θα εκδικηθούν για μένα”.

«Τη ρωτάει ο Γερμανός: “Πού είναι ο Στάλιν;”. Εκείνη απάντησε: “Ο Στάλιν είναι στο πόστο του”! Και αμέσως μετά γύρισε και είπε: “Δεν πρόκειται να σας πω τίποτε άλλο”». Την ημέρα της εκτέλεσης «περπατούσε ίσια, με ψηλά το κεφάλι, σιωπηλή, περήφανη (…) Τότε φώναξε: “Πολίτες! Μην καθόσαστε και κοιτάτε. Πολεμήστε! (…) Σύντροφοι, η νίκη είναι δική μας! Η Σοβιετική Ενωση είναι ανίκητη και δεν πρόκειται να νικηθεί! Γερμανοί στρατιώτες, πριν να είναι αργά, παραδοθείτε”»!

Έτσι περιέγραφαν κάτοικοι του Πετρίσοβο κάποια τα τελευταία λόγια της Ζόγια Κοσμοντεμιάνσκαγια, της 18χρονης παρτιζάνας που, όπως και χιλιάδες άλλες νέοι της πατρίδας της, έφυγαν πριν ακόμα προλάβουν να ζήσουν, προκειμένου να ζήσουν ελεύθεροι από τη ναζιστική μπότα, άλλοι συνομήλικοί τους και ολόκληρος ο σοβιετικός λαός.

Η νεαρή κομσομόλα που ταπείνωσε τους φασίστες κατακτητές, είχε γεννηθεί στις 13 Σεπτέμβρη 1923 στο χωριό Ασίνο Γκάι κοντά στο Ταμπόφ, σε οικογένεια που από το 17ο αιώνα έβγαζε συνεχώς παπάδες της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Μάλιστα, σύμφωνα με  ανεπιβεβαίωτες μαρτυρίες, ένας από τους ιερείς παππούδες της, ο Πιοτρ Κοσμοντεμιάνσκι, δολοφονήθηκε το 1918 στη διάρκεια του Ρωσικού Εμφυλίου. Ο πατέρας της Ζόγια επίσης σκόπευε να γίνει κληρικός, αλλά δεν αποφοίτησε από το θεολογικό σεμινάριο, εργαζόμενος αργότερα ως βιβλιοθηκάριος, ενώ η μητέρα της ήταν δασκάλα. Είχε επίσης έναν αδελφό, τον Αλεξάντρ, ο οποίος επίσης αργότερα διακρίθηκε όπως και η ίδια με τον τίτλο του Ήρωα της Σοβιετικής Ένωσης. Όταν η Ζόγια ήταν έξι ετών, η οικογένεια μετακόμισε στη Σιβηρία, όχι λόγω ομιλίας του πατέρα της ενάντια στην κολλεκτιβοποίηση, όπως συχνά υποστηρίχτηκε, αλλά λόγω κατηγοριών εναντίον της οικογένειας. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στη Μόσχα, όπου ο πατέρας της Ζόγιας πέθανε μετά από χειρουργείου, αφήνοντας τα δυο παιδιά στη φροντίδα της μητέρας τους.

Η Ζόγια ήταν καλή μαθήτρια, με αγάπη για την ιστορία και τη λογοτεχνία και όνειρο να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο του Λένινγκραντ. Δεν τα πήγαινε καλά με τους συμμαθητές της ωστόσο, καθώς υπέφερε πιθανόν από κάποια ψυχική πάθηση, “νευρασθένεια” όπως έλεγε η μητέρα της. Οργανώθηκε στην Κομσομόλ από το 1938, μαθήτρια ακόμα του Γυμνασίου, ενώ το 1941 βγήκε στο αντάρτικο, ως μέλος της ομάδας σαμποτάζ και αναγνωρίσεων του δυτικού μετώπου του Κόκκινου Στρατού. Μετά από σύντομη περίοδο εκπαίδευσης μαζί με 2000 ακόμα κομσομόλους εθελοντές, από τους οποίους οι μισοί χάθηκαν στον πόλεμο, η Κοσμοντέμιανσκαγια εστάλη στα περίχωρα της Μόσχας για να ναρκοθετήσει ένα δρόμο, αποστολή που έφερε σε επιτυχία με την ομάδα της. Η επόμενη αποστολή που της ανατέθηκε με τους συντρόφους της ήταν να κάψει σπίτια στο χωριό Πετρίσοβο, όπου στάθμευαν Γερμανοί στρατιώτες και αστυνομικοί. Στις 27 Νοέμβρη 1941 η Ζόγια, ο Βασίλι Κλουμπκόφ και ο Μπόρις Κράινεφ έβαλαν φωτιά σε τρία τέτοια σπίτια και στη συνέχεια διασκορπίστηκαν για να ξαναβρεθούν σε ένα προαποφασισμένο σημείο, ωστόσο ο Κράινεφ έφυγε χωρίς να περιμένει τους συντρόφους του. Ο Κλούμπκοφ συνελήφθη και φαίνεται πως έδωσε τα ονόματα των συντρόφων του, ενώ η Ζόγια, αν και μόνη της πια, αποφάσισε να γυρίσει στο Πετρίσεβο για να συνεχίσει το σαμποτάζ. Στο χωριό ωστόσο την περίμεναν ήδη οι ναζί καθώς και η πολιτοφυλακή δοσιλόγων που είχαν στήσει. Η Ζόγια εντοπίστηκε από έναν τέτοιο φύλακα την επόμενη μέρα, καθώς προσπαθούσε να βάλει φωτιά σε μια αποθήκη, και εκείνος την πρόδωσε και την παρέδωσε στους Γερμανούς, με αντάλλαγμα ένα μπουκάλι βότκα. Ο χωρικός αυτός αργότερα καταδικάστηκε σε θάνατο από σοβιετικό δικαστήριο.

Στη διάρκεια της ανάκρισης, η Ζόγια συστήθηκε ως “Τάνια” και αρνήθηκε να μιλήσει. Οι ναζί την έγδυσαν και της κατάφεραν 200 χτυπήματα με το μαστίγιο, ενώ την έσυραν και έξω στην παγωνιά του ρωσικού Νοέμβρη. Κάποιες γυναίκες από το χωριό έριξαν μπουγαδόνερα στην αντάρτισσα, πράξη για την οποία επίσης τιμωρήθηκαν με την εσχάτη των ποινών αργότερα. Το πρωί της 29ης Νοέμβρη, η Ζόγια διαπομπεύθηκε στο χωριό με πινακίδα που έγραφε “εμπρήστρια” και στη συνέχεια η ηρωική κομσομόλα απαγχονίστηκε, φωνάζοντας στους δολοφόνους της: “Με κρεμάτε τώρα, αλλά δεν είμαι μόνη. Υπάρχουν διακόσια εκατομμύρια από μας. Δεν μπορείτε να τους κρεμάσετε όλους. Θα εκδικηθούν για μένα”. Με τη θηλιά γύρω από το λαιμό της, η κοπέλα ζητωκραύγασε: “Αντίο σύντροφοι! Πολεμήστε, μη φοβάστε! Ο Στάλιν είναι μαζί μας, ο Στάλιν θα έρθει!”.Οι βάρβαροι κατακτητές άφησαν το σώμα της για ένα μήνα κρεμασμένο προς παραδειγματισμό, υποβάλλοντάς το σε συνεχείς ταπεινώσεις. Τελικά η ταφή της έγινε λίγο έξω από το χωριό και στη συνέχεια κηδεύτηκε ξανά στο κοιμητήριο του Νοβοντέβιτσε στη Μόσχα. Μετά την απελευθέρωση του Πετρίσοβο από τον Κόκκινο Στρατό, υπήρξε συλλογή μαρτυριών από κατοίκους σχετικά με τη δράση και τη θυσία της Κοσμοντεμιάνσκαγια. Το άρθρο του Πετρ Λίντοφ “Τάνια”, που δημοσιεύτηκε στην Πράβντα το Γενάρη του 1942, η Ζόγια έγινε γνωστή σε όλη την ΕΣΣΔ και ένα μήνα μετά έγινε η πρώτη γυναίκα στην οποία απονεμήθηκε ο τίτλος του “Ήρωα της Σοβιετικής Ένωσης”.

Έκτοτε, η Κοσμοντεμιάνσκαγια έγινε πηγή έμπνευσης για συγγραφείς, καλλιτέχνες, γλύπτες, σκηνοθέτες και ποιητές στην ΕΣΣΔ, αλλά και εκτός αυτής, αφού ποίημα σε εκείνη αφιέρωσε και ο διάσημος Τούρκος ποιητής Ναζίμ Χικμέτ. Μνημείο ανεγέρθηκε προς τιμήν της έξω από το Πετρίσοβο, ενώ γλυπτό της βρίσκεται στο σταθμό των Παρτιζάνων του μετρό της Μόσχας. Το όνομά της φέρει επίσης μια κορυφή οροσειράς ύψους 4108 μ. καθώς και ένας μικρός πλανήτης, τον οποίο ανακάλυψε το 1968 η Σοβιετική Αστρονομία Ταμάρα Μιχαήλοβνα Σμίρνοβα.

Αμέσως μετά τις ανατροπές του 1991, έγιναν πολλές απόπειρες στην καπιταλιστική Ρωσία είτε να σπιλωθεί η μνήμη της Κοσμοντεμιάνσκαγια, είτε να παρουσιαστεί ως θρησκόληπτη ή απλά ως εθνικοαπελευθερωτικό σύμβολο, χωρίς αναφορά στην κομμουνιστική της ιδεολογία. Ενδεικτική είναι και η αντιμετώπιση που είχε πριν μερικά χρόνια το παλιό σχολείο -μουσείο προς τιμήν της παρτιζάνας, που μεταφέρθηκε σε άλλο κτίριο, όπου τα εκθέματα καταλάμβαναν πολύ μικρότερο χρόνο, ενώ πολλά εκθέματα αφέθηκαν στην απόλυτη φθορά και εγκατάλειψη.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: