Ο άγνωστος αφορισμός του Φιντέλ Κάστρο από την Καθολική Εκκλησία

Ήταν 3 Γενάρη του 1962 όταν ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ αποφάσιζε να αφορίσει το Φιντέλ, επικαλούμενος διάταγμα αφορισμού των κομμουνιστών του 1949.

“Αν οι άνθρωποι με πουν χριστιανό, όχι από θρησκευτική άποψη, αλλά από την άποψη του κοινωνικού οράματος, δηλώνω πως είμαι χριστιανός”, είχε πει το 2006 ο Φιντέλ Κάστρο, λίγο καιρό πριν αναθέσει τη διακυβέρνηση της χώρας στον αδερφό του Ραούλ. Ο άλλοτε μαθητής των Ιησουιτών και μετέπειτα επαναστάτης είχε σίγουρα μια τρικυμιώδη σχέση, τόσο με τη θρησκεία, όσο και με την εκκλησιαστική ιεραρχία. Οι αρκετά καλές σχέσεις της Αβάνας με τους ποντίφηκες τις τελευταίες περίπου δύο δεκαετίες έχουν οδηγήσει σχεδόν στη λήθη την εποχή που η ιεραρχία της Καθολικής Εκκλησίας μαχόταν με πάθος το Φιντέλ, φτάνοντας ως και το σημείο του αφορισμού.

Πράγματι, μια μέρα σαν τη σημερινή, στις 3 Γενάρη 1962, ο τότε προκαθήμενος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας πάπας Ιωάννης Παύλος ΚΓ’ προέβη στον αφορισμό του Κουβανού ηγέτη, κατά σύμπτωση την ίδια ακριβώς μέρα που το 1521 ο πάπας Λέων Ι’ είχε αφορίσει το Μαρτίνο Λούθηρο. Στην περίπτωση του Φιντέλ, ο ποντίφηκας επικαλέστηκε ένα διάταγμα του 1949, σύμφωνα με το οποίο απαγορευτόταν στους καθολικούς να υποστηρίζουν κομμουνιστικές κυβερνήσεις, ενώ και οι κομμουνιστές αφορίζονταν συνολικά από το σώμα της Εκκλησία, διάταγμα το οποίο προφανώς είχε δημιουργηθεί στον απόηχο της εκλογικής μάχης του 1948, όπου λίγο δόθηκε σκληρή μάχη για να μην έρθει στην εξουσία η συμμαχία υπό το ΚΚΙ.

Στην πραγματικότητα, οι λόγοι για την απόφαση ήταν πολύ πιο συγκεκριμένοι από μια αόριστη καταδίκη των κομμουνιστών 13 χρόνια πριν. Πιο συγκεκριμένα, ο αρχιεπίσκοπος Ντίνο Στάφα, που υπέγραψε το διάταγμα του αφορισμού, υποστήριξε πως οι λόγοι του αφορισμού δεν είχαν να κάνουν γενικά με τη στήριξη του κομμουνισμού από τον Κάστρο, αλλά με τη διάπραξη ή την ανοχή σε «πράξεις βίας κατά της καθολικής ιεραρχίας» στην Κούβα. Οι πράξεις αυτές αφορούσαν κυρίως την εξορία του επισκόπου Ρόζα Μασβιντάλ και άλλων 135 ιερέων μετά την Επανάσταση, όχι για θρησκευτικούς λόγους προφανώς, αλλά λόγω της στήριξής τους στο δικτάτορα Μπατίστα. Άλλα μέτρα που εκλήφθησαν ως εχθρικά ήταν οι περιορισμοί στην κυκλοφορία εκκλησιαστικών εντύπων και η εθνικοποίηση των σχολείων που βρισκόταν υπό εκκλησιαστικό και μοναστικό έλεγχο. Ο αφορισμός είχε και την έννοια της προειδοποιητικής βολής προς άλλους καθολικούς πολιτικούς ηγέτες, για το τι τους περίμενε σε περίπτωση που δυσαρεστούσαν το Βατικανό.

Αξίζει να σημειωθεί πάντως πως επρόκειτο απλώς για “αυτόματο αφορισμό”, ο οποίος εκτεινόταν και σε άλλους αξιωματούχους του καθεστώτος, και όχι για ad personam, δηλαδή προσωπικό αφορισμό, ως εκ τούτου δεν είχε κανονική ισχύ, ούτε κάποιος από τους διαδόχους του επιχείρησε ποτέ κάτι τέτοιο. Ως γνωστόν, οι φόβοι για κάποιου είδους “πογκρόμ” των χριστιανών από τις κουβανικές αρχές καθόλου δεν επιβεβαιώθηκαν μέσα στα χρόνια, η ψυχρότητα όμως στις επίσημες σχέσεις Κούβας και Βατικανού συνεχίστηκε ως και τη δεκαετία του ’90, όταν η διάλυση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου ανάγκασε τη χώρα να αναζητήσει διπλωματικούς συμμάχους έξω από τα συνηθισμένα πλαίσια. Σταθμός ήταν φυσικά η επίσκεψη του πάπα Ιωάννη Παύλου Β’ στην Αβάνα το 1998, ενώ θερμότερες ακόμα έγιναν οι σχέσεις μετά την εκλογή του Αργεντίνου πάπα Φραγκίσκου, ο οποίος επισκέφθηκε το νησί το 2015, μεσολαβώντας μάλιστα και στην πρόσκαιρη επαναπροσέγγιση Κούβας – ΗΠΑ επί προεδρίας Ομπάμα.

Δύσκολες Νύχτες

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: