Ο επικίνδυνος εθνικόπληκτος οχετός του Σεφερλή

Πέρα όμως από το γέλιο, όταν αυτό διαλύεται από το πρόσωπο, κάτι μένει. Σε ορισμένες σκηνές του Σεφερλή, το ποιοτικό απόσταγμα του γέλιου, αυτό που μας μένει δηλαδή, είναι επικίνδυνο. Μια επικίνδυνη εκτόνωση, μια επικίνδυνη καλλιέργεια και αναπαραγωγή στερεοτύπων, ψευδών και εθνικοπατερικών «λεονταρισμών».

Ο Μάρκος Σεφερλής, μας έχει συνηθίσει με τις παραστάσεις του όλα αυτά τα χρόνια, στην «ακραία» στηλίτευση, στον ανελέητο σχολιασμό «αντιλήψεων»  ή «στάσεων» και στην πετυχημένη διακωμώδηση της πραγματικότητας,  δημοσίων προσώπων και πολιτικών, περσόνες της τέχνης ή της διασκέδασης, ομολογουμένως με μεγάλο, εύστοχο και αμίμητο ταλέντο.

Έτσι και στην παράστασή του «Αγάπη Μόνο», που προβλήθηκε και ανήμερα πρωτοχρονιάς από το  Star, δεν έλειψε τίποτα από τα παραπάνω και σίγουρα το άφθονο γέλιο. Όμως, το γέλιο από μόνο του δεν αρκεί πάντα για να δώσει λευκή επιταγή, στο τι λέμε δημόσια, ούτε έχει την ικανότητα να μας θέτει στο απυρόβλητο. Άλλωστε ούτε ο ίδιος ο Αριστοφάνης δεν υπήρξε σε κάποιο είδους «απυρόβλητο» της εποχής του. Γιατί πολύ απλά ο δημόσιος λόγος αλληλεπιδρά, έχει αντίκτυπο στον δέκτη.

Εξηγούμαι.  Παρακολούθησα και εγώ  την κωμική επιθεώρησή του «Αγάπη Μόνο», από το Star, ανήμερα πρωτοχρονιάς. Πέρα ενός χιούμορ που εκτιμώ βαθύτατα δεν αποκόμισα κάτι άλλο πέρα από γέλιο. Ούτε περίμενα κιόλας να αποκομίσω κάτι βαθύτερο. Άλλωστε δεν κάνουμε λόγο για διαλεκτική αλλά για σάτιρα, ένα λαϊκό show εκτόνωσης και τέρψης, ίσως κάποιες φορές – και όχι στην προκειμένη – και αναστοχασμού ή αυτοκριτικής. Και λέω όχι στην προκειμένη περίπτωση στους δύο τελευταίους στόχους, καθώς αυτή η γενίκευση καταστάσεων, πόσο μάλλον πολιτικών καταστάσεων, μια γενίκευση δίχως παραπάνω περίσκεψη ή ανάλυση σοβαρή, με βαρύγδουπους βερμπαλισμούς δεν μπορεί να προσφέρεται για τον οποιοδήποτε αναστοχασμό, ή εσώτερη περίσκεψη.

Μάλλον το αντίθετο. Μένει στην εκτόνωση – που τόσο έχει ανάγκη ο σύγχρονος άνθρωπος – δίχως να αγγίζει ούτε καν την επιφάνεια των προβλημάτων του. Πέρα όμως από το γέλιο, όταν αυτό διαλύεται από το πρόσωπο, κάτι μένει. Σε ορισμένες σκηνές του Σεφερλή, το ποιοτικό απόσταγμα του γέλιου, αυτό που μας μένει δηλαδή, είναι επικίνδυνο. Μια επικίνδυνη εκτόνωση, μια επικίνδυνη καλλιέργεια και αναπαραγωγή στερεοτύπων, ψευδών και εθνικοπατερικών «λεονταρισμών».

Στο τελευταίο λοιπόν κατά σειρά νούμερο της επιθεώρησης «Αγάπη Μόνο», με τίτλο «Αγάπη Για την Ελλάδα», ο Σεφερλής εμφανίζεται μεταμφιεσμένος σε θεό Δία. Οι συμπαραγωγοί και ηθοποιοί της ομάδας του είχαν μεταμφιεστεί και ο καθένας σε έναν αρχαίο Ολύμπιο θεό, την Άρτεμη, τον Ήφαιστο, την Αθηνά κτλ.  Στην αρχή η πράξη ξεκινάει με στηλίτευση κατευθείαν της κυβέρνησης, της πολιτικής κατάστασης γενικά, με ένα όμορφο και χιουμοριστικό, εν τέλει ανθρώπινο τρόπο με πολλές  δόσεις αλήθειας.

Συγχαρητήρια στον κ. Μάρκο Σεφερλή για αυτό το σκετς

Συγχαρητήρια στον κ. Μάρκο Σεφερλή για αυτό το σκετς

Posted by EΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΡΑΧΜΕΣ on Dienstag, 2. Januar 2018

Δεν συνεχίζει όμως έτσι, το αντίθετο μάλιστα.  Το γνωστό κλισέ «Οι κακοί Γερμανοί και απολίτιστοι Ευρωπαίοι» κυριαρχεί. Όπως επίσης και άλλα παρόμοια δημώδη σοφίσματα, όπως  οι σπηλιές στις οποίες κατοικούσαν  αυτοί οι «Ασιάτες Ούννοι» όταν εμείς χτίζαμε..Παρθενώνες και Ακρόπολη. Όταν τα παραπάνω δεν είναι ανιστόρητα είναι προσβλητικά και αντιστρόφως. Βέβαια, για την ειρωνεία, κάποιος καλοθελητής θα μπορούσε να.. «διακωμωδήσει» αυτό το τεράστιο πολιτιστικό επίτευγμα της Κλασσικής Ελλάδας – με τον αναγκαίο παραλληλισμό στο σήμερα – καθώς, ως γνωστόν, ο Περικλής τον 5ο αιώνα π.Χ. έχτισε την ακρόπολη με καταχρασμένο δημόσιο χρήμα της Δηλιακής συμμαχίας..

Τρανταχτό παράδειγμα του επικινδύνου λαϊκισμού του είναι το σημείο που αναφέρεται στη θρησκεία και τη γλώσσα, ασκώντας κριτική στις ανακοινώσεις και στους νόμους της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Στον πρώην υπουργό παιδείας Νίκο Φίλη και την  θέση του απέναντι στην εκκλησία, αλλά και για την συζήτηση που είχε εγείρει με την σκέψη για  απομάκρυνση του μαθήματος των αρχαίων ελληνικών και των θρησκευτικών από τα διδακτικά προγράμματα.

Τη θρησκεία και τη γλώσσα, σαν άλλος αυτόκλητος κήρυκας πλέον και όχι κωμικός, την αναγνωρίζει ως συνεκτικούς κρίκους της χώρας και του λαού, που ως  άθεοι οι «αριστεροί» θέλουν να «καταργήσουν». Σε δουλειά να βρισκόμαστε. Ποτέ ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα του ρεφορμιστικού αριστερού χώρου δεν διέθετε ξεκάθαρη θέση διαχωρισμού εκκλησίας-κράτους. Ο χαρακτήρας του ήταν ανέκαθεν «αμοιβαία επωφελής» και όχι συγκρουσιακός. Οι μόνες σχετικές αναφορές προεκλογικά – ή ακόμα και επίσημα – είχαν στόχο προοδευτικά εκλογικά ακροατήρια, ποτέ όμως δεν αποτέλεσαν κεντρικό σχεδιασμό σίγουρα της κυβέρνησης. Περισσότερα ηχούσαν σαν «δυτικές»  μεταρρυθμίσεις και για αυτό προοδευτικές, σαν αντιστάθμισμα των «μέτρων» που εν τέλει υπέγραφαν, για να φανεί πως πλησιάζουμε και εμείς σε κάποιο «κράτος δικαίου» σαν τις Γερμανίες ή τις Γαλλίες. Όλος αυτός ο πανικός που επικράτησε δεν ήταν τίποτα απο καλά παιγμένα χαρτιά της αντιπολίτευσης και των ΜΜΕ που, για ξεχωριστούς λόγους ο καθείς τους , «κομουνιστικοποιούσαν» τον ΣΥΡΙΖΑ στα μάτια της κοινωνίας. Και αυτό φάνηκε. Τίποτα δεν καταργήθηκε από το παλαιό οικοδόμημα, εν πολλοίς συντηρητικό για τις σταθερές ενός ευρωπαϊκού κράτους. Τα αρχαία Ελληνικά είναι εδώ. Το ίδιο και η εκκλησία παρούσα στα θρανία – απούσα από τους φορολογικούς καταλόγους.

Αυτά όμως δεν μπορούμε να τα αναπαράγουμε για «πλάκες» – δεν είναι. Μήπως μας παίρνει να δυναμιτίζουμε την εύθραυστη  κοινή γνώμη με αερολογικούς συντηρητισμούς; Δεν κείτονται μακράν τα φρενήρη  Μακεδονικά συλλαλητήρια του 90΄και τα διπλωματικά που προκάλεσε. Ο Πατήρ Κλεομένης αν και αποκηρυγμένος από την εκκλησία και οριακό φαινόμενο, δεν είναι μόνος. Πρόσφατα μάλιστα, ενορίτες του Ιερού Ναού Παναγίας πραγματοποίησαν πορεία διαμαρτυρίας με μεγάφωνα, σημαίες, λάβαρα, και προσευχές προς το «σατανικό» άγαλμα Phylax  στο Φάληρο.  Στο τέλος ο εφημέριος Πατάπιος το ράντισε με αγιασμό.

Παράλληλα το «Σκλάβοι των Τούρκων είμασταν χρόνια πικρά και μαύρα και άρχισε η επανάσταση απο την Αγία Λάυρα. Εκεί ο Παλαιών Πατρών με το σταυρό στο λάβαρο ένωσε όλους τους Έλληνες και διώξανε τον βάρβαρο. Και αυτόν ακόμα τον σταυρό βγάζουνε απο το κοντάρι, οι αθεόφοβοι, ο διάολος να τους πάρει!»Ακούγεται συγκηντικό αλλά είναι ανιστόρητο και η αλήθεια είναι πεζή, στεγνή και, ως οφείλει, πολιτική. Ιστορικά η επίσημη εκκλησία  και τα ανώτερα κλιμάκιά της στην Ιεραρχία έπαιξαν έναν κατευναστικό και πυροσβεστικό ρόλο πριν την επανάσταση. Η Εκκλησία ως σώμα, πολέμησε τις «αιρετικες» απόψεις προερχόμενες από τη Δύση, για ελευθερία-ισότητα και απελευθέρωση, που εκφράζονταν απο διανοητές της Ελληνικής επανάστασης καθώς ένιωθε πως απειλείται η καθεδρία της. Έφτασε σε σημείο να αφορίσει τον Ρήγα Φεραίο. Όπως  σημειώνει και ο Σκαρίμπας στο έργο του «Το 1821 και η Αλήθεια»: «Το Πατριαρχείο το αφόρισε (εννοούσε την επανάσταση του 21). Οι Πρόκριτοι και οι Ιεράρχες το χλεύασαν. Ο Καποδίστριας του γύρισε τις πλάτες. Ο Κοραής μας το μυκτήρισε»

Στις 25 Μαρτίου κανένα λάβαρο δεν υψώθηκε στην περιοχή της Αγίας Λαύρας απο τον Παλαιών Πατρών, ο οποίος αποκαλούσε «τρελό» τον Παπαφλέσα. Απο την άλλη, αν αναφερόμαστε γενικά στο θρησκευτικό αίσθημα της εποχής ως συνεκτικότητα  των υπόδουλων Ελλήνων τότε αυτό θα πρέπει να γίνει κατανοητό στα αυστηρά ιστορικά του πλαίσια. Στο σήμερα είναι ένα γραφικός και εξόφθαλμος αναχρονισμός. Δεν υπάρχει το ανάλογο υπόβαθρο στην κοινωνία του 21ου αιώνα, ούτε και το θρησκευτικό συναίσθημα θα μπορούσε πλέον να αποτελέσει απάντηση σε κάτι – άλλωστε αν το ξεχνάμε δεν είμαστε υπό κατοχή.  Κανένας πάλι σταυρός δεν έχει αφαιρεθεί σήμερα απο κανένα επίσημο εθνικό λάβαρο. Φαντάσματα και fake news.

Παρεμφερής είναι και η «στάση» του απέναντι στους κακούς Γερμανούς, τους   ξενέρωτους που είχαν «Ναζί Μπαμπάδες», που είναι  «εγγόνια του Χίτλερ».  Σε αντιπαραβολή με τους Έλληνες με τους λαμπρούς προγόνους «που ποτέ δεν αιματοκύλησαν  άλλους λαούς στον κόσμο».  Για ακόμα μια φορά ανιστόρητοι βερμπαλισμοί. Πώς θα το λέγαμε αυτό  στους  τόσους ξεριζωμένους πρόσφυγες της ομογένειας  από την Μικρά Ασία;  Που η πολιτική της κυβέρνησης Βενιζέλου, αυτό το μικρομέγαλο εθνικιστικό- αλυτρωτικό όραμα της «Μεγάλης Ελλάδας»  που έσερνε από την μύτη την μικρή Ελλάδα του 19ου αιώνα ως και την τρίτη δεκαετία του 20ου ευθύνεται  για χιλιάδες σφαγές Ελλήνων και Τούρκων,  για αναγκαστικές ανταλλαγές πληθυσμών με αποτέλεσμα την εξαφάνιση του ελληνισμού της Ανατολής  έπειτα από δύο χιλιάδες χρόνια και 1,5 εκατομμύριο  εξαθλιωμένους  πρόσφυγες να φτάνουν στην Ελλάδα; Βιώνοντας και τον ρατσισμό των ντόπιων! Και τέλος πάντων δεν υπαγορεύεται το διεθνές δίκαιο απο την Παλαιά Διαθήκη για να τιμωρούνται τα τέκνα για τις αμαρτίες των πατεράδων τους…

Γιατί εγώ όταν σκέφτομαι Έλληνας, μου έρχεται στο μυαλό ο λαντζιέρης μετανάστης που εργάζεται σε κάποιο αμερικάνικο εστιατόριο στην Αστόρια για ψίχουλα, προσπαθώντας  να ζήσει με αξιοπρέπεια την δεκαετία του 50΄ κυνηγημένος από τους «λευκούς» της ΚΚΚ. Η έγκυος γυναίκα του  φοβάται να πάει στον γυναικολόγο μην της σκοτώσει το παιδί αν μάθει πως είναι Ελληνίδα. Μου έρχεται στο μυαλό ο παππούς μου ο Θανάσης που στην ηλικία των είκοσσι ήταν μετανάστης εργάτης στη Γερμανία, σε εργοστάσιο του Γκλάντμπαχ, χτίζοντας μια καινούρια ζωή εκεί  μες στον ρατσισμό και τη φτώχεια αλλά και την καλοσύνη των Γερμανών.  Αργότερα, αντί να προτιμήσει την με κόπο χτισμένη βολή του μακριά απο τα βάσανα της πατρίδας του, ρίχνεται στον δημοκρατικό αντιδικτακτορικό αγώνα με τους υπόλοιπους Έλληνες μετανάστες στη Γερμανία. Όταν έπειτα φθάνει μόνιμα στην Ελλάδα είναι «Λαζογερμανός».  Και τέλος,  τα δάκρυα τις γιαγιάς μου στο μπαλκόνι του σπιτιού, όταν μου μιλούσε για τον θάνατο του πατέρα της  γυρνώντας από την Μακρόνησο που τον είχαν στείλει οι «εθνικόφρονες».  Και εγώ, για αυτήν την Ελλάδα είμαι περήφανος. Για μια Ελλάδα  που «ορκίζεται στο ψωμί και την γροθιά της». Χωρίς να μου φταίει κανένας «Γερμανός» που είναι ναζί από την φύση του ή βρώμικος Τούρκος.

Οι λαοί όμως είχαν ανέκαθεν ανάγκη από αρένες με λιοντάρια (δημοφιλέστατο θέαμα στην εποχή του μέσα στις μάζες) για να εκτονώνονται ή δημώδεις κήρυκες που με το πρόσωπό τους και με την φωνή τους μπορούσαν να ταυτιστούν και να εκφραστούν. Έναν τέτοιον  «κήρυκα» στην προκείμενη περίπτωση ενσαρκώνει και ο Σεφερλής – και όχι μόνο αυτός – με όσα, εύστοχα και περίτεχνα, περνάει στο κοινό.

Διαφέρει από την απλή σάτιρα που επιτελεί συχνά, που δεν είναι και απλή δηλαδή αλλά ταλαντούχα και περίτεχνη. Περνάει μια κόκκινη γραμμή. Δεν σατιρίζει ήδη υπάρχουσες στάσεις με χιούμορ και σπιρτάδα, αντιλήψεις, συμπεριφορές ή ανθρώπους και σαν καθρέπτης να φανερώνει τα άσχημα και τα ωραία μιας  κοινωνίας που καταρρέει αξιακά και ηθικά, που υποτιμάει την γυναίκα και εκχυδαΐζει τον έρωτα. Δεν τα βάζει – και με το δίκιο του όταν το κάνει – με την αγιοποίηση του politically correct. 

Παρά γίνεται εκφραστής μιας  λιγδιασμένης, λαϊκίστικης και αδιέξοδης φωνής που έχει πλέον κουράσει και στοιχίσει. Που το μόνο που μπορεί να προστάξει τον κόσμο είναι να γελάει από τους καναπέδες του, ασφαλής μέσα στην ανασφάλεια την πτώση του και να ρίχνει την ευθύνη στους  «ξένους», τους «τοκογλύφους», «τους απολίτιστους» και τους τουρίστες ή τους Αλβανούς – όπως κάνει στο 50 αποχρώσεις του Greece. Ελάχιστα διαφέρει στο τέλος από τους τηλεοπτικούς κράχτες ή  τον γραφικό ραβίνο Μορντεχάι Φριζή που πρόσφατα θέλησε να φυτέψει μια σφαίρα στα «αναρχοκουμούνια του Ρουβίκωνα» ή τον παλαιό τότε Καρατζαφέρη και άλλους  παρόμοιους. Ποιος γελάει τέλος πάντων με όλα αυτά από ευχαρίστηση και όχι από γραφικότητα; Εμένα με αηδιάζει.

Για αυτό, προλαβαίνοντας τους «καλοθελητές», το παρόν δεν πρόκειται για λογοκρισία  που ακυρώνει την ελευθερία του λόγου και βάλει  κατά της σάτιρας. Δεν έχω ανάγκη από κάτι τέτοιο. Πρόκειται για μια οφειλόμενη απάντηση  και όχι μόνο στον Σεφερλή. Αλλά σε μια ολική  νεοελληνική  κραταιά ακόμα αντίληψη, μίγμα ημιμάθειας, αγανάκτησης,  και λαϊκισμού, αλλά και απόρροια μιας χαμένης αξιοπρέπειας, «άρχοντα» χωρίς παιδεία, η οποία για όσο επιζεί θα αποτελεί σκέτο καρκίνωμα για όλη την κοινωνία.

Όσον τώρα αφορά τη σάτιρα, εγώ προτιμώ αυτό που είχε πέι ένας άλλος stand up comedian ο Σίλας Σεραφείμ σε μια συνέντευξη του «Ο σατιρικός πρέπει να είναι πάντα «απέναντι» από το Μαξίµου» αλλά «Το όριο της Σάτιρας είναι η ευστοχία της«.

Εκτός βέβαια αν έχουμε και εμείς βρει την υγειά μας στους κήρυκες. Άλλωστε ό,τι και να λένε, δεν φωνάζουμε εμείς, δεν κουραζόμαστε εμείς, δεν ξελαρυγγιαζόμαστε εμείς. Χειροκροτούμε ή γελάμε, ουρλιάζουμε και σφυρίζουμε, επευφημώντας από κάτω. Όπως και οι σκλάβοι της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που για μια στιγμή και αυτοί στην αρένα, είχαν το δικαίωμα να μεταμορφώνονται σε «δήμιους» ή «θεούς»  από τις εξέδρες…

Ας επιλέξουμε όμως τι προτιμάμε: «Βουλή» με όλη την ηθική και πνευματική σημασία και ευθύνη της, ή μια «κοινωνική αρένα»;

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 σχόλιο

Κάντε ένα σχόλιο: