Απόστολος Χατζηχρήστος, o καλόκαρδος παραπονιάρης του ρεμπέτικου

Με τον Απόστολο Χατζηχρήστο συμβαίνει το εξής παράδοξο: Ενώ τα τραγούδια του παραμένουν δημοφιλή, περνάνε από γενιά σε γενιά και τραγουδιούνται, πολύ λίγα στοιχεία έχουν καταγραφεί για τον ίδιο και λίγοι τα γνωρίζουν. Μπορεί όμως και να μη πρόκειται για παράδοξο…

«Ο Χατζηχρήστος καρδιά μποστάνι. Καλός στο όργανο και συνθέτης από τους λίγους, έχει τόσες επιτυχίες. Οι κωλοεταιρείες τον θάψανε. Μαζί ξεκινήσαμε τότες, μαζί παίζαμε, μαζί τραγουδούσαμε στους δίσκους τα τραγούδια μας, μαζί γλεντάγαμε, μαζί τόσες ιστορίες… Πήγε τζάμπα. Άστα. Ποτέ δεν έφυγε από το μυαλό μου, κάθε βράδυ, λέω τα τραγούδια του στο μαγαζί…» Γιάννης Παπαϊωάννου1

Με τον Απόστολο Χατζηχρήστο συμβαίνει το εξής παράδοξο: Ενώ τα τραγούδια του παραμένουν δημοφιλή, περνάνε από γενιά σε γενιά και τραγουδιούνται, πολύ λίγα στοιχεία έχουν καταγραφεί για τον ίδιο και λίγοι τα γνωρίζουν. Μπορεί όμως και να μη πρόκειται για παράδοξο…

Σ’ ένα οργανωμένο κράτος που υπηρετεί το λαό και σέβεται την ιστορία του, οι αρμόδιοι φορείς συντονισμένα θα έσκυβαν πάνω από τον λαϊκό πολιτισμό και θα φρόντιζαν να τον διασώσουν, να τον καταγράψουν και να τον αναδείξουν. Όμως, σ’ ένα κράτος όπου η κυρίαρχη τάξη που ασκεί την εξουσία ουσιαστικά απεχθάνεται ή μισεί οτιδήποτε λαϊκό, αυτό που μπορείς να περιμένεις είναι ό,τι ακριβώς συμβαίνει και στη χώρα μας. Αν κάτι δεν μπορεί να το θάψει ή να το αποφύγει, το κυρίαρχο «ρεύμα» μέσω των παντοδύναμων ΜΜΕ και ΜΚΔ το διαστρεβλώνει ή το παρουσιάζει απονευρωμένο από τα πραγματικά μηνύματά του.

«Βρε τι κι αν είμαι εγώ φτωχός,
και της ζωής μου ο τροχός,

για μένα κι αν δε γύρισε,
το κέφι μου δε λύγισε.

Ώιντε μπρε, φτωχός κι αν βρέθηκα,
ζωή δε σε βαρέθηκα…»

Ίσως, λοιπόν, η αφάνεια στην οποία η πολιτεία έχει καταδικάσει σημαντικούς δημιουργούς του ρεμπέτικου και στη συνέχεια του κλασικού λαϊκού τραγουδιού, και στην περίπτωσή μας, τον Απόστολο Χατζηχρήστο, να μην αποτελεί παράδοξο αλλά συνέπεια αυτής της λογικής. Τα έργα τέχνης σπουδαίων λαϊκών δημιουργών όπως ο Χατζηχρήστος καταδικάζονται στην αφάνεια, το ίδιο και οι ίδιοι, και οι προβολείς είναι μονίμως στραμμένοι στα προϊόντα της υποκουλτούρας, τους «σταρ», τις «σταρλετίτσες» και ολόκληρο τον εσμό που, όπως οι σκνίπες γύρω από την αναμμένη λάμπα, τούς περιτριγυρίζει. Άκου, λέει, λαϊκός πολιτισμός… Άκου, λαός με ζωντανή παράδοση και πάλλουσα ιστορική μνήμη… Επικίνδυνα πράγματα…

«Φέρε μας κάπελα κρασί με δυο ποτήρια και μισή
είμ’ απόψε στα μεράκια και γουστάρω να τα πιω…»

Χρωστάμε πάρα πολλά σε όλους εκείνους τους ρομαντικούς (η λέξη μέσα ή έξω από εισαγωγικά) αλλά και πεισματάρηδες ερευνητές και μελετητές, όπως ο Κώστας Χατζηδουλής, ο Τάσος Σχορέλης, ο Νέαρχος Γεωργιάδης, ο Παναγιώτης Κουνάδης, ο Ηλίας Πετρόπουλος, ο Πάνος Σαββόπουλος, ο Πάνος Γεραμάνης και σίγουρα και άλλοι που δεν γνωρίζω ή ξεχνώ τα ονόματά τους, που «αγκάλιασαν» τους λαϊκούς δημιουργούς και ερμηνευτές, κατέγραψαν «χιλιόμετρα» από τη διαδρομή τους, που διαφορετικά θα σκεπάζονταν  για πάντα από την αδυσώπητη σκόνη του χρόνου, και ανέδειξαν το έργο τους, που – σε αρκετές περιπτώσεις – μόνο αποσπασματικά έγινε γνωστό. Χωρίς την κοπιώδη εργασία αυτών, διάφοροι σύγχρονοι ασήμαντοι δεν θα μπορούσαν να εμφανίζονται ως «ειδικοί», και, το κυριότερο, όλοι όσοι αγαπούμε αγνά και άδολα το ρεμπέτικο – λαϊκό τραγούδι θα ήμασταν πιο «φτωχοί», και φτωχότερος στο σύνολό του θα καταγραφόταν και θα κληρονομούνταν από τις μελλοντικές γενιές ο λαϊκός μας πολιτισμός.

«Τράβα τράβα τράβα, καροτσιέρη τράβα
και στο Καλαμάκι κόψε για ουζάκι…Ε! ρε ντουνιά…»

Ο Απόστολος Χατζηχρήστος ή «Σμυρνιωτάκι» (προσωνύμιο που του αποδόθηκε λόγω της καταγωγής του) υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς συνθέτες του ρεμπέτικου, σπουδαίος ερμηνευτής με θαυμάσια, απεριόριστων ικανοτήτων φωνή και διαπρεπής παίχτης μπουζουκιού. Ανήκει στους ρεμπέτες  τα τραγούδια των οποίων πολλοί ξέρουν, μα πολύ λίγοι γνωρίζουν τον δημιουργό τους. Ίσως κι ο ίδιος να έχει ένα μερίδιο ευθύνης γι’ αυτό. Ο χαρακτήρας του και ο τρόπος που έζησε και δημιούργησε το έργο του δεν ευνόησαν την (αυτο)προβολή του. Πορεύτηκε με αξιοπρέπεια στα λίγα χρόνια που έζησε δημιουργώντας αξιοζήλευτο έργο, χωρίς να χτίζει υστεροφημία και σεβόμενος πάντα το ακροατήριό του και τους συναδέλφους του. Αυτό βέβαια δεν μειώνει, σε καμιά περίπτωση, την ευθύνη της πολιτείας, όπως προαναφέρθηκε.

«Σκλάβα μέσα στο κελί της κλαίει και θρηνεί
και ζητάει τη λευτεριά της, γκελ γκελ καϊκτσή…»

Ο Απόστολος Χατζηχρήστος γεννήθηκε την αυγή του 20ου αιώνα (μάλλον το 1904) στο Κοκαργιαλί (ή Κοκάργιαλι), ένα προάστιο της Σμύρνης στη Μικρά Ασία. Η οικογενειακή οικονομική ευμάρεια τού επέτρεψε να παρακολουθήσει μαθήματα μουσικής και να μάθει πιάνο, κιθάρα και ακορντεόν. Εκτός από την μητρική ελληνική γλώσσα και τα τουρκικά, μιλούσε επίσης γαλλικά.

Ενδεικτική του συμπονετικού χαρακτήρα του, που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται από την παιδική του ηλικία, και για τον οποίο θα αναφερθούμε πιο κάτω, είναι η ιστορία που ακολουθεί και που και ο ίδιος διηγήθηκε κάποτε στις δυο κόρες του: «Όταν λοιπόν ζούσε ο Απόστολος στο Κοκαριαλί της Σμύρνης, και επειδή η οικογένειά του ήταν εύπορη, είχαν προσλάβει μία παραδουλεύτρα, με το όνομα Αδριανή, η οποία πήγαινε κάθε μέρα στο σπίτι τους και βοηθούσε. Μία μέρα όμως η Αδριανή αρρώστησε με πυρετό και δεν πήγε στο σπίτι τους. Το μεσημέρι η μητέρα του Χατζηχρήστου έστειλε τον μικρό Απόστολο να της πάει φαγητό. Το παιδί πήγε, χτύπησε την πόρτα της αλλά αυτή δεν του άνοιγε γιατί κοιμόταν βαθιά απ’ τον πυρετό. Το παιδί δεν έφυγε, καθόταν με υπομονή στο σκαλοπάτι της πόρτας και κάπου-κάπου χτυπούσε, μάλιστα στο τέλος έκλαιγε και παρακαλούσε να του ανοίξει. Όταν τελικά άκουσε και άνοιξε η ξαφνιασμένη Αδριανή, της έδωσε το φαγητό και της είπε να το φάει αμέσως για να «μην πεθάνει» και για να πάει την άλλη μέρα στο σπίτι τους»…2

«Καημό μεγάλο απόκτησα βαθιά μες στην καρδιά μου
έχασα τη μανούλα μου που ’ταν παρηγοριά μου…»
(Τραγούδι που έγραψε με αφορμή το θάνατο της μητέρας του):

Το 1919 ο Χατζηχρήστος κατατάσσεται εθελοντικά στον ελληνικό στρατό που αποβιβάζεται στη Σμύρνη. Στην καταστροφή δεν εγκαταλείπει την δοκιμαζόμενη περιοχή μαζί με την οικογένειά του. Βρίσκεται στο λιμάνι και βοηθά γυναικόπαιδα να επιβιβαστούν στις βάρκες για να γλιτώσουν από τη φωτιά και το μολύβι των Τούρκων, όταν πιάνεται αιχμάλωτος. Θα  βρεθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα κρατούμενος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Όσο κι αν προσπαθήσουμε δεν θα καταφέρουμε να φανταστούμε τις εικόνες που αντίκρισαν τα μάτια του και τις σκληρές συνθήκες που βίωσε. Όταν κατάφερε να δραπετεύσει, με τη συνδρομή ενός συγκρατούμενου θείου του, χρειάστηκε σαν μαραθωνοδρόμος να διανύσει την απόσταση που χώριζε τη φρίκη και τον επερχόμενο θάνατο από την ασφάλεια της οικογενειακής εστίας. Ξεριζωμένος και ανέστιος περιπλανήθηκε ώσπου να καταφέρει να πιάσει λιμάνι στη Τζια, εκεί όπου η οικογένειά του, αγωνιζόταν να ορθοποδήσει στην αναγκαστική προσφυγιά. Φτάνει στο νησί όταν η μάνα του τού ετοιμάζει μνημόσυνο νομίζοντας ότι είναι νεκρός… Όταν εμφανίζεται η χαρά όλων είναι απερίγραπτη κι ένα γλέντι επισφραγίζει το χαρμόσυνο γεγονός. Το ημερολόγιο τη μέρα που δραπέτευσε έγραφε 14 Σεπτέμβρη και από τότε, κάθε χρόνο τέτοια μέρα, ο Χατζηχρήστος δεν έπινε ούτε έτρωγε τίποτα όλα τα επόμενα χρόνια της ζωής του.3

Σύντομα η οικογένειά του αναζητώντας καλύτερη τύχη εγκαταλείπει τη Τζια και φτάνει στον Πειραιά. Στην Κρεμμυδαρού, όπως ονομαζόταν τότε η Δραπετσώνα, δουλεύει στα λιπάσματα και αργότερα στο Τουρκολίμανο (σήμερα Μικρολίμανο) ως οξυγονοκολλητής, ενώ παράλληλα εξελίσσει τις γνώσεις του στη μουσική.

Το 1929 παντρεύεται τη Γαρουφαλλιά, με την οποία θ’ αποχτήσουν δυο γιους και δυο κόρες, την Ευαγγελία (για την οποία θα γράψει το τραγούδι «Βαγγελιώ δεν είσ’ εντάξει») και την Καλλιόπη (Πόπη). Γνωρίζονται στο εργοστάσιο λιπασμάτων όπου δουλεύουν και οι δυο. Ο Απόστολος ζητά τη 16χρονη Γαρουφαλλιά σε γάμο, μα η οικογένειά της εξαιτίας της ηλικίας της αρνείται να δώσει  συγκατάθεση. Τότε οι δυο νέοι κλέβονται και προχωρούν σε γάμο με τη βοήθεια ψευδομαρτύρων που «βεβαιώνουν» ότι είναι ενήλικη.

«Μαράθηκε η καρδούλα μου, μ’ αυτή την αδικία
παλιοζωή, ψεύτη ντουνιά και παλιοκοινωνία
…»
(Βλ. και εδώ)

Οι δυο γιοι τους θα φύγουν από τη ζωή σε ηλικία (και οι δυο!) 14 μηνών, από πνευμονία (γεννήθηκαν με κάποια χρόνια διαφορά, πριν ακόμα ανακαλυφτεί η πενικιλίνη) και η απώλειά τους θα σημαδέψει τον Χατζηχρήστο για πάντα. Η οικογένεια θα ζήσει στον Πειραιά μέχρι το 1941 και με την είσοδο στην πόλη των Γερμανών ναζί καταχτητών θα μετακομίσει στο Θησείο.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 ο Χατζηχρήστος παίζει μαντολίνο και ακορντεόν, όταν ο σπουδαίος ερμηνευτής Στράτος Παγιουμτζής, που ήταν δεύτερος ξάδελφός του από τη μεριά της μάνας του, τον παροτρύνει ν’ ασχοληθεί με το μπουζούκι.4 Ο Χατζηχρήστος με τη βοήθεια ενός οργανοποιού μετατρέπει το μαντολίνο του σε μπουζούκι και μπαίνει στο δρόμο του τραγουδιού.

1950. Γιάννης Παπαϊωάννου, Απόστολος Χατζηχρήστος και κάποιος φίλος τους – Πηγή φωτογραφίας: «Γιάννης Παπαϊωάννου, Ντόμπρα και σταράτα», επιμέλεια Κώστας Χατζηδουλής, εκδόσεις Κάκτος, 1982

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 γνωρίζεται με τον Γιάννη Παπαϊωάννου, με τον οποίο θα συνεργαστούν και θα χτίσουν αδερφική φιλία. Το 1932 οι δυο φίλοι παίζουν σε ταβέρνες πέριξ του Πειραιά, όταν ο Χατζηχρήστος  γράφει το πρώτο του τραγούδι που έχει τίτλο: «Γιατί σκληρή και άπονη» αλλά είναι μάλλον περισσότερο γνωστό ως «Κοκκινιώτισσα».

Η πρώτη εμφάνιση σε μεγάλο μαγαζί έρχεται μάλλον το 1936, στο πασίγνωστο «Δάσος» του διαβόητου Αντώνη Βλάχου, στο Βοτανικό. Ο Χατζηχρήστος εμφανίζεται εκεί μαζί με τους Μάρκο Βαμβακάρη, Γιάννη Παπαϊωάννου, Στράτο Παγιουμτζή, Στέλιο Κηρομύτη, Γιώργο Μπάτη, Ανέστο Δελιά, τον Δημήτρη Γκόγκο ή Μπαγιαντέρα, τον Κώστα Καρίπη και τον Δημήτρη Λορέντζο. «Πολλά λεφτά εκεί αλλά το μεροκάματο του τρόμου! Ναι, σου λέω. Κάθε καρυδιάς καρύδι μαζευόταν εκεί. Μάγκες, κουτσαβάκια, παλιοί κατάδικοι, πιτουρόμαγκες, κουτόμαγκες, και ότι βάλει ο νους σου. Παίζαμε στο πάλκο κι είχαμε πιστόλια κρεμασμένα ζούλα στο παντελόνι. Κίνδυνος θάνατος! Βάραγαν πιστολιές χωρίς λόγο. Έτσι για φιγούρα. Σκότωναν με άνεση, για γούστο, παρεξήγηση για το τίποτα. Δύσκολα χρόνια», θυμάται ο Γιάννης Παπαϊωάννου5.

«Έστησα για σένα θρόνο στην καρδούλα μου,
έλα και μη θες να λιώνω Κατινούλα μου…»

Οι μαρτυρίες όσων συνεργάστηκαν με τον Βλάχο κάνουν λόγο για ένα σκληρό και αδίστακτο κακοποιό, καταδικασμένο για φόνους και άλλα ποινικά αδικήματα, που μπαινόβγαινε στις φυλακές. Οι μπράβοι του και ο ίδιος κακομεταχειρίζονταν τους τραγουδιστές και τους μουσικούς και δεν ήταν λίγοι αυτοί που απέφευγαν να παίξουν ή να τραγουδήσουν στο μαγαζί του. «Σακάτεψαν από το πολύ ξύλο, αυτός και οι μπράβοι του, το Μάθεση τον Τρελλάκια. Μια άλλη φορά χαστούκισαν το γέρο Μπάτη, ενώ ο ίδιος ο Βλάχος κούφανε από το πολύ ξύλο το Χατζηχρήστο που ήταν ένα παιδί άγιο!» διηγείται ο Παπαϊωάννου.6 Επιθέσεις του Βλάχου στον Χατζηχρήστο, τον Μπάτη, τον Μάρκο, τον Καρυδάκια (σ.σ. Δημήτρης Καρυδόπουλος) και τον Δελιά, με «βρισιές και απειλές» επιβεβαιώνει ο Μπαγιαντέρας,7 χωρίς να δίνει περισσότερες λεπτομέρειες: «Δεν μπορώ να πω τι ακριβώς έκανε σ’ αυτούς, μόνο αυτοί οι ίδιοι έχουν αυτό το δικαίωμα. Αλλά γεγονός είναι ότι όλοι μετάνιωσαν που πήγαν σ’ αυτό το μαγαζί για δουλειά»…

Ίσως στο επεισόδιο που αναφέρεται ο Παπαϊωάννου να οφείλεται η ουλή που έφερε στο πρόσωπο ο Χατζηχρήστος και η παραμόρφωση στο μάτι του, ίσως και όχι. Μια εκδοχή καταθέτει ο Νέαρχος Γεωργιάδης: «Γύρω στα 1936, κάποιος βίαιος άνθρωπος, που ήθελε να εκδικηθεί κάποιον άλλο, από παρεξήγηση και κατά λάθος χτύπησε τον Απόστολο Χατζηχρήστο με μια ξιφολόγχη αφήνοντάς του μια ουλή στο πρόσωπο και κάποια παραμόρφωση στο μάτι».8

Οι πόρτες της δισκογραφίας ανοίγουν για τον Χατζηχρήστο το 1937. Ηχογραφεί την «Κοκκινιώτισσα» (στο δίσκο σημειώνεται ο τίτλος «Γιατί σκληρή και άπονη») και μετά από μερικούς μήνες την «Ξανθιά Σμυρνιωτοπούλα».

Στο “Έλατο”, στον Πειραιά, στα 1938. Από αριστερά: Ποτοσίδης, Μακαρόνας (με την κιθάρα), Χατζηχρήστος, Μαρινάκης – Πηγή φωτογραφίας και σχολιασμού: Κώστα Χατζηδουλή, «Ρεμπέτικη ιστορία, Περπινιάδης – Γενίτσαρης – Μάθεσης – Λελάκης». Εκδόσεις Νεφέλη

Την ίδια χρονιά γνωρίζεται με τον στιχουργό Γιάννη Λελάκη και ξεκινά η συνεργασία τους που θα «γεννήσει» πολλές επιτυχίες. Ο Λελάκης «καρφώνει» τους στίχους του, όπως ο ίδιος έλεγε, πάνω στη μουσική του Χατζηχρήστου. Χωρίς να έχει διαθέσιμους στίχους, εμπνέεται και γράφει από το άκουσμα των μελωδιών που παίζει ο Χατζηχρήστος στο οργανοποιείο του Μακαρόνα (Νίκος Κωνσταντινίδης), με τον δεύτερο να παίζει κιθάρα. Από τα πρώτα τραγούδια τους είναι το «Αλήτη μ’ είπες μια βραδιά». Για τον Χατζηχρήστο ο Λελάκης έχει καταγράψει στην αυτοβιογραφία του9: «Ήταν φτωχό παιδί και εξαιρετικός άνθρωπος και συνθέτης. Πολύ σεμνό και πολύ καλό παιδί. Έντιμος, φιλαλήθης και κουβαρντάς».

«Αλήτη μ’ είπες μια βραδιά χωρίς καμιά αιτία
μα του αλήτη η καρδιά δε σου κρατά κακία…»

Κοντά στο 1938 οι δυο συνεργάτες θα γράψουν το «Μην είσαι ψεύτρα, δίγνωμη», τραγούδι με σαφή αναφορά στην εργατική τάξη, καθώς η τραγιάσκα εκείνη την εποχή είναι το σύμβολο του εργάτη.

«Μην είσαι ψεύτρα, δίγνωμη, μη μου μιλάς με μάσκα,
γιατί κι εγώ έχω καρδιά, τι κι αν φορώ τραγιάσκα…»

Ο Χατζηχρήστος γνώρισε στο πετσί του τη χειρωνακτική εργασία, δουλεύοντας οξυγονοκολλητής για σχεδόν δέκα χρόνια. Ο δύσκολος αγώνας του μεροκάματου έχει σημαδέψει ανεξίτηλα τη συνείδησή του και ο νέος δρόμος που τον έφεραν η ζωή και το ταλέντο του, δεν τον αποξενώνει από το χώρο της εργατιάς. Άλλωστε οι εργαζόμενοι βιοπαλαιστές και οι οικογένειές τους αποτελούν μέρος του ακροατηρίου του, στις ταβέρνες και τα λαϊκά κέντρα όπου εμφανίζεται και λιγότερο στη δισκογραφία, καθώς, ακόμα τότε, τα μέσα αναπαραγωγής του ήχου σπανίζουν. Στη σύνδεσή του με τον χώρο της εργατιάς οφείλεται και το ότι χρόνια αργότερα, μάλλον το 1952, ο Χατζηχρήστος επανέρχεται με ένα ακόμα σχετικό με την τραγιάσκα τραγούδι, αυτή τη φορά σε στίχους του Χαράλαμπου Βασιλειάδη – Τσάντα, με τίτλο «Η τραγιάσκα»:

«Εγώ τη μοίρα μου την ξέρω, είναι γραφτό να υποφέρω
Μη μου μιλάς με μάσκα,
το βλέπω πως δε μ’ αγαπάς γιατί φορώ τραγιάσκα…»

Ο Απόστολος Χατζηχρήστος θα γράψει λίγα (περίπου 80) αλλά εκλεκτά τραγούδια, ζεϊμπέκικα, χασάπικα, καντάδες, συρτά· επιτυχίες που χιλιοτραγουδήθηκαν και ταξιδεύουν από γενιά σε γενιά με προορισμό την αθανασία. Τα περισσότερα τα ερμήνευσε ο ίδιος. Οι τίτλοι μερικών από τα πιο γνωστά του: «Γιατί σκληρή και άπονη» (Κοκκινιώτισσα) – «Η μικρή του καμηλιέρη» – «Η μανούλα» (Καημό μεγάλο απόχτησα) – «Καροτσέρη τράβα» – «Βαγγελιώ δεν είσαι εντάξει» – «Γκιουλ μπαξέ» (Θα ’ρθω στην πόρτα σου μικρή) – «Φέρε μας κάπελα κρασί» –  «Το παλιόπαιδο» – «Ο ξενύχτης» (Ξενύχτης μπρος στην πόρτα σου) – «Γλυκοβραδιάζει» (Ο χάρος) – «Ο πασάς» – «Ψεύτη ντουνιά» – «Γκρινιάρικο» (Δε θέλω να ζηλεύεις) – «Σκάλα τη σκάλα θ’ ανεβώ» – «Έχω βαθιά τον πόνο» – «Νυχτοπούλι» (Λίγη αγάπη σου ζητώ μικρό μου) σε στίχους δικούς του. «Καϊξής» – «Πάμε στο Φάληρο» – «Θα ’ρθει μια μέρα να πονάς» – «Στης Αλβανίας τα βουνά» – «Το μαγκαλάκι» – «Ρεμπέτες» (Θα σε περιμένω απόψε) σε στίχους Γιώργου Φωτίδα. «Παραπονιάρικο» (Ό,τι κι αν έχεις στην καρδιά) – «Φτώχεια» – «Αλήτη μ’ είπες μια βραδιά» – «Χατζηχρήστος» (Ήρθαμε να γλεντήσουμε) – «Κατινούλα» – «Καρδιά παραπονιάρα» – «Μην είσαι ψεύτρα δίγνωμη» σε στίχους Γιάννη Λελάκη. «Ας μη ξημέρωνε ποτέ» – «Πάνε τρένα κι έρχονται» – «Βαρύς καημός» – «Καρδιά ορφανή» σε στίχους Κώστα Μάνεση. «Η πεντάμορφη» – «Η άμαξα μες τη βροχή» – «Η τραγιάσκα» – «Παραπονιάρικό μου» σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη – Τσάντα. «Κυβέρνησε τα βήματά μου» σε στίχους Ιωάννη Κοντοκάνη. «Ντουνιά ανακριτή» σε στίχους Π. Κασαπάκη, κ.ά.

«Ας μη ξημέρωνε ποτέ…
Ας μη φύγει αυτό το βράδυ, που ’μαστε μαζί
γιατί μέσα στο σκοτάδι η αγάπη ζει…»

Εκτός από τα δικά του τραγούδια, ερμήνευσε και συνθέσεις άλλων δημιουργών. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικές επιτυχίες του: «Βαγγελίτσα» – «Η αβγουλού» (Μαριγώ) σε στίχους και μουσική Γιάννη Παπαϊωάννου. «Η ξενιτιά» (μαζί με τον Στράτο Παγιουμτζή) – «Το τρελοκόριτσο» σε στίχους και μουσική Βασίλη Τσιτσάνη. «Μάνα μου γιατί να με γεννήσεις» σε στίχους Κώστα Μάνεση και μουσική Γιώργου Ροβερτάκη, ενώ ερμηνεύει μαζί με άλλους ή κάνει δεύτερη φωνή σε πολλά τραγούδια του Μάρκου Βαμβακάρη, του Βασίλη Τσιτσάνη, του Σπύρου Περιστέρη, του Κώστα Καπλάνη και άλλων δημιουργών.

Ένα από τα γνωρίσματα του χαρακτήρα του Απόστολου Χατζηχρήστου ήταν η γενναιοδωρία. Σε μια κοινωνία σκληρή και άδικη για το μεγαλύτερο κομμάτι της, ο σπουδαίος αυτός δημιουργός και άνθρωπος είχε αναπτύξει και κάνει πράξη την έννοια της αληθινής αλληλεγγύης, που θέλει να μοιράζεσαι αυτό που έχεις και όχι να χαρίζεις ό,τι σου περισσεύει. «Έτσι, για παράδειγμα, έδινε το ρολόι του (σαν «ταυτότητα») σε κάποιον γνωστό του με ανάγκες και τον έστελνε στο σπίτι του, στη γυναίκα του, για να του δώσει εκείνη ένα δικό του παντελόνι ή σακάκι να φορέσει! Και δεν ήταν κανένας πλούσιος. Μεροκαματιάρης μουσικός ήταν ο άνθρωπος» σημειώνει ο Πάνος Σαββόπουλος.10 «Θυμάμαι που μας έλεγε η μητέρα μας ότι από τους δίσκους και τα κέντρα ο μπαμπάς έβγαζε τότε πολλά λεφτά (ήταν η εποχή που είχε σουξέ). Αλλά ο πατέρας μας ήταν άνθρωπος φιλότιμος, βοηθούσε πολύ τους άλλους και δεν μπόρεσε να κάνει περιουσία. Πέθανε στην ψάθα», θα πει η κόρη του, Πόπη Μπάρδη.11

Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο της γενναιοδωρίας του Χατζηχρήστου αποτελούν τα δικαιώματα κάποιων δικών του τραγουδιών, που παραχώρησε ή εξαναγκάστηκε να παραχωρήσει σε τρίτους, όπως συνέβαινε εκείνη την εποχή στο χώρο της δισκογραφίας. Τρανό παράδειγμα,  ο «ύμνος» του ρεμπέτικου «Το μινόρε της αυγής» (Ξύπνα μικρό μου κι άκουσε, άκου μινόρε της αυγής) που εγγράφεται επισήμως στα ονόματα των Σπύρου Περιστέρη (μουσική) και Μίνωα Μάτσα (στίχοι), ενώ είναι σύνθεση του Χατζηχρήστου από τα χρόνια της Κατοχής («το έπαιζε ήδη από το 1941-42 όταν δούλευε στην «Μπίρα του Πίκινου στο Θησείο»12), σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη – Τσάντα και είναι βασισμένο σε σμυρναίικη μελωδία.

«Ο Χατζηχρήστος συνοδευόμενος από τον Χ. Βασιλειάδη, επισκέφτηκε τον Περιστέρη, καλλιτεχνικό διευθυντή της «Odeon». Σκοπός της επίσκεψης ήταν να του παρουσιάσει δύο τραγούδια του για να ηχογραφηθούν. Τα τραγούδια αυτά ήταν «Ο αμαξάς» («Η άμαξα μες στη βροχή») και το «Μινόρε της αυγής». Εκεί ο Περιστέρης απαίτησε να του χαρίσει ο Χατζηχρήστος το «Μινόρε της αυγής», προκειμένου να του κυκλοφορήσει τον «Αμαξά». Έτσι έγινε…» σημειώνει13 ο Πάνος Σαββόπουλος, επικαλούμενος και τη μαρτυρία της συζύγου του Τσάντα σε τηλεοπτική εκπομπή.

Ο Χατζηχρήστος είχε μάθει κιθάρα στην κόρη του Πόπη για να τον συνοδεύει όταν έγραφε τα τραγούδια του στο σπίτι. Η επιστροφή του από την Odeon τής έχει μείνει αξέχαστη: «Θυμάμαι τον πατέρα μου όταν ήρθε στο σπίτι… Για πρώτη φορά στη ζωή μου τον είδα να κλαίει…. Μου κράτησε το καλύτερο τραγούδι, είπε ο πατέρας μου… Δεν θα ξεχάσω αυτή τη σκηνή. Όλοι στο σπίτι στεναχωρηθήκαμε πάρα πολύ. Ήταν ένα από καλύτερά του τραγούδια… Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, θα του απέρριπτε τα υπόλοιπα τραγούδια»14

Το θαυμάσιο αυτό τραγούδι ερμηνεύει στο δίσκο ο Απόστολος Χατζηχρήστος με τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Γιάννη Σταμούλη (Μπιρ Αλλάχ).

«Ξύπνα μικρό μου κι άκουσε, άκου μινόρε της αυγής
για σένανε είναι γραμμένο, από το κλάμα κάποιας ψυχής…»

Χαρακτηριστικό γνώρισμα των τραγουδιών του Χατζηχρήστου είναι η βαθιά ευαισθησία με την οποία προσεγγίζει τον απλό άνθρωπο, τη χαρά και τις λύπες του, τα ντέρτια και το μεράκι, τον πόνο και τους καημούς του, τη φλόγα του έρωτα και τη δύναμη της αληθινής αγάπης. Από τη θεματολογία του δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι κοινωνικές αναφορές. Τα βιώματά του παίζουν καταλυτικό ρόλο. Οι εικόνες και τα πρόσωπα της Σμύρνης των ανέμελων παιδικών του χρόνων, στη συνέχεια η καταστροφή, ο ξεριζωμός και η προσφυγιά, η σκληρή βιοπάλη στην κοινωνία των ανισοτήτων, η περηφάνια του φτωχού εργάτη, ο πόλεμος, αλλά και η ανάγκη να βρουν διέξοδο οι πόνοι της ψυχής, δηλαδή η φυγή μέσω του γλεντιού, αποτυπώνονται στα τραγούδια του.

«Μάνα μου γιατί να με γεννήσεις,
βάσανα να νιώσω και στερήσεις
στην ψευτιά αυτού του κόσμου
να ‘μαι πάντα μοναχός μου
μες στους πέντε δρόμους να γυρνώ…»

Ο σύγχρονος ακροατής ίσως εντυπωσιαστεί με τα στρώματα του γκρίζου που ο Χατζηχρήστος χρωματίζει τις νότες και τους στίχους του, και απορήσει με το βάθος της απαισιοδοξίας και κάποιες φορές της απογοήτευσης στα όρια της απελπισίας που βγαίνουν από κάποια τραγούδια του. Ατόφιο παράπονο αναβλύζει από τα πιο πονεμένα βαριά ζεϊμπέκικά του, ενώ η μελαγχολική αύρα του (παράπονου) τυλίγει νότες και στίχους ακόμα και τραγουδιών που αναφέρονται στο γλέντι:

Ήρθαμε να γλεντήσουμε, Χατζηχρήστο, να φύγει το μαράζι
κι αν φύγουνε πολλά λεφτά, χαλάλι δεν πειράζει.

Το παλικάρι στη γωνιά, Χατζηχρήστο, μια ζεΐμπεκιά γουστάρει
απ’ το γλυκό μπουζούκι σου φίλε παραπονιάρη.

Ρίξε γιαβάσικες πενιές, Χατζηχρήστο, σ’ ένα γλυκό ντουζένι
για να σ’ ακούσει μια ψυχή που σε καταλαβαίνει.

Η «εξήγηση» μπορεί να δοθεί αν ο σύγχρονος ακροατής δεν αποκόψει τα τραγούδια του Χατζηχρήστου από την εποχή που γράφτηκαν και συνυπολογίσει τη σκληρή ζωή που έζησε ο ίδιος και άλλοι δημιουργοί, όπως άλλωστε και το μεγαλύτερο κομμάτι του λαού μας. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του στιχουργού Γιάννη Λελάκη, που όταν έγραφε τη «Φτώχεια» (πριν ακόμα καταξιωθεί ως στιχουργός με τις από κοινού επιτυχίες με τον Χατζηχρήστο) ήταν πολλές οι μέρες που δεν κατάφερνε να εξασφαλίσει ούτε καν ένα πιάτο φαγητό. Ο ίδιος δεν κρύβει ότι προσδοκούσε μέσα από το τραγούδι να γεμίσει τουλάχιστον το «άδειο, απελπιστικά και κατ’ εξακολούθησιν άδειο» στομάχι του: «Η αμάθειά μου, η αφέλειά μου (γιατί όχι και η ανέχεια;) με έφταναν στο σημείο να πιστεύω ότι μπορούσα με δυο δίσκους να χορτάσω φαγητό, να ξεπεράσω τη φτώχεια και να ζήσω σαν άνθρωπος», έλεγε.15

Ακόμα, όμως, και στα πιο «βαριά» τραγούδια του Χατζηχρήστου περισσεύουν η ευαισθησία και η ανθρωπιά ενός δημιουργού που η κυνικότητα και η απανθρωπιά της κοινωνίας στην οποία ανδρώθηκε και διακρίθηκε και που κι ο ίδιος βίωσε στο πετσί του, δεν αλλοίωσαν το χαρακτήρα του και την προσωπικότητά του, και δεν «βρώμισαν» την ψυχή του.

«Δε με φοβίσαν κύματα, χιόνια κι ανεμοβρόχια
όσο με φόβισες εσύ κατηραμένη φτώχεια…»

Στη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου ο Χατζηχρήστος γράφει τραγούδια εμπνεόμενος από τον ενθουσιασμό που γεμίζουν το λαό μας οι συνεχόμενες νίκες κατά των κοκορόφτερων του φασίστα Μουσολίνι. Το «Στης Αλβανίας τα βουνά» σε στίχους Γιώργου Φωτίδα, είναι ένα από αυτά:

«Στης Αλβανίας τα βουνά μερόνυχτα γυρνάω,
για την γλυκιά πατρίδα μας, μανούλα πολεμάω…»

Ο πατριωτισμός του εκφράστηκε με τον πιο έμπρακτο τρόπο σε πολύ νεαρή ηλικία, όταν, όπως είδαμε, κατατάχτηκε εθελοντικά στον ελληνικό στρατό στη Μικρασία. Στη διάρκεια της τριπλής φασιστικής Κατοχής, ο Χατζηχρήστος περνάει στην Εθνική Αντίσταση ως ενεργό μέλος αντιστασιακών οργανώσεων.

«Στον ύπνο σου την έβλεπες Ντούτσε μου την Ελλάδα
και νόμιζες πως θα την φας σαν την μακαρονάδα…»

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 το μπουζούκι κυνηγήθηκε ανελέητα από την πολιτεία και οι μπουζουξήδες διώκονταν, ακόμα και φυλακίζονταν, επειδή είχαν συνδεθεί με το περιθώριο και το χασίς. Η πρώτη ηχογράφηση ρεμπέτικου, το 1933, όμως, είχε ανοίξει το δρόμο στον Μάρκο Βαμβακάρη και στους άλλους ρεμπέτες να γράψουν τραγούδια. Από τους πρώτους που ακολούθησαν το Μάρκο ήταν ο Απόστολος Χατζηχρήστος που εκτός από σπουδαίος μουσικοσυνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής, υπήρξε και περίφημος παίκτης μπουζουκιού.

Απόστολος Χατζηχρήστος – Σόλο μπουζούκι

Ο αξέχαστος Πάνος Γεραμάνης κατατάσσει τους μπουζουξήδες σε δυο κατηγορίες, στους δεξιοτέχνες – σολίστες και «σ’ αυτούς που έχουν το χρώμα του παιξίματος και είναι δεξιοτέχνες της ψυχής».16 Σ’ αυτή την κατηγορία εντάσσει τον Χατζηχρήστο, δίπλα στον πατριάρχη Μάρκο, τον Μπαγιαντέρα, τον Παπαϊωάννου, τον Τσιτσάνη, τον Ποτοσίδη και άλλους.

Απόστολος Χατζηχρήστος – Σόλο μπουζούκι

Ο Απόστολος Χατζηχρήστος σύχναζε στο μπαράκι του Μάριου Δαλέζιου («καφέ μπαρ ο Μάριος»), στην οδό Ίωνος 8, στην Ομόνοια, που ο Τάκης Μπίνης αποκαλεί «στρατηγείο του ρεμπέτικου». Εκεί συναντιούνταν και έκλειναν δουλειές και συνεργασίες μουσικοί, συνθέτες, στιχουργοί, τραγουδιστές, οργανοποιοί, ένας ολόκληρος κόσμος που ζούσε από το λαϊκό τραγούδι. Κάποιες φορές το έριχναν έξω παίζοντας και τραγουδώντας, στο πατάρι του μπαρ. Πολλές τέτοιες βραδιές θυμάται ο Μπίνης που έκανε παρέα με τον Απόστολο Χατζηχρήστο, τον Στέλιο Κηρομύτη, τον Λευτέρη Τσαγκάρη, τον Γιώργο Λαύκα και τον Ορφέα Κρεούζη.17

Ο Χατζηχρήστος διακρινόταν ανάμεσα σε άλλους τραγουδιστές και δημιουργούς εκτός των άλλων και για το εντυπωσιακά κομψό ντύσιμό του. «Με παπιγιόν κυκλοφορούσε πολλές φορές και ο Απόστολος Χατζηχρήστος που υπήρξε από τους κορυφαίους του ρεμπέτικου (συνθέτης, μπουζουξής, ενορχηστρωτής, τραγουδιστής) και οι συνάδελφοί του τον χαρακτήριζαν ως πολύ σοβαρό και καλοκάγαθο άνθρωπο. Του άρεσε όμως το λούσο: παπούτσι λουστρίνι, κεντημένο μαντιλάκι και χρυσή καρφίτσα στην γραβάτα, όταν δεν φορούσε παπιγιόν» σημειώνει ο Πάνος Γεραμάνης.18 «Ο Χατζηχρήστος φορούσε πάντα μαύρο κοστούμι, γραβάτα, μπριγιαντίνη στα μαλλιά» θυμάται19 η ρεμπέτισσα Ρένα Στάμου. Και ο Γιώργος Ζαμπέτας υπογραμμίζει με μια δόση υπερβολής την έμφαση που έδιναν στην εμφάνισή τους οι πρωταγωνιστές του πάλκου: «Όλων αυτών των παλιών η εμφάνιση ήταν τέλεια, τελειότατη. Μη τυχόν κι είχε σκόνη το παπούτσι, έπρεπε να πέσει να πεθάνει, να καεί το σύμπαν. Μη τυχόν και δεν ήτανε σιδερωμένο το παντελόνι, μη τυχόν και δεν υπήρχε γιλέκο… Βέβαια! Ο Μητσάκης ήτανε ο πιο μοντέρνος, αυτός χρησιμοποιούσε γραβάτα, που και που το κόλλαγε και το παπιόν. Κι ο Χατζηχρήστος φόραγε γραβάτα, πάντα σκούρα και το κλασικό το καβουράκι, το μπορσαλίνο…Ωραίοι άνθρωποι, σοβαροί κι αξιοσέβαστοι, τους αγαπούσε ο κόσμος»20

Εγωκεντρισμός, ωραιοπάθεια, ματαιοδοξία ή σεβασμός στο κοινό; Η απάντηση σίγουρα δε μπορεί να είναι η ίδια για όλους. Για τον Χατζηχρήστο όμως με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε ότι τα τρία πρώτα απουσίαζαν παντελώς από τον χαρακτήρα του και τις δικές του, αξιακές αποσκευές. Κάποιες φορές η εμφάνιση των πρώτων ονομάτων, μουσικών και τραγουδιστών, αποτελούσε μέρος μιας συνολικότερης στάσης τους, που είχε να κάνει με τον τρόπο που αντιμετώπιζαν τη δουλειά τους και τον αποδέκτη της, το κοινό. Έτσι, εκτός από την προσεγμένη εμφάνιση χρησιμοποιούσαν και τη βαρύτητα του λόγου τους όσο αφορά στα παρεχόμενα είδη (φαγητό, ποτά κλπ) και υπηρεσίες της ταβέρνας ή του κέντρου διασκέδασης όπου εμφανίζονταν. Την αναφορά του Ζαμπέτα στον Μητσάκη δεν την προσθέσαμε τυχαία, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης λίγο πιο κάτω.

Ο Απόστολος Χατζηχρήστος υπήρξε στα νταραβέρια του ντόμπρος, έντιμος και καθαρός. Φιλότιμος και συμπονετικός, δεν δίσταζε να βάλει το χέρι στην τσέπη και να προσφέρει βοήθεια, είτε του είχε ζητηθεί είτε όχι. Υπήρξε άντρας με αρχές και αξίες που τις ακολουθούσε απαρέγκλιτα, τόσο στην προσωπική όσο και την επαγγελματική του διαδρομή. Η αυστηρότητά του, που τονιζόταν από το παρουσιαστικό και το ντύσιμό του, δεν τον έκανε λιγότερο δίκαιο ή καλόκαρδο. «Ο πατέρας μας είχε πολύ τρυφερή καρδιά. Ήταν όμως και σκληρός…Ήταν αυστηρός αλλά ξύλο δεν είχαμε φάει ποτέ από το μπαμπά. Το ξύλο του ήταν η ματιά του» έχει πει η κόρη του Πόπη Μπάρδη.21

«Της αγάπης μας τη στάχτη ψάχνω προσπαθώ
μήπως κι έβρω καμιά σπίθα για να ζεσταθώ…»

Το 1938 ο 17χρονος τότε Γιώργος Μητσάκης αναζητά τον δρόμο που θα τον βάλει στο χώρο του λαϊκού τραγουδιού. Φοράει ακόμα κοντό παντελονάκι, ενώ παίζει μπουζούκι όταν γνωρίζεται με τον Χατζηχρήστο στη Δραπετσώνα. Ο Χατζηχρήστος εκείνη την εποχή γνωρίζει μεγάλη επιτυχία με το τραγούδι του «Αλήτη μ’ είπες μια βραδιά». Με τη γυναίκα του, τη Γαρυφαλλιά, θ’ ανοίξουν την πόρτα του σπιτιού τους και θα δείξουν στον άσημο νεαρό ανθρωπιά, φιλοξενώντας τον για μήνες.

Ο Απόστολος Χατζηχρήστος με τον Ηλία Ποτοσίδη

Τον χειμώνα του 1938 ο Μητσάκης πρωτοβγαίνει στο πάλκο με τον Χατζηχρήστο και τον Ηλία Ποτοσίδη. «Φορούσα πάνινα παπούτσια Ελβιέλα και επειδή ήταν άσπρα, για να μη με κοροϊδεύουν τα έβαφα καφέ» θυμάται ο ίδιος.22 «Το 1939 με πήρε μαζί του στο Θησείο, στου Πίκινου τη Μπύρα (έτσι λεγόταν το κέντρο) για δυο μήνες. Ύστερα εγώ τράβηξα το δρόμο μου. Αλλά από τότε μείναμε φίλοι, μέχρι το τέλος της ζωής του», θα πει για τον Χατζηχρήστο πολλά χρόνια αργότερα.23

Απόστολος Χατζηχρήστος – Γιώργος Μητσάκης

Ο Χατζηχρήστος υπήρξε πατρική φιγούρα για νεότερους καλλιτέχνες, που τους ενθάρρυνε στα πρώτα βήματά τους αλλά και όποτε χρειάστηκε τους προστάτευσε. Η Ρένα Στάμου έχει ερμηνεύσει σε πρώτη εκτέλεση δυο τραγούδια του, σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη – Τσάντα. Τον Γενάρη του 1952 είναι μόλις 22 χρόνων όταν ηχογραφεί «Το βασανάκι» με δεύτερη φωνή τον Πρόδρομο Τσαουσάκη και κάνει δεύτερη φωνή στον ίδιο στο «Παραπονιάρικό μου» σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη – Τσάντα (λιγότερο γνωστό από το διαχρονικό «Παραπονιάρικο» (Ό,τι κι αν έχεις στην καρδιά) του Απ. Χατζηχρήστου σε στίχους Γιάννη Λελάκη).

«Ματώνουνε τα στήθια μου που όλο κλαις μικρό μου
πες μου σε τι σε πίκρανα παραπονιάρικο μου…»

Περισσότερο από μισό αιώνα μετά η ίδια μιλάει διατηρώντας γλυκά συναισθήματα για τον Χατζηχρήστο24: «Ο Χατζηχρήστος ήτανε σαν πατέρας μου. Ήταν πολύ σοβαρός οικογενειάρχης, ηθικότατος. Φαινόταν από το σύνολο της συμπεριφοράς του, όχι μόνο σε μένα, που ήμουνα η πιο μικρή από όσες είχανε βγει, το πιτσιρίκι. Ήτανε αγαπητός, προστατευτικός, όχι μόνο για μένα, αλλά για όλες. Μιλούσε πάντοτε με γλυκό τρόπο, με γλυκό ύφος. Όταν έβλεπε τη Χρυσάφη, τη Ντάλια, την Γκρέυ στο καφενείο των μουσικών, έπρεπε να τις καλημερίσει, να τις ρωτήσει για την οικογένεια, όσες ήτανε παντρεμένες… Ήτανε γλυκομίλητος και αυστηρός σε αυτά που έλεγε. Γελαστός αλλά πολύ αυστηρός… Δεν είχα ακούσει από κανένα συνάδελφο, άντρα ή γυναίκα, να πει ένα κακό λόγο για τον Χατζηχρήστο… Όλοι μιλούσαν με αγάπη γι’ αυτόν…».

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 λίγοι λαϊκοί συνθέτες μπορούν να γράψουν τη μουσική των τραγουδιών τους σε παρτιτούρες. Κάτι που ήταν όμως απολύτως αναγκαίο αφού πριν εκδώσει μια δισκογραφική εταιρεία ένα δίσκο έπρεπε να έχουν κατατεθεί οι παρτιτούρες των τραγουδιών στο Υπουργείο Προεδρίας για… να πάρουν έγκριση, δηλαδή να περάσουν από την επιτροπή λογοκρισίας.

Ο Θόδωρος Δερβενιώτης, πριν ακόμα γίνει ο σπουδαίος μουσικοσυνθέτης του κλασικού λαϊκού τραγουδιού, έκανε αυτή τη δουλειά για να βγαίνει το μεροκάματο. Συχνάζοντας στο θρυλικό μπαράκι του Μάριου, γνωρίζει, γράφοντας τα τραγούδια τους στο χαρτίς, μεταξύ άλλων τον Πάνο Πετσά, τον Γεράσιμο Κλουβάτο, τον Γιάννη Παπαϊωάννου, τον Στέλιο Χρυσίνη και τον Απόστολο Χατζηχρήστο. Η συνεργασία του με τον Χατζηχρήστο λίγα χρόνια μετά θα μεταφερθεί στο πάλκο. Ο Δερβενιώτης είναι το νεότερο μέλος του λαϊκού συγκροτήματος που με επικεφαλής τον Χατζηχρήστο φτάνει από την Αθήνα στο Νησί της Καλαμάτας. Δεκαετίες μετά στη βιογραφία του αναφέρει25 ότι στην ανάπαυλα του ταξιδιού, την ώρα που ο ίδιος κοιμόταν οι παλιοί ρεμπέτες «είχαν εξαφανιστεί, γιατί ξέρανε πού ήτανε τα στέκια, η πηγή του χασισιού. Πήγανε, προμηθευτήκανε και φτιάξανε τα τσιγαρλίκια τους, τα οποία φαίνονταν αθώα, κανονικά τσιγάρα».

Ο ίδιος περιγράφει γλαφυρά ένα περιστατικό σχετικό με την προσωπικότητα του Χατζηχρήστου και την πατρική στάση του απέναντι στα νέα παιδιά του σιναφιού. Αξίζει να μεταφερθεί ολόκληρη η περιγραφή26: «Φάγαμε, κοιμηθήκαμε, σηκωθήκαμε το πρωί. Είχε μια σάλα με σανίδια και καθίσαμε κάτω οκλαδόν, σταυροπόδι. Μας φέρανε και τους καφέδες, βγάλαμε και τα τσιγάρα. Καφές χωρίς τσιγάρο δε γίνεται. Έβγαλα κι εγώ το δικό μου κι ετοιμαζόμουνα να το ανοίξω. Δίπλα μου καθόταν ένας μπουζουξής, ο Αντώνης, που τον είχε πάρει ο Απόστολος στο συγκρότημα. Ήτανε πολύ ψηλός, είχε κάτι μπράτσα! Και δίπλα καθόταν ο Χατζηχρήστος. Με το που ετοιμαζόμουν να ανοίξω το πακέτο, αυτός ο ψηλός, από εκεί που καθόταν απλώνει το χέρι του, για να μου δώσει ένα τσιγάρο απ’ τα δικά του… Δε φαινόταν τίποτα το ύποπτο… Κάνω, λοιπόν, εγώ να το πάρω κι ακούω ένα – φλαπ! Μία ανάποδη από τον Χατζηχρήστο στο ντερέκι αυτό. Τον είχε χαστουκίσει. Ταυτόχρονα του λέει: “Άσ’ το κάτω, ρε! Δεν το βλέπεις το παιδάκι; Επειδή βγάλαμε εμείς τα μάτια μας, πρέπει να τα βγάλουμε κι αυτουνού;” Κέρωσα εγώ, άσπρισα. Λέω, τώρα άμα σηκωθεί αυτός, θα τον βουτήξει τον Χατζηχρήστο, θα τον σηκώσει απάνω και θα τον πετάξει μακριά. Θα χαλάσει η δουλειά και δεν έχουμε ούτε το εισιτήριο για να γυρίσουμε στην Αθήνα. Αυτοί ξέρανε τι τσιγάρο ήταν. Έλα, όμως, που ο Χατζηχρήστος ήταν αυστηρός, ένας δεύτερος μπαρμπα-Βισβίκης. Και μ’ έκοψε τι άνθρωπος ήμουνα, γι’ αυτό με πήγαινε και στο σπίτι του. Δίνει, λοιπόν, το χαστούκι στον άλλο, κι εκεί που περίμενα εγώ να γίνουν σημεία και τέρατα, ακούω: “Κύριε Απόστολε, δεν ήξερα…” Κι έληξε το επεισόδιο εδώ. (…) Ο χαρακτήρας του Χατζηχρήστου ήτανε και λίγο δύστροπος, αυστηρός, αλλά ήταν καλός με τους συναδέλφους του. Ήθελε το συγκρότημα να δείχνει προς τα έξω μια καλή εικόνα…».

