Σελίδες απ’ την Εθνική Αντίσταση και τον ΔΣΕ: «Γιατί ήμασταν η στιγματισμένη “οικογένεια του Μακρυνιώτη”…»

Η Σταμούλα Μακρυνιώτη – Πρέκα, ανήκει στη γενιά που βίωσε στην πιο τρυφερή ηλικία τη φρίκη των εγκλημάτων των χιτλερικών καταχτητών και των ντόπιων συνεργατών τους, που αφού σκότωσαν και αποκεφάλισαν τον κομμουνιστή  πατέρα της, Ηλία Μακρυνιώτη, έβαλαν σκοπό να ξεκάνουν ολόκληρη την οικογένειά του.

Η Σταμούλα Μακρυνιώτη – Πρέκα, ανήκει στη γενιά που βίωσε στην πιο τρυφερή ηλικία τη φρίκη των εγκλημάτων των χιτλερικών καταχτητών και των ντόπιων συνεργατών τους, που αφού σκότωσαν και αποκεφάλισαν τον κομμουνιστή  πατέρα της, Ηλία Μακρυνιώτη, έβαλαν σκοπό να ξεκάνουν ολόκληρη την οικογένειά του.

Ήταν 12χρονο παιδάκι όταν είδε τους ΜΑΫδες του χωριού της να κλωτσάνε το κομμένο κεφάλι του πατέρα της, τα μεγαλύτερα αδέλφια της να εντάσσονται στον ΔΣΕ, ενώ για την ίδια και τη μάνα της ξεκινούσε μια περίοδος διώξεων και φυλακίσεων.

Η Σταμούλα Μακρυνιώτη – Πρέκα είναι αδελφή της αγωνίστριας Ελένης Μακρυνιώτη – Τραγγανίδα, συγγραφέα των βιβλίων «Μυρτιά του Βουνού» και «Και τώρα πού να πάω;».

Στις αναμνήσεις της που δημοσιεύτηκαν στο τεύχος 181/2019 του περιοδικού «Εθνική Αντίσταση» της ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ, ντύνει με λέξεις τη φρίκη…

Σελίδες απ’ την Εθνική Αντίσταση και τον ΔΣΕ: «Γιατί ήμασταν η στιγματισμένη “οικογένεια του Μακρυνιώτη”…»

Η Σταμούλα Μακρυνιώτη – Πρέκα

Αναμνήσεις της Σταμούλας Μακρυνιώτη – Πρέκα

Γεννήθηκα το 1935, στο χωριό Μαριολάτα. Από το 1940, που άρχισα να θυμάμαι, μόνο κυνηγητό και φόβος απ’ τους Γερμανοϊταλούς υπήρχαν.

Ο πατέρας μου, Ηλίας Μακρυνιώτης, πήρε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Μαζί με όλο το χωριό που έκαψαν οι Ιταλοί κάηκε και το δικό μας σπίτι. Όταν γύρισε ο πατέρας μου, αναγκάζονταν να κρύβεται συνέχεια από τους Έλληνες, αυτή τη φορά, φασίστες. Τον απειλούσαν πως θα σκότωναν τη μάνα μου, την αδελφή μου και μένα. Η τρομοκρατία ήταν καθημερινό φαινόμενο. Μόλις ακούγαμε πως έρχονται οι μάϋδες ή ο στρατός τρέμαμε και κρυβόμασταν να μη μας σκοτώσουν τον πατέρα μας.

Τελικά τον έπιασαν και τον έστειλαν εξορία. Εμάς, όμως, τους υπόλοιπους δεν σταμάτησαν να μας κυνηγούν, γιατί ήμασταν η στιγματισμένη «οικογένεια του Μακρυνιώτη». Όταν επέστρεψε ο πατέρας μου από την εξορία, θυμάμαι, δεν προλάβαμε να τον χαρούμε, άρχισαν πάλι να τον κυνηγούν. Πόσες φορές, θυμάμαι, τον πατέρα μου να προσπαθεί να διαφύγει από το παράθυρο, για να μην τον πιάσουν.

Το Νοέμβρη του 1947, και μετά από προδοσία, οι μαυροσκούφηδες συναντάνε τον πατέρα μου κοντά στο κοπάδι μας, του επιτίθενται και τον τραυματίζουν. Στη συνέχεια του κόβουν το κεφάλι, όπως ήταν ζωντανός. Το ότι ήταν ζωντανός το καταλάβαμε όταν πήγε η αδερφή μου να πάρει το σώμα του, για να το θάψει, είδε τα πουρνάρια φαγωμένα από τα χτυπήματα που έκανε το ακέφαλο κορμί του.

Εμείς τους είδαμε όταν πέρναγαν και βάλαμε τα κλάματα. Καταλάβαμε πως τον πρόδωσαν και ότι πήγαιναν σ’ αυτόν. Σε μια ώρα, περίπου, βρήκαμε τα γίδια μόνα τους να ’ρχονται χωρίς τον πατέρα μας. Για μια στιγμή πιστέψαμε πως πρόλαβε και την κοπάνησε. Αυτό, όμως, κράτησε λίγο. Είδαμε τα ανθρωπόμορφα τέρατα να έρχονται κρατώντας το κεφάλι του πατέρα μου, το οποίο κρεμόταν από σύρμα που του είχαν περάσει στ’ αυτιά. Μόλις αντικρίσαμε αυτό το θέαμα, βάλαμε τις φωνές, κι από εκεί που ήμασταν κρυμμένες εμφανιστήκαμε μπροστά τους, σπαρταρούσαμε και φωνάζαμε. Τότε άρχισαν να μας χτυπάνε με το κεφάλι του πατέρα μας (!) Στη συνέχεια πήγαν στο χωριό και άρχισαν να παίζουν μπάλα μ’ αυτό. Και ενώ εκείνοι κλώτσαγαν το κεφάλι, υπήρχαν χωριανοί που τους φώναζαν να σκοτώσουν όλη την οικογένεια, να μη μείνει κανένας μας ζωντανός! Κάποιοι απ’ αυτούς άκουσαν τους χωριανούς και βαστάζοντας μαχαίρια άρχισαν να τρέχουν προς το μέρος μας, για να μας σφάξουν. Άλλοι χωριανοί, όμως, που ήταν με το μέρος μας και μας συμπαραστέκονταν, μας ειδοποίησαν να κρυφτούμε.

Σελίδες απ’ την Εθνική Αντίσταση και τον ΔΣΕ: «Γιατί ήμασταν η στιγματισμένη “οικογένεια του Μακρυνιώτη”…»

Χίτες επιδεικνύουν κομμένο κεφάλι αγωνιστή που δολοφόνησαν…

Η αδερφή μου έφυγε στο βουνό, ο αδερφός μου ήταν ήδη στο ΔΣΕ, ενώ ο άλλος αδερφός μου υπηρετούσε στο στρατό. Ο αδερφός μου που ήταν στο ΔΣΕ, ήρθε και μας πήρε: τη γυναίκα του, το νεογέννητο παιδάκι του, τη μάνα μου και μένα.

Απ’ όλα τα παραπάνω, έπαθαν τα νεύρα μου και φώναζα συνέχεια. Για να μην προδώσω τους αντάρτες από τις φωνές μου, έτρωγα συνέχεια ξύλο από τη μάνα μου. Ο αδελφός μου σκοτώθηκε. Εμένα με τη μάνα, μας έπιασαν και μας πήγαν εξορία στο Τρίκερι. Την αδελφή μου Ελένη την έπιασαν στην Πάρνηθα και πέρασε στρατοδικείο.

Η ζωή μας δίπλα στους αντάρτες ήταν φυσικά δύσκολη. Ήμασταν συνέχεια νηστικοί και ξυπόλητοι. Τη μέρα μας έβαζαν τα αεροπλάνα και οι ρουκέτες. Πόσοι σκοτώνονταν δίπλα μας άραγε; Θυμάμαι τη μέρα που μας είχαν εντοπίσει. Βρισκόμασταν σε μια ρεματιά. Οι αντάρτες φώναζαν να στεκόμαστε ακίνητοι, αλλά εμείς δεν μπορούσαμε, γιατί ήμασταν παιδιά. Εγώ με τη μάνα στεκόμασταν στο πλάι της ρεματιάς. Τα αεροπλάνα χαμήλωναν, έριχναν ρουκέτες και ανέβαιναν πάλι. Χαλασμός κυρίου γινόταν. Πόσα παιδιά σκοτώθηκαν τότε… Η μάνα μου έβαζε μια πλάκα στο κεφάλι μου, για να προστατέψει από τα βλήματα. Εγώ, όμως, δεν την ήθελα και την έβαζα στο κεφάλι της μάνας μου για να προφυλάξω εκείνη. Τέτοια είχαμε συνέχεια.

Τη νύχτα περπατούσαμε ξυπόλητοι και νηστικοί. Ένα κοριτσάκι μου έδωσε ένα αλατόσπυρο, να το βάλω στο στόμα και να πίνω νερό, για να μην πεινάω. Εγώ βρήκα ένα ζευγάρι τσαρούχια, τα οποία δεν κράτησαν πολύ, γιατί ανεβοκατεβαίναμε Γκιώνα, Βαρδούσια, κλπ. Πολλά παιδιά είχαν ξεπαγιάσει από τα χιόνια στη Γκιώνα και πολλά πνίγηκαν στο Μόρνο. Η μάνα μου με έπαιρνε καβάλα, αλλά στη Γκιώνα γλίτωσα παρά τρίχα. Είχαμε μια κουβέρτα και τυλίξαμε το μωρό, να το γλιτώσουμε. Όπως προείπα τον αδελφό μου τον ξαναείδαμε. Τον σκότωσαν και ήταν μόλις 27 χρονών παλικάρι.

Εμάς μας έπιασαν στο χωριό Συκιά. Μας κοπανούσαν με το βούρδουλα όλα τα γυναικόπαιδα. Μας έκλεισαν για ένα μήνα στη φυλακή της Λαμίας και από εκεί μας έστειλαν στην εξορία. Εκεί ήταν κάπως καλύτερα. Μας έβαλαν ανά δύο άτομα. Για στρώμα είχαμε χαρτόνι. Κρυώναμε, αλλά σε ποιόν να το πούμε: Ψωμί 1/2 κιλό την ημέρα. Εγώ έτρωγα και της μάνας μου, που είχε αρρωστήσει. Την έβαλαν φορτίο σ’ ένα καΐκι που μας έφερνε ψωμί από το Βόλο κι από εκεί για το νοσοκομείο. Την φύλαγαν χωροφύλακες. Ήταν χαροκαμένη και πολύ άρρωστη. Είχε χάσει τον άντρα της με το φρικτό τρόπο, αλλά και τα δυο παιδιά της. Κοντά της είχε μόνο εμένα.

Αλλά και εγώ τα είχα μισοχαμένα. Στο Τρίκερι ήταν και η νύφη μου, η μάνα της και το μωρό της.

Εμένα μ’ έδιωξαν ένα μήνα νωρίτερα από τη μάνα μου. Δεν είχα που να πάω. Ήμουν μόλις στα 13. Αν πήγαινα στο χωριό θα με σκότωναν. Άλλωστε το σπίτι μας το είχαν κάψει. Τα στάρια μας, τα ρούχα μας, όλο το νοικοκυριό μας τα είχαν πάρει όλα. Ογδόντα ρίζες ελιές μας τις έκοψαν. Όλα ρημαδιό. Πήγα σ’ ένα διπλανό χωριό, τα Καστέλλια, σ’ ανθρώπου που ήμασταν μαζί στην εξορία. Σε δυο τρεις μέρες έρχεται η γιαγιά μου απ’ το χωριό και μου λέει να φύγω, γιατί το έμαθαν στο χωριό πως έμενα εκεί και θα με σκότωναν.

Που να πάω ένα παιδάκι; Μπαίνω σ’ ένα φορτηγό και πάω στη Λαμία. Μου είχε πει η μάνα μου πως είχαμε μια κουμπάρα μου εκεί. Τη βρήκα, αλλά για ανταπόδοση στα καλά που της είχε κάνει η μάνα μου, με παίδεψε σα Χριστό. Με έβαζε κι έπλενα από το πρωί ως το βράδυ, με φόρτωνε με καρπό, να τον πηγαίνω στο χωράφι και να το σπέρνω.

Να πηγαίνω στ’ αμπέλια και να μεταφέρω καλάθια με σταφύλια για το σπίτι. Από το βάρος δεν κρατούσα τα ούρα μου, τα χείλια μου ήταν κομμένα, γιατί έτρωγα μ’ ένα κομμένο κουτάλι, είχα συνέχεια φαγούρα, γιατί η βελέντζα που σκεπαζόμουν ήταν από κριθάρι. Επί ένα μήνα δεν είχα αλλάξει ρούχα, ούτε είχα χτενιστεί. Έγραφα στη μάνα μου στην εξορία, να παρακαλέσει το διοικητή, να με ξαναπάρουν στην εξορία!

Ο άντρας της κουμπάρας μας ήταν δικαστικός και αυτό ήταν το μόνο καλό. Όταν έφεραν τη μάνα μου και τη νύφη μου, να περάσουν από στρατοδικείο, τις αθώωσε. Όταν με αντίκρισε η μάνα μου σ’ αυτά τα χάλια άρχισε να κλαίει.

Δεν είχαμε ούτε ταυτότητες, ούτε λεφτά. Εκείνη να οδύρεται, εγώ να μην πολυκαταλαβαίνω. Εκεί που γυρίζαμε νηστικές στη Λαμία, βρήκαμε ένα φίλο του αδερφού μου, ο οποίος χάρηκε που μας είδε ζωντανές, μας έδωσε μία λίρα, μας έβγαλε φύλλο πορείας και μας έστειλε στην Αθήνα.

«Σελίδες απ’ την Εθνική Αντίσταση και τον ΔΣΕ». Κάθε δεύτερη Τρίτη (εναλλάξ με τη μουσική στήλη «Τα χρόνια περνούν, τα τραγούδια όχι»), η στήλη θα παρουσιάζει πτυχές από γνωστά και λιγότερο γνωστά γεγονότα, θα φιλοξενεί αναμνήσεις αγωνιστών και θα καταγράφει μικρές και μεγάλες στιγμές, που χαράχτηκαν με αίμα στις χρυσές σελίδες της Εθνικής μας Αντίστασης και του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας.

Σελίδες απ’ την Εθνική Αντίσταση και τον ΔΣΕ: Δείτε τις όλες εδώ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

2 Trackbacks

Κάντε ένα σχόλιο: