Στην επιφάνεια και υπογείως

Φαίνεται πως ενώ κατηγορείται το ΚΚΕ για κάθε αποτυχία του εργατικού κινήματος, σε κάθε όμως καπιταλιστική επίθεση απομένει η μόνη δύναμη οργανωμένης αντίδρασης και πάλης.

Οκτώ χρόνια τώρα τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, που αν δεν θεωρούνται οξυμένα πια είναι γιατί αποτελούν την κανονικότητα της καθημερινότητάς μας, έχουν ρημάξει τις ζωές ανθρώπων του μεροκάματου, που η φωνή τους ακούγεται όλο και πιο αχνά. Τους καλύπτουν οι φωνές των αστών και μικροαστών που επιβίωσαν μέχρι τώρα, είτε με ακέραιο τον… υλικό εξοπλισμό τους είτε με βαρύτατες απώλειες, που επιμένουν να στοιχίζουν τις ελπίδες τους στα κελεύσματα της κυρίαρχης πολιτικής και ν’ αντιδρούν μόνο στους τρόπους εφαρμογής της που έχει να κάνει με πρόσωπα και ικανότητες.

Κι αν για τις διαφορετικές κοινωνικές τάξεις η διέξοδος από την καπιταλιστική κρίση είναι διαφορετική, όμως σε μεγάλο βαθμό οι διακυμάνσεις των πολιτικών επιλογών τους φαίνεται να μοιάζουν. Όλα αυτά τα χρόνια, μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού στρέφεται σε πολιτικές επιλογές νεοεμφανιζόμενων η νεκραναστημένων κομμάτων που τίθενται σε δοκιμασία και στη συνέχεια απορρίπτονται προς αναζήτηση ενός άλλου, το οποίο μαγικά θα επαναφέρει την προτέραν ευμάρεια ή τέλος πάντων αυτό που πια φανταζόμαστε τώρα πως ήταν ευμάρεια.

Κι όλοι αυτοί οι πολιτικοί σχηματισμοί, σαν τον αφρό στα κύματα της θάλασσας, μάλλον θέλουν να καλύπτουν παρά ν’ αντανακλούν τα βαθιά και ισχυρά ρεύματα κάτω από την επιφάνεια της γενικευμένης κοινωνικής δυσαρέσκειας. Και δεν είναι σύμπτωση που αυτές οι νέες πολιτικές συνθέσεις δεν έχουν μια σταθερή βάση στην εργατική τάξη και τα συνδικάτα της. Ως αποτέλεσμα, μοιάζουν σαν απόπειρες να εκτονώσουν την οργή, αλλά και να καθησυχάσουν για τη διατήρηση του status quo, γι’ αυτό και είναι ασταθείς και καταρρέουν γρήγορα, όσο και προκύπτουν, για να ξαναεμφανιστούν κάθε φορά, σε κάθε εκλογές με νέα μορφή. Κι ανάμεσα σ’ αυτά που τσαλαβουτούν στον αφρό της πολιτικής, από βαθιά και υπόγεια, φασίζοντα και φασιστικά μορφώμτα βρίσκουν ευκαιρία ανάδυσής τους, εφεδρεία για την πιο ανοιχτή τρομοκρατική μορφή του καπιταλισμού.

Έτσι και η Χρυσή Αυγή, με χείρα βοηθείας από ΜΜΕ και το ίδιο το αστικό πολιτικό σύστημα, βρέθηκε στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής. Και βέβαια ο εκφασισμός δεν αρχίζει με την κοινοβουλευτική παρουσία της Χρυσής Αυγής, αλλά η είσοδός της στη Βουλή αποτελεί προαπαιτούμενο απενοχοποίησής του φασισμού και στοιχείο επαναπροώθησής του. Με αποτέλεσμα, αστοί και μικροαστοί να εκφωνούν τώρα άφοβα τα φασιστικά τους ιδεολογήματα, ύστερα από τόσα χρόνια ηθικής και ιδεολογικής απονομιμοποίησης που τους είχε επιβάλει η Μεταπολίτευση. Και με πολιτική σκόπιμα ασαφή, μπορεί να απευθύνεται ο φασισμός σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους, ώστε να ενταχτούν σ’ αυτήν άνθρωποι που συμφωνούν τουλάχιστον με μια από τις πολιτικές του.

Η κατάληψη λοιπόν σχολείων, η αποχή από τα μαθήματα που πραγματοποιούνται ως διαμαρτυρία για τη Συμφωνία των Πρεσπών είναι ενδεικτικά για τα μέσα που ο φασισμός χρησιμοποιεί για να κερδίσει υποστήριξη από ευρύτατα κοινωνικά στρώματα και τη νεολαία. Δεν κάνει μόνο χρήση αντικαπιταλιστικής δημαγωγίας, αλλά και εθνικιστικής ρητορικής, πατώντας στη φτώχεια και τον πατριωτισμό.

Ο φασισμός γίνεται απειλητικός όταν διεισδύει στην νεολαία, ιδιαίτερα των λαϊκών στρωμάτων. Γιατί αυτή η νεολαία έχει αισθανθεί όλο το βάρος της οικονομικής κρίσης και της ανεργίας, την αποσύνθεση της αστικής δημοκρατίας και την απαξίωση των αριστερών λύσεων που υποσχόταν ο ΣΥΡΙΖΑ. Όταν λοιπόν μεγάλα τμήματά της δε βλέπουν καμία προοπτική για το μέλλον, αποδεικνύεται ότι είναι ιδιαίτερα δεκτικά σε φασιστική δημαγωγία, που υιοθετώντας ένα μεγάλο εύρος θεμάτων, ακούγεται αντικαθεστωτική, ακόμη και επαναστατική. Κι εξάλλου μπορεί να γίνει και δελεαστική, ιδιαίτερα στη νεολαία, και μόνο από το γεγονός πως ενώ δεν χαρακτηρίζεται από ορισμένες αμετάβλητες πολιτικές θέσεις απευθύνεται και κυρίως πυροδοτεί πάθη, με τη λατρεία της ενότητας, καθαρότητας ακόμα και βίας.

Επομένως, αυτό που γίνεται αναγκαίο είναι η ανάπτυξη ενός μαζικού αγώνα ενάντια στο φασισμό που θ’ αντικαταστήσει τις άγονες συζητήσεις σχετικά με τη φύση του φασισμού, έτσι γενικά, που οδηγούν σε διαζύγιο από την πραγματικότητα. Γιατί η λεκτική αποδοκιμασία του φασισμού καταλήγει μάλλον να λειτουργεί ως άλλοθι σε ενέργειες που τον ενσωματώνουν στην πολιτική ζωή.

Ο φασισμός δεν αντιμετωπίζεται παρά από τη σκοπιά της ταξικής δομής της καπιταλιστικής κοινωνίας και από τις ταξικές δυνάμεις στο χώρο εργασίας. Ο φασισμός αποκτά δύναμη κυρίως επειδή η εργατική τάξη, εξαιτίας της απογοήτευσής της από σοσιαλδημοκράτες και σοσιαλίζοντες για τη διάψευση της προοπτικής για μεταρρυθμίσεις μέσα στα όρια του καπιταλισμού, διασπάται, πολιτικά και οργανωτικά αφοπλίζεται και μένει αδύναμη στην επίθεση της αστικής τάξης.

Γι’ αυτό χρειάζεται ένα ισχυρό κομμουνιστικό κόμμα, η φωνή αυτών που πνίγεται από την ανέχεια και τον αγώνα επιβίωσης, που με στόχο το σοσιαλισμό, να οδηγήσει τον αγώνα των εργαζομένων ενάντια στο φασισμό, να οργανώνει την εργατική τάξη, να ενισχύει τους καθημερινούς αγώνες και να τους συνδέει στην πάλη ενάντια στον καπιταλισμό. Γιατί αν το Κομμουνιστικό Κόμμα ξεχωρίζει από τα άλλα δεν είναι μόνο για το πρόγραμμά του, αλλά είναι που μέσα στις τάξεις του θέτει τα ιδανικά του στην πράξη, οργανωτικά και πνευματικά, εκπαιδεύοντας τα μέλη του να γίνουν αληθινοί κομμουνιστές. Κι αυτή η φοβερή προσπάθεια να ασκήσει σοβαρά την εφαρμογή των ιδεωδών του και να αποσχιστεί από το ιδεολογικό πλέγμα του καπιταλισμού το διαχωρίζει από άλλα κόμματα, μέσα σ’ ένα περιβάλλον μάλιστα με συκοφαντημένη κι απαξιωμένη την κομμουνιστική προοπτική εκ δεξιών και εξ ευωνύμων.

Κι αν περίσσεψαν οι κριτικές, οι συγκαταβατικές επιδοκιμασίες, ειρωνείες κ.λ.π για τις εκδηλώσεις των 100 χρόνων του ΚΚΕ, δε σημαίνει πως περίσσεψε αντίστοιχα και η αγωνία για την έκβαση των εργατικών αγώνων ή τη σοσιαλιστική προοπτική.

Κι αν εκδηλώνεται υπέρμετρη αισιοδοξία για αυθόρμητες εξεγέρσεις ενάντια στις επιθέσεις του καπιταλισμού είναι για να αντιδιασταλεί με τον «μικροαστισμό» και τη «νομιμοφροσύνη» του Κομμουνιστικού Κόμματος που δεν κηρύσσει την επανάσταση.

Και στην τελική, φαίνεται πως ενώ κατηγορείται το ΚΚΕ για κάθε αποτυχία του εργατικού κινήματος, σε κάθε όμως καπιταλιστική επίθεση απομένει η μόνη δύναμη οργανωμένης αντίδρασης και πάλης.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 σχόλιο

  • Perastikos Ο/Η Perastikos λέει:

    Σαν πολύ δεν έχουμε ασχοληθεί με το εν λόγω σούργελο; Όχι τίποτα άλλο, θα κόψει τελείως καπίστρι ο άνθρωπος ασχολούμενος με διαγγέλματα στα αγγλικά ( απευθυνόμενος στην παγκόσμια εργατική τάξη) κι είναι κρίμα.
    Τι θ’ απογίνει χωρίς την προσοχή μας είναι ένα άλλο ερώτημα, το οποίο αρμόδιο ν’ απαντήσει είναι το κράτος με τις αντίστοιχες δομές πρόνοιας.

Κάντε ένα σχόλιο: