«Tuner» του Ντάνιελ Ρόερ (Αμερικανοκαναδική παραγωγή, 2025)
Αναζητώντας την αρμονία σε έναν χαοτικό κόσμο
Ο σκηνοθέτης της ταινίας, Ντάνιελ Ρόερ, εξηγεί σε συνέντευξή του ότι ο πραγματικός κουρδιστής πιάνων που ενέπνευσε την ιστορία τού μίλησε για τις δυνάμεις που κάνουν ένα πιάνο να ξεκουρδίζεται. Η δουλειά του κουρδιστή είναι να επαναφέρει την τάξη εκεί όπου φυσιολογικά δημιουργείται χάος.
Έχοντας παρακολουθήσει την ταινία και διαβάζοντας εκ των υστέρων το συγκεκριμένο απόσπασμα από τη συνέντευξη του σκηνοθέτη, σκέφτηκα ότι η προσπάθεια του βασικού ήρωα, του Νίκι Γουάιτ, ο οποίος εργάζεται ως κουρδιστής πιάνων, μπορεί να αναχθεί στην ευρύτερη προσπάθεια του ανθρώπου να αποκαταστήσει την αρμονία μέσα σε ένα χαοτικό και πολύβουο σύμπαν. Το πιάνο, στην περίπτωση αυτή, λειτουργεί ως μεταφορά του ίδιου του κόσμου. Η αρμονία του δεν είναι μόνιμη ούτε δεδομένη, αλλά διαταράσσεται από τις δυνάμεις που ασκούνται επάνω του και χρειάζεται συνεχώς να αποκαθίσταται.
Με αντίστοιχο τρόπο, και η ανθρώπινη ζωή μοιάζει να κινείται ανάμεσα στην τάξη και την αταξία, στην αρμονία και την παραφωνία, στο ηθικό και το ανήθικο. Ζούμε σε έναν κόσμο που εμφανίζεται χαοτικός, πρόκειται, όμως, για ένα χάος που υπόκειται σε ένα σύστημα κανόνων. Ο μόνος τρόπος για να αντιληφθούμε την ύπαρξη αυτών των κανόνων και να τους κατανοήσουμε είναι να εντάξουμε τόσο τους ίδιους όσο και τον εαυτό μας σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο λειτουργίας, συμβατό με την κατάσταση που κάθε φορά αναλύουμε. Και η αναζήτηση της αλήθειας, της προσωπικής μας αλήθειας, δεν αφορά, επομένως, απλώς τη γνώση του «είναι», αλλά κυρίως την προσπάθεια να το κατανοήσουμε. Να αντιληφθούμε, δηλαδή, τον τρόπο με τον οποίο τα φαινόμενα συνδέονται, αποκτούν νόημα και μπορούν, έστω προσωρινά, να ενταχθούν σε μια μορφή αρμονίας. Μόνο τότε μπορούμε να αντιληφθούμε ότι μέσα από το χάος μπορεί να αναδυθεί μια μορφή τάξης.
Ο Νίκι πάσχει από υπερακουσία, μια ασθένεια που δεν του επιτρέπει να ακούει δυνατούς θορύβους. Πρόκειται, όμως, για μια ασθένεια που ταυτόχρονα τον προστατεύει από τους εξωτερικούς θορύβους ενός κόσμου που βροντοφωνάζει τις αδικίες που τον καθιστούν χαοτικό. Την αδικία τού να μην μπορείς να καλλιεργήσεις το ταλέντο σου εξαιτίας ανεξέλεγκτων καταστάσεων. Την αδικία τού να ακούς την παραφωνία μιας νότας, αλλά να μην μπορείς να την ακούσεις μέσα στην εκτέλεση ενός ορχηστρικού κομματιού. Την αδικία τού να έχεις δουλέψει σε όλη σου τη ζωή και να μην μπορείς να νοσηλευτείς σε ένα νοσοκομείο, επειδή απαιτείται ένα αστρονομικό ποσό για τα νοσήλιά σου.
Ο Nίκι αισθάνεται ότι η ζωή τού χρωστά, επειδή δεν μπορεί πλέον να παίξει πιάνο. Εξαιτίας της υπερακουσίας του, δεν μπορεί να αντέξει τους δυνατούς ήχους που παράγονται από την αρμονική σύνθεση των νοτών μέσα σε ένα μουσικό κομμάτι. Μπορεί, όμως, να αναλύσει τον ήχο κάθε νότας ξεχωριστά και, με αυτόν τον τρόπο, να διορθώσει την ατέλειά της. Κάποτε ήταν παιδί-θαύμα στο πιάνο, τώρα είναι ένας εξαιρετικός κουρδιστής. «Μια νότα μπορεί να ακούγεται τέλεια από μόνη της, αλλά να μην ταιριάζει με τις υπόλοιπες ογδόντα επτά νότες του πιάνου», ακούμε τον Niki να λέει σε μία σκηνή της ταινίας. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι η επιδίωξη του τέλειου μεμονωμένου ακούσματος, αλλά η εναρμόνιση. Ή, ακριβέστερα, το εναρμονισμένο άκουσμα είναι τελικά ο στόχος. Προεκτείνοντας αυτή την ιδέα στη ζωή του, ο Nίκι μοιάζει και ο ίδιος με μια μεμονωμένη νότα μέσα σε ένα ευρύτερο μουσικό σύνολο ανθρώπων, γεγονότων και καταστάσεων. Νιώθει μέσα του την παραφωνία και την έλλειψη συγχρονισμού και προσπαθεί να εναρμονιστεί με τον κόσμο, ακολουθώντας έναν προσωπικό κώδικα ηθικών αξιών, μέσα στον οποίο ακόμη και τα αταίριαστα μπορούν να συνταιριαστούν. Ο Νίκι επιχειρεί να εντάξει την παρανομία στο ηθικό πλαίσιο ενός καλού σκοπού. Τα φαινομενικά τυχαία γεγονότα που συμβαίνουν έρχονται να αποκαταστήσουν μια μορφή τάξης. Μια τάξη, ωστόσο, μέσα στην οποία το τέλειο δεν υπάρχει ποτέ. Υπάρχει, όμως, η αρμονία, η οποία δεν αποκαθίσταται οριστικά, αλλά βρίσκεται σε μια αέναη κίνηση, όπου δίνεται ένας διαρκής αγώνας για την υπέρβαση των αδυναμιών και τη μετατροπή τους σε δυνατότητες που κατευθύνονται πάντοτε προς αυτήν.

Μέσα από αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο μπορούν να εξηγηθούν και ορισμένες εύκολες σεναριακές λύσεις. Κατά τη γνώμη μου, δεν χρησιμοποιούνται προσχηματικά, απλώς για να «κουμπώσει» ένα σενάριο που απλώνεται σε μια σύνθεση περιπέτειας, έρωτα, απώλειας, σωματικής αδυναμίας και κοινωνικής αδικίας,αλλά αποτελούν στοιχεία που συνιστούν έναν πολύβουο χαοτικό κόσμο και που πολλές φορές μας οδηγούν στο να μη θέλουμε να τον ακούσουμε ή να τον ακολουθήσουμε. Οι σεναριακές αυτές λύσεις αναδεικνύουν ότι, όσο περισσότερο κατανοούμε τους κανόνες της δυσαρμονίας και της χαοτικής κατάστασης αυτού του κόσμου, τόσο περισσότερο αντιλαμβανόμαστε ότι η ζωή μας δεν αποτελεί απλώς ένα άθροισμα τυχαίων γεγονότων. Το τυχαίο δεν αποτελεί πάντοτε αποτέλεσμα των δικών μας επιλογών. Οι επιλογές μας, όμως, που διέπονται από τους προσωπικούς μας ηθικούς κανόνες, καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούμε σε αυτό, το ερμηνεύουμε και το εντάσσουμε στη ζωή μας. Η ταινία «παίζει» πολύ με την έννοια του τυχαίου – με έναν αρκετά ευφάνταστο τρόπο θα έλεγα-που έρχεται να δράσει καταλυτικά στην προσπάθεια εναρμόνισης του εξωτερικού κόσμου με τον εσωτερικό μας κόσμο, ο οποίος βρίσκεται σε αντίφαση μαζί του. Το μοντάζ είναι πολύ καλό και οι ερμηνείες ιδιαίτερα δυνατές. Μια μεγάλη υπόκλιση αξίζει στον πολύ αγαπημένο μου Ντάστιν Χόφμαν, ο οποίος δεν φαίνεται καν να χρειάζεται να υποκριθεί, ή μάλλον η υποκριτική του μοιάζει να απορρέει από την ίδια την ειλικρίνειά του.

Πρόκειται για μια πολύ ευχάριστη ταινία σε πρώτη ανάγνωση, την οποία ο θεατής μπορεί εύκολα να απολαύσει. Από εκεί και πέρα, όμως, μπορεί να της αποδώσει πολύ περισσότερες ερμηνείες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο καταφέρνουμε να υπάρχουμε και να αποτελούμε τελικά ενεργό μέρος του κόσμου μας, αντί να αισθανόμαστε ασήμαντοι και ανίκανοι απέναντί του.
Προβάλλεται από αυτή την εβδομάδα στους κινηματογράφους.