«Κέντρον Ο ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΣ (Τζιτζιφιές) – ΜΕΓΑ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟΝ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ – Οι Δώδεκα Άσσοι του Μοντέρνου Λαϊκού Τραγουδιού από τους Φωνογραφικούς Δίσκους όλων των Εταιριών. ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΑ: Ι. Παπαϊωάννου, Γ. Μητσάκης, Μάρκος Βαμβακάρης, Α. Χατζηχρήστος, Σ. Κερομύτης, Γ. Μανισαλής, Ηλ. Ποτοσίδης, Αργύρης Βαμβακάρης. Ζαχαρίας Κασιμάτης (κιθάρα), Κώστας Ρούκουνας (Σαμιώτης) (κιθάρα), Μήτσος Μασσέλος (Πιάνο)» – 1947-48. Ο Απόστολος Χατζηχρήστος καθιστός, δεύτερος από αριστερά – Πηγή φωτογραφίας: «Γιάννης Παπαϊωάννου, Ντόμπρα και σταράτα», επιμέλεια Κώστας Χατζηδουλής, εκδόσεις Κάκτος, 1982

Από το 1946 έως το 1953  ο Απόστολος Χατζηχρήστος θα εμφανιστεί  ως όνομα πρώτης γραμμής στα καλύτερα λαϊκά κέντρα. Στη συνέχεια, καθώς το ρεμπέτικο, όπως έγινε γνωστό και εδραιώθηκε προπολεμικά, παραμερίζεται μαζί με τους δημιουργούς από τις δισκογραφικές εταιρείες, δουλεύει με κομπανίες σε ταβέρνες και λαϊκά μαγαζιά περιπλανώμενος ανά την Ελλάδα.

Ο Χατζηχρήστος (στο μέσον) με τη γυναίκα του Γαρουφαλλιά και κάποιο συγγενή. Μετά από λίγες βδομάδες θα πεθάνει – Πηγή φωτογραφίας και σχολιασμού: Κώστα Χατζηδουλή, «Ρεμπέτικη ιστορία, Περπινιάδης – Γενίτσαρης – Μάθεσης – Λελάκης». Εκδόσεις Νεφέλη

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 χτυπιέται από τον καρκίνο στους πνεύμονες. Βαριά άρρωστος και χωρίς την οικονομική δυνατότητα ν’ αποχτήσει τα φάρμακά του – ποιος; ο Χατζηχρήστος που πάντα χάριζε ή μοιραζόταν με τους άλλους το έχω του! – αναγκάζεται να πουλήσει το μπουζούκι του στον Γρηγόρη Μπιθικώτση, έναντι 1.000 δραχμών. Δυο χρόνια μετά το θάνατό του, η γυναίκα του και η κόρη του Πόπη επισκέπτονται τον Μπιθικώτση στο κέντρο που τραγουδάει και του προσφέρουν τα διπλάσια χρήματα για να τους το επιστρέψει, ως οικογενειακό κειμήλιο πια, αλλά συναντούν την άρνησή του (μαρτυρία Πόπης Μπάρδη27)…

«Γλυκοβραδιάζει κι ο ντουνιάς αμέριμνος γλεντάει
την ώρα που ο Χάροντας την πόρτα μου χτυπάει…»

Ο σπουδαίος δημιουργός και ερμηνευτής τόσων μεγάλων επιτυχιών, διαχρονικές οι περισσότερες, ο καλοσυνάτος και γλυκός άνθρωπος που αγαπήθηκε όσο λίγοι από το κοινό αλλά και τους συναδέλφους του, ο «καλός άγγελος» των μη εχόντων και των κατατρεγμένων, ο ρεμπέτης με τους ανοιχτούς μουσικούς ορίζοντες που «του άρεσε πολύ το δημοτικό τραγούδι, η Ίμα Σουμάκ, ο Φώτης Πολυμέρης και ο Νίκος Γούναρης» (μαρτυρία της κόρης του Ευαγγελίας Χατζηχρήστου28) θα φύγει από τη ζωή στις 5 του Ιούνη 1959, μόλις στα 55 του χρόνια, για να στοιχηθεί δίπλα στους μεγάλους αθάνατους του ρεμπέτικου και του λαϊκού μας πολιτισμού και να πάρει μια θέση στην καρδιά όσων «κοιτάζουν» λίγο πίσω και πέρα από τις νότες και τους στίχους των τραγουδιών.

Ο Απόστολος Χατζηχρήστος ανήκει στους μεγάλους δημιουργούς και εκτελεστές που αφήνουν παρακαταθήκη στις νεότερες γενιές, εκτός από το σπουδαίο έργο τους, και την περπατησιά τους. Μαζί με τον αδελφικό του φίλο, Γιάννη Παπαϊωάννου, τον Βαγγέλη Παπάζογλου και άλλους, ο Χατζηχρήστος ανήκει στην κατηγορία των ρεμπετών που ο τρόπος που πορεύτηκαν στη ζωή, οι αξίες που έφεραν και η ανθρωπιά τους αποτελούν παντοτινό παράδειγμα, για τον λαϊκό δημιουργό-καλλιτέχνη και γενικότερα για τον άνθρωπο «που θέλει να λέγεται άνθρωπος».

 

Βιβλιογραφία – Πηγές

1,5,6,7.«Γιάννης Παπαϊωάννου, Ντόμπρα και σταράτα», Αυτοβιογραφία. Επιμέλεια Κώστας Χατζηδουλής. Εκδόσεις Κάκτος, 1982

2,10,12,13.Πάνου Σαββόπουλου, «Απόστολος Χατζηχρήστος, ο γενναιόδωρος». Ιστοσελίδα «Ρεμπέτικο φόρουμ», 2 Ιούνη 2009

3.Πάνου Σαββόπουλου, «Απόστολος Χατζηχρήστος». Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», 21 Μάη 2010

4.«Αφιέρωμα στον Απόστολο Χατζηχρήστο – Κώστας Καλαφάτης». Εκπομπή «Τα παντελόνια είναι περίεργα ρούχα» (παρουσίαση Πάρης Μήτσου) στην τηλεόραση του 902

8,19,24.Νέαρχου Γεωργιάδη, Τάνιας Ραχματούλινα, «Ρένα Στάμου, Μια εγκυκλοπαίδεια του Ρεμπέτικου». Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2009

9,15.Κώστα Χατζηδουλή, «Ρεμπέτικη ιστορία, Περπινιάδης – Γενίτσαρης – Μάθεσης – Λελάκης». Εκδόσεις Νεφέλη

11,21,23,28.«Θόδωρος Παπαδόπουλος – Απόστολος Χατζηχρήστος, Βίοι παράλληλοι», στη σειρά εκπομπών «Οι παλιοί μας φίλοι» (παρουσίαση Γιώργος Παπαστεφάνου. Επιμέλεια του αφιερώματος: Γιώργος Παπαστεφάνου – Κώστας Αυγέρης. Προβλήθηκε στην ΕΤ-1 την περίοδο 1991-92

14,27.«Απόστολος Χατζηχρήστος… ο ρεμπέτης κανταδόρος». Εκπομπή «Έχει γούστο» στη ΝΕΤ (παρουσίαση Μπήλιω Τσουκαλά), 16 Φλεβάρη 2009

16,17,18,22.Πάνου Γεραμάνη, «Η ζωή μου ένα τραγούδι». Εκδόσεις Καστανιώτη, 2007

20.Ιωάννας Κλειάσιου, «Και η βρόχα έπιπτε… στρέιτ θρου. Γιώργος Ζαμπέτας, βίος και πολιτεία». Εκδόσεις Ντέφι, 1997

25,26.Νέαρχου Γεωργιάδη, Τάνιας Ραχματούλινα, «Ο Θόδωρος Δερβενιώτης και το μετεμφυλιακό τραγούδι». Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2003

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: