Το Φεστιβάλ που δεν θέλω να θυμάμαι

Ο χωρισμός γίνεται συχνά ευκαιρία να βγάλουν δυο άνθρωποι τον χειρότερό τους εαυτό. Οι κομμουνιστές έχουν παράδοση στις διασπάσεις (και δεν μιλάμε για δυο μόνο ανθρώπους…).

Αυτά που μου έδωσε η ΚΝΕ και το Φεστιβάλ της είναι πολλά και ουσιαστικά και πήραν τη θέση τους με τον καιρό στις πιο πολύτιμες αποσκευές μου. Μαζί και μια σειρά εικόνες, που έχουν κι αυτές τη δική τους αξία, περισσότερο συναισθηματική πια. Θα προσπαθήσω να περιγράψω μερικές, που είχα την τύχη να ζήσω στα Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή και δεν πρόκειται ποτέ να τις ξεχάσω.

Το κόκκινο μαντήλι δεμένο στο λαιμό, πάνω από το άσπρο φρεσκοσιδερωμένο κοντομάνικο πουκαμισάκι, που συνόδευε το μοναδικό καλοκαιρινό, χρώματος θαλασσί, μακρύ παντελόνι της παιδικής «γκαρνταρόμπας» μου. Πιονέρος μπορεί να μην έγινα ποτέ, όμως περηφανεύομαι να λέω ότι υπήρξα Νέος Πρωτοπόρος.

Η πρώτη – κοκκινόμαυρη – αφίσα του Τσε. Την αγόρασα από ένα τραπεζάκι, έξω από το Φεστιβάλ – δε θυμάμαι ακριβώς σε ποιο. Δέσποζε στο δωμάτιο μέχρι που πήγα φαντάρος. Η αφίσα ήταν η αρχή της «γνωριμίας» μου με τον μεγάλο Αργεντίνο της Κούβας.

Τα δεκάδες πολύχρωμα περίπτερα της Διεθνούπολης, μια Βαβέλ από γλώσσες, λάβαρα, επιγραφές, μπλουζάκια, έντυπα, κονκάρδες και άλλα αναμνηστικά, ζυμώσεις, συζητήσεις. Πάντα με συγκινούσε  το περίπτερο της FDJ, της Ελεύθερης Γερμανικής Νεολαίας από την ΓΛΔ, περισσότερο κι απ’ αυτό της Σοβιετικής Κομσομόλ. Κάτι τα βαθυμπλέ πουκάμισα με τον χρυσό ήλιο στα μανίκια, κάτι οι δυο Γερμανίες, που τότε μου φαινόταν παράξενο να είναι δυο. Σε κάποιο Φεστιβάλ ήταν που σημειώθηκε μέσα στον εφηβικό μου κόσμο ότι υπάρχουν και «διαφορετικοί» Γερμανοί, που αντιπροσωπεύουν τα εντελώς αντίθετα από εκείνα που με φριχτό τρόπο έζησε κάποτε ο λαός μας και η ανθρωπότητα. Και χάρηκα περισσότερο όταν συνειδητοποίησα, τότε, ότι τέτοιοι Γερμανοί υπήρχαν κι απ’ τις δυο μεριές του τείχους του Βερολίνου. Αν και δεν θυμάμαι πια την ονομασία του, δεν ξεχνώ το μουσικό συγκρότημα της FDJ που ξάφνιασε ευχάριστα και ξεσήκωσε τους ροκάδες και μη Κνίτες και φίλους, με τα άγνωστα σ’ εμάς ανατολικογερμανικά επαναστατικά ροκ κομμάτια.

Τον Μάνο Κατράκη και τον Γιάννη Ρίτσο να διαβάζουν στα μικρόφωνα. Α-να-τρι-χια-στι-κές στιγμές. Να βλέπεις ξαφνικά το πολύβουο απλωμένο ανθρώπινο μελίσσι να βουβαίνεται και να κρατάει την αναπνοή του, για να αισθανθεί όλο το μεγαλείο της τέχνης που δημιουργήθηκε για το λαό από δημιουργούς, καλλιτέχνες, αγωνιστές «παιδιά» του. Και πόσες νότες αγώνα και δοκιμασίας και ελπίδας κι ενθουσιασμού και συγκίνησης κύματα  ξεπηδούσαν απ’ τις φωνές του Ρίτσου και του Κατράκη. Τότε δεν το συνειδητοποιούσα στην ολότητά του, όμως το ίδιο ρεύμα συνεχίζει να με διαπερνά κάθε που ακούω αυτούς τους δυο ογκόλιθους να μιλούν ή να απαγγέλλουν.

Μια ανθρώπινη θάλασσα ν’ ανοίγει όπως τα νερά μπροστά στο Μωυσή για να περάσουν οι μπροστάρηδες της δικής μας βασανισμένης γης της επαγγελίας. Η μικρή «πορεία» εντός του φεστιβάλ, μέχρι να φτάσουν μπροστά στην κεντρική εξέδρα, του Χαρίλαου, του Μίκη, του Ρίτσου, του Κατράκη (τον συνόδευε η αριστοκρατική Λίντα Άλμα), και κάποιων γκριζομάλληδων των λαϊκών αγώνων, που δεν γνώριζα τα ονόματά τους, όμως έμοιαζαν όλοι τους τόσο στο βλέμμα και την κορμοστασιά με τον παππού μου… Και κύματα χειροκροτημάτων και συνθημάτων γύρω τους να δονούν το Περιστέρι και τις καρδιές.

Την πρώτη συνάντηση με τον Γιώργο Φαρσακίδη, τον ζωντανό αυτό μύθο των λαϊκών αγώνων και της τέχνης, στο δικό του περίπτερο, όπου έκθετε έργα του και τα λίγα τότε βιβλία του. Δεν θα ξεχάσω όσο ζω, με πόση συντροφική αγάπη με πλησίασε  -έναν άγνωστο μαθητή γυμνασίου που περιεργαζόταν μια πυρογραφία (δεν ήξερα τι ήταν, ο ίδιος μου το είπε)- και άρχισε να μου μιλά και να μου εξηγεί την τεχνική, σα να γνωριζόμασταν χρόνια, να με ρωτάει ποια μαθήματα με συναρπάζουν, ποιες τέχνες μου αρέσουν, αν διαβάζω εξωσχολικά βιβλία, τη γνώμη μου για το Φεστιβάλ κλπ. Στεκόμασταν ο ένας απέναντι στον άλλον, και μιλούσαμε λες σαν ισότιμοι συνομιλητές, κι ένοιωθα κι εγώ ο μικρός σα να ψήλωνα κι ακουμπούσε λίγο και στις δικές μου πλάτες η μεγάλη γέφυρα που χτίζεται πάνω απ’ την αδικία και τον ανθρώπινο πόνο, για να σηκώσει ψηλά τον άνθρωπο.

Την αναγγελία από τα μεγάφωνα της κεντρικής εξέδρας (νομίζω αυτό γινόταν λίγο πριν την ομιλία του Χαρίλαου) των παραβρισκόμενων στο Φεστιβάλ «κόκκινων» δημάρχων. Ένας μακρύς κατάλογος που διακοπτόταν από χειροκροτήματα και συνθήματα. Δεκάδες «κόκκινοι» δήμοι και  κομμουνιστές δήμαρχοι, με την ηρωομάνα Καισαριανή και τον αξέχαστο Παναγιώτη Μακρή να κερδίζουν παραδοσιακά το πιο δυνατό χειροκρότημα.

Η μυρωδιά του ευκάλυπτου και του βρεγμένου χώματος. Οι υδροφόρες του Φωλόπουλου να δίνουν μάχη με τη σκόνη και το λασπωμένο χώμα να κολλάει στις σόλες των παπουτσιών και να δυσκολεύει το περπάτημα (κι ήταν πολύ το περπάτημα).

Όταν από τα μεγάφωνα ανακοίνωσαν τον θάνατο του Μάνου Λοΐζου, στο νοσοκομείο της Μόσχας. Ένα εκκωφαντικό στρίγκλισμα και στη συνέχεια τα μαύρα μαντάτα. Παγωμένα κόκκινα βλέμματα, «δεν τα κατάφερε, γαμώτο», μικροί και μεγάλοι να κλαίνε, ένας ακούνητος κόμπος εκεί στο λαιμό, κι ένα γλυκό και τρυφερό χειροκρότημα ν’ απλώνεται μαζί με το φθινοπωρινό θρόισμα των ευκάλυπτων, σαν αποχαιρετισμός που κινούσε για τη μακρινή Μόσχα.

Τις χρεώσεις στην περιφρούρηση, στην καθαριότητα, στα κουπόνια οικονομικής ενίσχυσης, στη διακίνηση του Οδηγητή («Ό-δηγητήηηηςςς…») ή του Ρίζου. Την αγωνία μέχρι να κλείσει το πλάνο. Την άμιλλα με έπαθλο ένα βιβλίο, την «καζούρα» στους συντρόφους που δεν έπιασαν το πλάνο και κερνούσαν τις μπύρες στη λαϊκή βραδιά της τελευταίας νύχτας. Τις ομιλίες του Γραμματέα της νιότης μας και της καρδιάς μας, του Σπύρου του Χαλβατζή, που δεν έπαψε μετά από τόσα χρόνια, και μέχρι σήμερα με τη στάση του να εμπνέει παλιούς και νέους συντρόφους και να κερδίζει τον σεβασμό των αντιπάλων.

Τον εξοντωτικό ποδαρόδρομο μέχρι το πούλμαν της επιστροφής (που ποτέ δεν κατάλαβα γιατί στην ευχή πάρκαρε πάντα τόσο πιο μακριά από τα άλλα) τ’ αντάρτικα και άλλα τραγούδια του αγώνα, με τους συντρόφους της γενιάς της Αντίστασης να δίνουν τον τόνο και να μην αφήνουν σε ησυχία όσους γέρναμε στο κάθισμα, ελπίζοντας – μάταια όμως – να   κοιμηθούμε λίγη διαδρομή.

 

Δεν θέλω να θυμάμαι το Φεστιβάλ της διάσπασης, το 15ο στο Γαλάτσι. Σύντροφοι εναντίον  συντρόφων, φραστικές αντιπαραθέσεις σε προσωπικό επίπεδο, ανταλλαγή και ανταπόδοση συνθημάτων, βαριές κουβέντες, ατμόσφαιρα που μύριζε μπαρούτι και θύμιζε εξέδρα γηπέδου. Ο χωρισμός γίνεται συχνά ευκαιρία να βγάλουν δυο άνθρωποι τον χειρότερό τους εαυτό. Οι κομμουνιστές έχουν παράδοση στις διασπάσεις (και δεν μιλάμε για δυο μόνο ανθρώπους…).

Τα όσα συνέβαιναν τότε στον κόσμο, δεν ήταν δυνατό ν’ αφήσουν ανεπηρέαστο το Κόμμα και τη Νεολαία του. Η ανατροπή του σοσιαλισμού ήταν κάτι το απίστευτο, ένα σοκ που θα επηρέαζε βαθιά τους νέους και τις νέες της γενιάς μου. Να μεγαλώνεις θεωρώντας άτρωτο το σοσιαλιστικό οικοδόμημα, και να βλέπεις μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, καρέ καρέ σαν ένα θρίλερ που δεν έλεγε να τελειώσει, τη δολοφονία του Τσαουσέσκου, τις διαδηλώσεις με τις τρύπιες σημαίες, το γκρέμισμα του τείχους του Βερολίνου, τη βεβήλωση μνημείων, το ξήλωμα των αγαλμάτων, την καταστροφή των συμβόλων, το κατέβασμα της κόκκινης σημαίας με το σφυροδρέπανο από τους τρούλους του Κρεμλίνου, τον Γκορμπατσόφ «χεσμένο», σαν το δοσίλογο που τέλειωσε τη «δουλειά» και περιμένει την επιβράβευση του αφεντικού του, τον μέθυσο τυχοδιώκτη Γιέλτσιν να βγάζει λόγο ανεβασμένος σ’ ένα τανκ. Να αναρωτιέσαι πού θα πάει το πράγμα και να περιμένεις μέχρι την τελευταία στιγμή (που ποτέ δεν καταλαβαίνεις ποια είναι αυτή) από τον σοβιετικό λαό, που σήμερα νοσταλγεί τον σοσιαλισμό και μακαρίζει τον Στάλιν, να αντιδράσει, να βγει στους δρόμους και να σαρώσει τη βρωμιά.  Και τότε ν’ ανακαλύπτεις ότι το όμορφο κόκκινο μήλο που θαύμαζες και επεδείκνυες με καμάρι σε φίλους κι εχθρούς, ήταν σκουληκιασμένο.

Η ΚΝΕ παρέμεινε στο Κόμμα, το Κόμμα έγινε σοφότερο (αχ, αυτή η πείρα που όλο συσσωρεύεται…), ο Οδηγητής κινδύνεψε να «χαθεί», αλλά παρέμεινε τελικά στην ΚΝΕ με αλλαγμένο λογότυπο, με πολλούς πρώην συντρόφους πάψαμε να λέμε καλημέρα, με κάποιους άλλους δεν πάψαμε να συναντιόμαστε στους δρόμους και κάποιους – λίγοι αυτοί – δεν έπαψα να τους νιώθω συντρόφους μου.

Αν με ρωτήσετε τι μου λείπει σήμερα από όλα αυτά, θα απαντήσω ο Ρίτσος, ο Κατράκης, ο Χαρίλαος, ο Λοΐζος, ο Μακρής, όλοι οι αγωνιστές και οι αγωνίστριες που έφυγαν και που σήμερα θα ήταν πολύτιμα στηρίγματα και παραδείγματα για τον παραπαίοντα σα μεθυσμένο λαό μας. Λείπει η αύρα μιας εποχής που η αγωνιστική έξαρση δεν είχε καταλαγιάσει και τα όνειρα για συλλογική προκοπή και πρόοδο κι όχι για ατομική βολή ανθούσαν ακόμα στις εργατικές συνοικίες και στις φτωχογειτονιές της δυτικής όχθης. Άλλαξαν πολλά από τότε. Άλλα προς το καλύτερο, πολλά προς το χειρότερο. Όμως υπάρχουν και κάποια πράγματα που δεν άλλαξαν.

Η νεολαία που πάει κόντρα στον «ρεαλισμό», που ονειρεύεται, παλεύει, συγκρούεται, διεκδικεί.

Οι εναπομείναντες αντιστασιακοί με τις πεισματικές μαγκούρες και τη χαλύβδινη θέληση που υπερνικάει κάθε φυσική αντοχή.

Η αποφασιστικότητα, η πίστη, το κουράγιο όσων δεν συμβιβάζονται με την επιβαλλόμενη «κανονικότητα» και δεν σταματάνε να πιστεύουν πως δεν είναι μόνο αναγκαίο αυτό που για τους πολλούς σήμερα φαντάζει ακατόρθωτο, αλλά και ρεαλιστικό.

Αυτό το σύστημα της αδικίας και της εκμετάλλευσης δεν είναι παντοτινό. Μπορεί να «φεύγουν» αυτοί που αγωνίστηκαν και πάλεψαν για ν’ αλλάξουν τον κόσμο και να τον κάνουν δίκαιο και ανθρώπινο, μα άλλοι παίρνουν τη θέση τους και συνεχίζουν  στον ίδιο δρόμο.

Το Φεστιβάλ που δεν θέλω να θυμάμαι

Όσοι πέρασαν από την ΚΝΕ και το Φεστιβάλ της, όχι μόνο για τις συναυλίες και τα σουβλάκια, αλλά για τα βαθύτερα και πιο ουσιαστικά, που ο καθένας προσλαμβάνει και  αποκωδικοποιεί με το δικό του τρόπο, κάτι πήραν. Περισσότερα ίσως από μερικές εικόνες, που με την ομορφιά και τη ζεστασιά τους, σε κάθε Φεστιβάλ που έρχεται, εκτός των άλλων υπενθυμίζουν και «πόσο μακραίνει του χρόνου η ουρά»…

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 σχόλιο

  • Ο/Η Δ Κ λέει:

    Διαβάζοντας τις πρώτες 4 παραγράφους, σκέφτηκα ” Εγραψα εγώ κείμενο στην κατιούσα και το δημοσίευσαν”;;;!!!

    Ειδικά το κομμάτι με την αφίσσα του Τσε, αφού την αγόρασα ως Ν.Π. σε κάποιο περίπτερο (ήταν της Οργάνωσης Πειραία νομίζω) και την κρέμασα στο δωμάτιο, θυμάμαι τη μάνα μου να λέει στον πατέρα μου “Να δώ τι θα πουν στην ΚΟΑ για αυτή την αφισσα στο Φεστιβάλ” 🙂

    Καλό φεστιβάλ!

Κάντε ένα σχόλιο: