Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Χρώμα βροχής και σίδερου» του Σαλβατόρε Κουαζίμοντο
“Και πες μου, άνθρωπε κομματιασμένε στο σταυρό,
και συ με τα χέρια σου χοντρά απ’ το αίμα,
τι θ’ απαντήσω σ’ εκείνους που ρωτούν;”
Από τους σημαντικότερους Ιταλούς ποιητές, ο Σαλβατόρε Κουαζίμοντο γεννήθηκε στις 20 του Αυγούστου 1901.
Μαζί με τους Εουτζένιο Μοντάλε, Ουμπέρτο Σάμπα και Τζουζέπε Ουνγκαρέττι θεωρείται από τους πιο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους της ιταλικής ποίησης του εικοστού αιώνα. Το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας.
Ο Σαλβατόρε Κουαζίμοντο έγραψε τα πρώτα του ποιήματά του σε νεαρή ηλικία. Η σχεδόν πενηντάχρονη ποιητική του πορεία, από τη δεκαετία του 1920 μέχρι τον θάνατό του, αποτύπωσε ορισμένες κυρίαρχες, κατά καιρούς, τάσεις της ευρωπαϊκής νεωτερικής ποίησης. Στην αρχή τα έργα του επηρεάστηκαν από τον “ερμητισμό” που είχε τις ρίζες του στον γαλλικό συμβολισμό και τελικά χαρακτηρίστηκαν έντονα από το στοιχείο του κοινωνικού προβληματισμού.
Το 1945 έγινε μέλος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η ποίησή του στράφηκε στον ανθρώπινο πόνο και στην αναζήτηση ανθρώπινων αξιών. Στην τελευταία φάση του το έργο του διαπνέεται από την ατμόσφαιρα της Αντίστασης.
Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η μεταφραστική δραστηριότητα του Σαλβατόρε Κουαζίμοντο. Ασχολήθηκε με μεταφράσεις σπουδαίων Άγγλων και Ισπανών ποιητών, όπως ο Σαίξπηρ και ο Νερούδα, καθώς και αρχαίων Ελλήνων λυρικών και του Βιργίλιου.
Βιβλία του έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν και στα ελληνικά.
Έφυγε από τη ζωή στις 14 του Ιούνη 1968.
Το ποίημα «Χρώμα βροχής και σίδερου» εμπεριέχεται στην έκδοση «Σαλβατόρε Κουαζίμοντο, Ποιήματα, Κι αμέσως βραδιάζει» (Μετάφραση, εισαγωγή, επιμέλεια: Ευριπίδης Γαραντούδης, εκδ. Πατάκη 1999).
Χρώμα βροχής και σίδερου
Έλεγες: σιωπή, θάνατος, μοναξιά·
όπως αγάπη, ζωή. Λέξεις
των πρόσκαιρων εικόνων μας.
Κι ο άνεμος υψώθηκε ελαφρύς κάθε πρωί
κι ο χρόνος χρώμα βροχής και σίδερου
πέρασε πάνω απ’ τις πέτρες,
πάνω απ’ τον κλειστό μας κύκλο των προγραμμένων.
Η αλήθεια είναι ακόμη μακριά.
Και πες μου, άνθρωπε κομματιασμένε στο σταυρό,
και συ με τα χέρια σου χοντρά απ’ το αίμα,
τι θ’ απαντήσω σ’ εκείνους που ρωτούν;
Τώρα, τώρα: πριν πέσει στα μάτια
κι άλλη σιωπή, πριν κι άλλος άνεμος
σηκωθεί κι άλλη σκουριά ανθίσει.
“Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα”: Δείτε όλα τα ποιήματα εδώ.
