“Υπεράνω πάσης υποψίας / Investigation of a Citizen Above Suspicion” του Έλιο Πέτρι (Ιταλία, 1970)
Με μια πολιτική και ψυχαναλυτική ματιά, ο Πέτρι δημιουργεί μια ταινία που, 56 χρόνια μετά, παραμένει τραγικά επίκαιρη, αποκαλύπτοντας το πραγματικό πρόσωπο του αστυνομικού κράτους και των μηχανισμών που το στηρίζουν.
«Φυλάσσουμε τον νόμο, που θέλουμε να μείνει αναλλοίωτος στον χρόνο. Ο κόσμος είναι ανώριμος, η πόλη άρρωστη. Το δικό μας καθήκον είναι να καταστέλλουμε. Η καταστολή είναι το εμβόλιό μας. Η καταστολή είναι πολιτισμός».
Τα λόγια ανήκουν στον διευθυντή του τμήματος ανθρωποκτονιών της ιταλικής αστυνομίας, που λίγο πριν έχει προαχθεί σε υψηλότερη θέση, ως επικεφαλής της πολιτικής ασφάλειας της χώρας. Βέβαια, λίγο νωρίτερα έχει διαπράξει και ο ίδιος ένα έγκλημα, σκοτώνοντας την ερωμένη του μέσα στο πλαίσιο μιας νοσηρής και σαδομαζοχιστικής σχέσης, όπου ο ερωτισμός, η βία και η εξουσία μπλέκονται αξεδιάλυτα.
Η φασίζουσα λογική που απορρέει από τα λόγια του μεγαλοστελέχους της ασφάλειας της χώρας είναι γνωστή: αποτελεί τον βασικό πυλώνα των εξουσιαστικών μηχανισμών λειτουργίας του κράτους αστυνόμευσης και υποταγής, που στο όνομα του νόμου διαπράττει στυγερά εγκλήματα. Ο νόμος είναι νόμος, τα δικαστήρια αποφασίζουν γι’ αυτόν. Πολύ πρόσφατα είδαμε δημοσιογράφο, φερέφωνο της εξουσίας, να ωρύεται: πώς είναι δυνατόν εργαζόμενοι να καταπατούν τον νόμο του δικαστηρίου που έκρινε την απεργία τους παράνομη;
Η ταινία του Πέτρι μπορεί να κυκλοφόρησε το 1970, την ίδια χρονιά με τον «Κονφορμίστα» του Μπερτολούτσι, αλλά και οι δύο παραμένουν τραγικά επίκαιρες, ανατέμνοντας τον τρόπο με τον οποίο η φασίζουσα λογική αναπτύσσεται, καλλιεργείται και ριζώνει βαθιά στις συνειδήσεις των ανθρώπων.
Στην ταινία του Πέτρι, ο ήρωας αντλεί από τη δύναμη που του δίνει η εξουσία του, και ο Πέτρι καταγράφει με χειρουργική ακρίβεια τα χαρακτηριστικά του αστυνομικού κράτους, που η λειτουργία του στηρίζεται στις υποκλοπές, στη βία, στα βασανιστήρια,στον εξαναγκασμό, στην ενοχοποίηση αθώων ανθρώπων, στα φακελώματα όσων αντιδρούν στην καταστολή, στον φόβο των υπαλλήλων που τους ανατίθεται η εφαρμογή του νόμου και που το μόνο που ξέρουν καλά είναι να σιωπούν και να μη βλέπουν, στον φόβο των ανθρώπων. Ο ήρωάς του είναι ένα ανθρωπάκι, «ένα παιδί», όπως τον αποκαλεί η ερωμένη του, για να τον ταπεινώσει και να του τονίσει την ανεπάρκεια του ανδρισμού του, η οποία στη σχέση τους συνδέεται με τη σεξουαλική ανικανότητα. Κινείται και εκείνη μέσα στο ίδιο πλαίσιο αναφοράς, όπου ο ανδρισμός κρίνεται από την επίδειξη της σεξουαλικής ικανότητας, ως κομμάτι ισχύος και ανδρικής επιβολής πάνω στο γυναικείο σώμα. Σε μια σχέση όπου ο ανδρισμός μετριέται με όρους σεξουαλικής κυριαρχίας, και όταν αυτή η κυριαρχία δεν εκπληρώνεται, υποκαθίσταται από τη δύναμη που αντλεί ο ήρωας από την πραγματική εξουσία που του δίνει το κράτος. Στα σαδομαζοχιστικά τους παιχνίδια, η ερωτική πράξη αντικαθίσταται από ένα παιχνίδι ανάκρισης: η γυναίκα, η ερωμένη του, αντλεί ηδονή ως ανακρινόμενο πρόσωπο, ενώ εκείνος παίρνει τη θέση του ανακριτή που επιβάλλεται, όπως ακριβώς επιβάλλεται και στους ανθρώπους που ανακρίνει. Η δύναμη που του δίνει η θέση του τον κάνει να νιώθει υπεράνω όλων. Έτσι, όλη η ανεπάρκεια του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς του καλύπτεται μέσα από αυτή τη σχέση.
Είναι αυτή η οπτική της ψυχαναλυτικής ματιάς στο εγχείρημα του Πέτρι, να αποδώσει τη μετατροπή των κατεχόντων την εξουσία σε αδηφάγα κτήνη, βουτηγμένα στην απανθρωπιά και την ανηθικότητα, με προμετωπίδα πάντα τη διασφάλιση της εφαρμογής του νόμου και της τάξης. Ενός νόμου που υποτίθεται πως βρίσκεται υπεράνω όλων, αλλά που τελικά υπεράνω του βρίσκονται οι θεματοφύλακές του.

Ο ήρωας, μέσα στην εμμονική του παράνοια – να αποδείξει ότι η εξουσία του τον κάνει άτρωτο – προσπαθεί να αποδείξει πρωτίστως στον εαυτό του ότι κανείς δεν μπορεί να τον πειράξει. Διαπνέεται από τόση έπαρση και σιγουριά, που ενώ έχει διαπράξει το έγκλημα, αφήνει ένα σωρό ενοχοποιητικά στοιχεία μπροστά στα μάτια της αστυνομίας, σίγουρος πως δεν θα ληφθούν υπόψη. Κάτι που επιβεβαιώνει πόσο στεγανό είναι το σύστημα της δικαιοσύνης, το οποίο πρωτίστως προστατεύει τα δικά του παιδιά.

Τα πράγματα ξεφεύγουν αρκετά, όταν ο ήρωάς μας επιστρέφει στο «δειλό παιδί» που είναι, με τα χίλια απωθημένα και τα δυσεπίλυτα προσωπικά κενά, τη στιγμή που εμφανίζεται μπροστά του ο αναρχικός αγωνιστής φοιτητής. Εκείνος αρνείται να τον καταδώσει, παρόλο που είναι αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας. Και αρνούμενος να τον καταγγείλει, του δείχνει πως ξέρει ότι η δικαιοσύνη θα τον προστατέψει. Τον αφήνει να ζει με το έγκλημά του, και είναι εκεί που ο ανθρωπάκος μας συνειδητοποιεί, με αυτόν τον ανορθόδοξο τρόπο, ότι το σύστημά του μπάζει.
Είναι η στιγμή που ο φοιτητής τον νικά με τα ιδεολογικά του όπλα, όχι με τα δικαστικά, που είναι δικά του. Δεν παίζει το παιχνίδι του, και έτσι τον νικά. Και δεν είναι ότι δεν γνωρίζει τους όρους και τους κανόνες του παιχνιδιού. Είναι ότι ακριβώς επειδή τους γνωρίζει, δεν δίνει στον αντίπαλό του την ευκαιρία να παίξει στο στημένο παιχνίδι της εξουσίας και της δικαιοσύνης, όπου ξέρει ότι εκείνος θα νικήσει. Πρόκειται περί ηθικής νίκης.

Με μια μίξη πολλών κινηματογραφικών ειδών , λίγο αστυνομικό θρίλερ, αρκετά στοιχεία γκροτέσκου, αλλά και επιρροές από τον νεορεαλιστικό κινηματογράφο, ο Πέτρι φτιάχνει μια ταινία των άκρων, των συμβολικών άκρων. Αλλά τα σύμβολα είναι που πολλές φορές ξεκαθαρίζουν το θολό τοπίο της πραγματικότητας.
Η ταινία λειτουργεί στην πραγματικότητα σαν καθρέφτης. Όχι ένας καθρέφτης που αντανακλά απλώς τον κόσμο της εξουσίας όπως φαίνεται, αλλά ένας καθρέφτης που αποκαλύπτει την πραγματικότητα που τον στοιχειοθετεί: τη βαθιά σαπίλα του. Και αυτή η σαπίλα, επειδή λειτουργεί μέσα σε πολύ βαθιά ριζωμένα πλαίσια, μοιάζει τελικά με φυσιολογική κανονικότητα. Όσοι μετέχουν σε αυτόν τον κόσμο την αποδέχονται, μαθαίνοντας να σιωπούν, να κρατούν ερμητικά κλειστά τα μάτια και να περιμένουν ίσως κάποτε να ξεφύγουν από αυτήν, για να ζήσουν μια κανονική ζωή. Πόσο πολύ βαθιά νυχτωμένοι είναι.

Ο Τζιαν Μαρία Βολοντέ, σε έναν από τους καλύτερους ρόλους του, ενσαρκώνει άψογα τον αλαζόνα αξιωματούχο, τον γεμάτο έπαρση, τον αλάνθαστο, τον εμμονικό υποστηρικτή της καταστολής απέναντι σε όσους αντιδρούν. Στο πρόσωπό του βλέπουμε πολλούς σύγχρονους πολιτικούς, εγχώριους και μη, πολλούς ανθρώπους της εξουσίας που μιλούν στο όνομα του νόμου, αλλά στην πραγματικότητα υπερασπίζονται μόνο την ισχύ τους.
Θα τιμωρηθεί τελικά για το έγκλημά του ο επιθεωρητής; Ο Πέτρι δεν μας δίνει καθαρή απάντηση. Η σκηνή όπου οι ανώτεροί του αρνούνται να δεχτούν την ενοχή του αποκαλύπτεται ως όνειρο, όμως όταν ξυπνά, οι ίδιοι άνθρωποι φτάνουν πραγματικά στο σπίτι του. Το τι θα συμβεί μένει ανοιχτό. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η τραγική δύναμη του τέλους: δεν έχει πια σημασία μόνο αν θα τιμωρηθεί ένας δολοφόνος, αλλά αν ένα σύστημα εξουσίας μπορεί πραγματικά να στραφεί εναντίον του εαυτού του. Αλλά πρόκειται μάλλον περί ρητορικής ερώτησης.
Η ταινία επαναπροβάλλεται σε πολλά θερινά σινεμά.
