Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Στο Federico Garcia Lorca» του Τάκη Βαρβιτσιώτη
“…Ο γυάλινος φόβος
Παραμονεύει μέσα στις φλέβες μας.
Το αίμα σου έγινε ιώδιο
Και χρωματίζει
Το χειμερινό τζάμι της απουσίας σου…”
Ο ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής Τάκης Βαρβιτσιώτης, γεννήθηκε στις 17 του Απρίλη 1916, στη Θεσσαλονίκη και έφυγε από τη ζωή την 1η του Φλεβάρη 2011, σε ηλικία 95 ετών.
Σπούδασε νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και το 1940 διορίστηκε δικηγόρος, έμεινε, όμως, αφιερωμένος αποκλειστικά στην ποίηση.
Ο Τάκης Βαρβιτσιώτης θεωρείται ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς και ο τελευταίος της παλιάς λογοτεχνικής παράδοσης της Θεσσαλονίκης.
Έχει πει γι’ αυτόν τον ποιητή ο Οδυσσέας Ελύτης: «…βαθύς γνώστης της λυρικής τέχνης…του αξίζει έπαινος, όχι μόνον της ιδιαίτερης πατρίδας του, αλλά και των καλλιεργημένων ανθρώπων όλου του κόσμου».
Η δημοκρατία, ο σοσιαλισμός και ο χριστιανισμός, είναι το τρίπτυχο που αντιπροσώπευε και συμπύκνωνε την πνευματική του ολοκλήρωση, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του ποιητή.
Ο Τάκης Βαρβιτσιώτης έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία και το έργο του έχει μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες.
Η πρώτη ποιητική του συλλογή είναι τα “Φύλλα ύπνου”. Ακολούθησαν τα έργα:
Επιτάφιος, Το χειμερινό ηλιοστάσιο, Ξύλινο άλογο, Η γέννηση των πηγών (1959 – Βραβείο Ποίησης των Δώδεκα), Η μεταμόρφωση, Η φθινοπωρινή σουίτα, Ταπεινός αίνος προς την Παρθένο Μαρία (1977 – Βραβείο Ποίησης της Ακαδημίας Αθηνών), Άννα της απουσίας, Καλειδοσκόπιο, Η ατραπός (1984 – Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης), Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους (αφιερωμένα στον Γιάννη Ρίτσο), Ακόμα ένα καλοκαίρι, Η θαυμαστή αλιεία (παγκόσμιο βραβείο ποίησης Fernando Rielo στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, Ν. Υόρκη, 1988), Όχι πια δάκρυα, Μικρά ερωτικά εγκώμια, Το χιόνι πάντα μένει κ.ά.
Έχει εκδώσει κριτικά δοκίμια και έχει μεταφράσει πολλούς Γάλλους, Ισπανούς και Νοτιοαμερικανούς ποιητές.
Στο Federico Garcia Lorca
Τι νάγιναν τα πρόσωπά μας;
Τι νάγιναν τα φιλιά μας;
Πού νάναι τάχα το χρυσάφι των ωρών;
Πού θα κυλήσουν οι μνήμες;
Μήπως εφύτρωσε στο κλεισμένο στόμα
Ένα κίτρινο σπαρτολούλουδο;
Ποια πένθιμα πουλιά μιας θύελλας,
Ποια τρομερά παραπετάσματα
Μας κυνηγούν ακόμα;Στου ύπνου σου τη σημαία
Φέρνει το σήμαντρο μιας ανεμώνας.
Πράσινα αστέρια πέφτουνε στη θάλασσα
Ν’ αυτοκτονήσουν.
Ο γυάλινος φόβος
Παραμονεύει μέσα στις φλέβες μας.
Το αίμα σου έγινε ιώδιο
Και χρωματίζει
Το χειμερινό τζάμι της απουσίας σου.Στην αίθουσα των πάγων
Χορεύουν οι κρίνοι.
Στους ατλαζένιους ανέμους
Είναι κρυμμένοι κατάφωτοι καβαλλάρηδες,
Που μυρίζουν γιασεμί και όνειρο.Ένα κορίτσι τρομαγμένο·
Αναλύθηκε σε μουσική.
Ένα βλέφαρο ετοιμοθάνατο·
Δε θα φτάσει η άνοιξή του.
Ο ουρανός κηδεύει
Τις πεθαμένες κούκλες του.Μια θύμηση από νάρδους και τέφρα
Δένει τα χέρια της τρυφερής ζωής μας.
Γιατί σωπαίνουν τα κοχύλια;
Γιατί δεν τραγουδούνε τα παιδιά;
Τα ζώα τ’ αφανίσαμε και τα φυτά.
Οι γυναίκες μας φόρεσαν όλα τα δάκρυα
Κι όλα τα φώτα λησμονήθηκαν
Στο κοιμητήριο της πάχνης.Φωνή δική μου
Παντοτινή φίλη,
Που βγαίνεις απ’ την πέτρα
Κι έχεις επάνω σου τρία γαρούφαλλα
Και τρεις λαβωματιές,
Ντυμένη με τους καπνούς της νοσταλγίας μου,
Θαμένη μες στον άνεμο του νότου,
Ναρκωμένη ανταύγεια των αηδονιών,Αναμμένη φλογέρα
Στα χείλη του ύπνου,
Του χιονιού,
Της νωπής αθωότητας,
Της χλόης κάτω απ’ τα καινούργια στάχυα,
Στα χείλη του καιρού
Με τα κόκκινα χρώματα.
“Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα”: Δείτε όλα τα ποιήματα εδώ.
