“Βόιτσεκ” στο θέατρο Σημείο – Η κοινωνική ανατομία της απόγνωσης

Αν η έννοια του «κλασικού έργου» σας φαίνεται βαρύγδουπη και σας προδιαθέτει για κάτι πομπώδες και πληκτικό με κοστούμι εποχής, είναι βέβαιο πως ακόμα δεν έχετε δει αυτή την παράσταση.

Αν η έννοια του «κλασικού έργου» σας φαίνεται βαρύγδουπη και σας προδιαθέτει για κάτι πομπώδες και πληκτικό με κοστούμι εποχής, είναι βέβαιο πως ακόμα δεν έχετε δει αυτή την παράσταση.

To κλασικό έργο του Γκέοργκ Μπίχνερ «Βόιτσεκ», αποτελεί μια πρόκληση για οποιονδήποτε επιχειρήσει να το ανεβάσει. Πρόκειται ουσιαστικά για θραύσματα της μεγαλοφυΐας του πρόωρα χαμένου Γερμανού συγγραφέα, που στο σύντομο πέρασμά του από τον κόσμο κατόρθωσε να αλλάξει το πρόσωπο της δραματουργίας για τις επόμενες γενιές. Μιλώντας για θραύσματα κυριολεκτούμε, καθώς το έργο σώθηκε σε 4 χειρόγραφα με διάφορες διάσπαρτες σκηνές και παρέμεινε ημιτελές. Δεν υπάρχει όμως καμία αίσθηση ανολοκλήρωτου στην παράσταση, ενώ ακόμα και οι φαινομενικά εμβόλιμες σκηνές εμβαθύνουν ή επεκτείνουν τους προβληματισμούς του έργου.

Ο πυρήνας της υπόθεσης είναι απλός και βασισμένος σε μια αληθινή ιστορία. Ο Φραντς Βόιτσεκ είναι ένας απλός στρατιώτης που συμπληρώνει το μισθό του κάνοντας θελήματα για το λοχαγό του, έναν «έντιμο άνθρωπο» και «καλό χριστιανό», που επιδίδεται σε κηρύγματα ηθικής κατά του Βόιτσεκ, που έχει παιδί εκτός γάμου με τη Μαρία. Η σχέση ηθικής και κοινωνίας είναι κάτι που θα δούμε να επανέρχεται συχνά στο έργο, παραπέμποντας στο μπρεχτικό «Πρώτα έρχεται το φαΐ, μετά η ηθική» (Erst kommt das Fressen, dann die Moral), κάτι όχι παράξενο, δεδομένης της επίδρασης που άσκησε ο Μπίχνερ στο Μπρεχτ.

Ο λοχαγός δε συμβολίζει μόνο τον καθωσπρεπισμό της «καλής κοινωνίας», αλλά και το μιλιταρισμό που εξαπλωνόταν στα γερμανικά κρατίδια τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, για να ενταθεί πολύ περισσότερο μετά την ενοποίηση της Γερμανίας το 1871. Το αντιστρατοκρατικό πνεύμα του έργου δε «φωνάζει», είναι όμως διακριτικά παρών, προσφέροντας κάποιες σκηνές στα όρια του γκροτέσκου. Η ισορροπία μεταξύ κωμικού (ή μάλλον γελοίου, με μια γελοιότητα που προκύπτει από τις καταστάσεις που περιγράφονται) και τραγικού είναι εξάλλου ένα ακόμα χαρακτηριστικό της παράστασης.

Ο Βόιτσεκ γίνεται επίσης πειραματόζωο ενός στρατιωτικού γιατρού, που τον πείθει να τρώει μόνο μπιζέλια, για να μελετήσει τις ψυχοσωματικές του επιδράσεις. Ο χαρακτήρας του γιατρού συμβολίζει το ρόλο της επιστήμης, που εκείνη την εποχή ανόδου  και εδραίωσης της αστικής τάξης δε συμβολίζει πια μόνο την πρόοδο και τον ορθολογισμό, όπως τον προηγούμενο αιώνα του διαφωτισμού, αλλά την προσπάθεια ταξινόμησης και κατηγοριοποίησης του κόσμου, εν προκειμένω κυρίως των ανθρώπινων αντιδράσεων, ώστε να τις ερμηνεύει και να τις ελέγχει ευκολότερα. Εντάσσοντάς τις μάλιστα σε συγκεκριμένα κουτάκια, ορίζει το «φυσιολογικό» και το «παθολογικό» που πρέπει να πατάσσεται.

Παρακολουθούμε τον ήρωα να καταρρέει πνευματικά και σωματικά και να οδηγείται στο προαναγγελθέν έγκλημα του φόνου της ερωμένης του, τυφλωμένος από τη ζήλεια για τον παράλληλο δεσμό της μ’ έναν τυμπανιστή του στρατού. Ο θύτης και το θύμα παρουσιάζονται ανθρώπινα, οι πράξεις τους εξηγούνται χωρίς να δικαιολογούνται. Ξέρουμε εξαρχής πως ο Βόιτσεκ είναι καταδικασμένος, από τα πρώτα δευτερόλεπτα του έργου που τα συνοδεύει ένα ρολόι που μετρά αντίστροφα, κι η αναπότρεπτη πορεία αποτυπώνεται συμβολικά με τη λαιμητόμο που δεσπόζει στο κέντρο της σκηνής και υψώνεται κάθε φορά που πλησιάζουμε στο επισφράγισμα της μοίρας του πρωταγωνιστή.

Οι ηθοποιοί κινούνται στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης σε ένα είδος χορογραφίας που επιτείνει τους προκαθορισμένους κοινωνικούς και συναισθηματικούς ρόλους των χαρακτήρων . Οι «χορευτικές» αυτές κινήσεις ξεκινούν καλοκουρδισμένα, ενώ σε άλλες περιστάσεις «ξεχαρβαλώνονται», όπως στο λαϊκό γλέντι που τροφοδοτείται από το αλκοόλ, τη μόνη διέξοδο των αδυνάτων ή μετά τη σκηνή του φόνου. Η μουσική και τα τραγούδια λειτουργούν σε ένα επιπλέον σχόλιο στα τεκταινόμενα, συχνά με ειρωνεία, αλλά ποτέ με κρύο κυνισμό.

Σε ό,τι αφορά τις ερμηνείες, οι ηθοποιοί δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό τους σε ένα αρμονικά δεμένο σύνολο, προσέχοντας ώστε ακόμα και τα καρατουρίστικα χαρακτηριστικά κάποιων ηρώων να μην ξεφεύγουν από το μέτρο, ώστε να μην αποσπάται η προσοχή του θεατή από τα ουσιώδη μηνύματα του έργου.

Μην περιμένετε κάθαρση ή έτοιμα συμπεράσματα στο τέλος της παράστασης, καθώς θα φύγετε με περισσότερα ερωτήματα από όσα ήρθατε. Αλλά εκεί ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη δύναμή της.

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση – Δραματουργική επιμέλεια: Αλέξιος Μάινας

Σκηνοθεσία: Κώστας Παπακωνσταντίνου

Βοηθός σκηνοθέτη: Χαρά Δημητριάδη

Σκηνογραφία – Ενδυματολογία: Βίκυ Πάντζιου

Πρωτότυπη μουσική – Στίχοι τραγουδιών: Βασίλης Κουτσιλιέρης

Κινησιολογία: Κατερίνα Γεβετζή

Φωτισμοί: Γιώργος Αγιαννίτης

Φωτογραφίες: Νίκος Βαρδακαστάνης

Trailer: Αντώνης Κουνέλλας

Εικαστικό – Σχεδιασμός εντύπων: Μανόλης Αλμπάνης

Κατασκευή σκηνικού: Αντώνης Χαλυβίδης

Υπεύθυνη επικοινωνίας: Λήδα Ασλανίδου

Παραγωγή: Ξανθίας Α.Μ.Κ.Ε.

 

Παίζουν: Ελισσαίος Βλάχος, Αγγελική Μαρίνου, Δημοσθένης Ξυλαρδιστός, Κώστας Παπακωνσταντίνου, Βασιλική Σουρρή, Φοίβος Συμεωνίδης.

Η παράσταση επιχορηγείται από το ΥΠ.ΠΟ.Α.

 

Νέες ημέρες και ώρες παραστάσεων

Παρασκευή – Σάββατο 21.00

Κυριακή 20.00

από 3.3.2019 έως 21.4.2019

Διάρκεια: 1 ώρα και 15’

 

Εισιτήρια – Πληροφορίες

Τηλεφωνικές κρατήσεις: 2109229579

Προπώληση: https://www.viva.gr/tickets/theater/theatro-simeio/woyzeck/

Τιμές εισιτηρίων:

€ 12,00

€ 8,00 (φοιτητικό, ομαδικό)

€ 5,00 (άνεργοι, ΑμεΑ)

Ισχύει ατέλεια Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών

 

Θέατρο Σημείο, Χαριλάου Τρικούπη 4, Καλλιθέα

πίσω από το Πάντειο Πανεπιστήμιο

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: