Ισίδωρος Καρδερίνης – Ωδή στον Ναπολέοντα Σουκατζίδη

Ω αγωνιστή Ναπολέοντα Σουκατζίδη
Η θυσία σου παράδειγμα για όλες τις γενιές
Μύρια γαρύφαλλα στον τάφο σου στολίδι
Και τα λόγια σου σε όλες τις καρδιές.

Ω ήρωα Ναπολέοντα Σουκατζίδη
Εκειδά στην ιστορική Προύσα στη Μικρά Ασία
Ξεκίνησε της ζωής σου το σύντομο ταξίδι
Που έμελλε να είναι μια τραγική ταινία.

Μετά την ανείπωτη Μικρασιατική Καταστροφή
Η οικογένειά σου κατέληξε στη λεβέντικη Κρήτη
Εκεί σπούδασες στη Μέση Εμπορική Σχολή
Κάτω απ’ τ’ αγέρωχο βλέμμα του Ψηλορείτη.

Εργαζόσουν στο Ηράκλειο ως λογιστής
Ήσουν πολύγλωσσος και συγγραφέας
Συνδικαλιστής δυναμικός μα και κομμουνιστής
Όμορφος ανθός της ελληνικής νεολαίας.

Κατά του Μεταξά τη στυγνή Δικτατορία
Σ’ εξόρισαν στο μικρό νησί του Άη Στράτη
Κι από εκεί στις φυλακές στην Ακροναυπλία
Αλλά η ψυχή σου με κουράγιο γεμάτη.

Κι όταν κήρυξαν τον πόλεμο στη χώρα οι Ιταλοί
Επιτιθέμενοι απ’ τη γειτονική Αλβανία
Ζήτησες αμέσως να πας στην πρώτη γραμμή
Αλλά δεν στο επέτρεψε η Δικτατορία.

Απρίλη του 1941 η κυβέρνηση η κατοχική
Σε παρέδωσε προδοτικά στα χέρια των Ναζί
Τρίκαλα, Λάρισα, Χαϊδάρι η ζοφερή διαδρομή
Μες στα συρματοπλέγματα ζωή.

Στο Χαϊδάρι στο στρατόπεδο το φρικτό
Εσύ εκτελούσες άκεφα τα χρέη του διερμηνέα
Χαμένο στα νέφη του ήλιου το φως το λαμπερό
Και θεοσκότεινη εμπρός σου η θέα.

Εκτελέσεις, βούρδουλας και βασανιστήρια
Θάλαμοι που δεν είχαν καν κρεβάτια
Απερίγραπτα τρομερά ναζιστικά μαρτύρια
Άγρια σκυλιά Αλσατίας και κτηνώδη μάτια.

Επαχθείς αγγαρείες κι έργα καταναγκαστικά
Λάκκοι που οι κρατούμενοι άνοιγαν χωρίς σκοπό
Κι ύστερα κατάκοποι τους έκλειναν ξανά
Καψόνια απ’ τ’ άγρια θηρία χωρίς σταματημό.

Οι αρρώστιες θέριζαν τους φυλακισμένους
Αρουραίοι και βρομόνερα ξεχειλισμένα
Η απελπισία στους τοίχους τους ξεβαμμένους
Και τα όνειρα μες στη λάσπη βουλιαγμένα.

Στο Μπλοκ 15 απομόνωση αυστηρή
Κρατούμενοι όρθιοι χωρίς φαγητό και νερό
Όλη τη μέρα και συνάμα ανηλεείς ξυλοδαρμοί
Σε άθλια κελιά μ’ εμβαδόν μικροσκοπικό.

Δόντια σπασμένα και μαλλιά ξεριζωμένα
Σώματα τυραννισμένα γεμάτα με πληγές
Πρόσωπα πελιδνά κι άκρως κουρασμένα
Που σέρνονταν στο στρατόπεδο σαν σκιές.

Στο επισκεπτήριο ήρθε να σε δει η Χαρά
«Οκτώ χρόνια δεν μπορώ» της είπες ερωτικά
«Να σε σφίξω στην αγκαλιά μου τρυφερά»
Και στα μάτια σας συγκίνηση βαθιά.

Ένα χρυσάνθεμο τής έδωσες μέσ’ απ’ το πλέγμα
Κι είπε ότι θα σε περιμένει όσο χρειαστεί
Μα ο φρουρός σού έκανε με αγριάδα νεύμα
Κι έτσι τελείωσε απότομα η επίσκεψη αυτή.

Στην κωμόπολη Μολάοι στη Λακωνία
Του ΕΛΑΣ μια πανίσχυρη ομάδα αντιστασιακή
Οργάνωσε κι εκτέλεσε με απόλυτη επιτυχία
Τη δολοφονία ενός στρατηγού των Ναζί.

Ως αντίποινα για την εκτέλεση αυτή
Διακόσιους κρατούμενους από το Χαϊδάρι
Αποφάσισαν με οργή να εκτελέσουν οι Γερμανοί
Κι είχε ένα ματωμένο κάτωχρο φεγγάρι.

Στη μαύρη λίστα του θανάτου ήσουν κι εσύ
Μα στα μάτια σου δεν υπήρχε ίχνος ταραχή
Μονάχα μια γαλήνια λάμψη δυνατή
Που σκορπούσε σαν αχτίδα ολόγυρα μ’ ορμή.

Ο θάλαμός σας σκυθρωπός και γκριζωπός
Και στα χείλη σας το τελευταίο τσιγάρο
Ακατάπαυστα τρεμόσβηνε το αργυρόλευκο φως
Μα εσείς διόλου δεν φοβόσασταν τον Χάρο.

Με μια κιθάρα, ένα λαούτο κι ένα βιολί
Αποχαιρετούσατε αυτήν την άσπλαχνη ζωή
Γενναιόκαρδα και μ’ άφθαστη δύναμη ψυχική
Θαρρείς και είχατε μεγάλη γιορτή.

Στων μελλοθανάτων τον σκοταδερό χορό
Πιαστήκατε όλοι αδελφικά χέρι με χέρι
Άστραφτε στον μπλάβο μελαγχολικό ουρανό
Και φυσούσε ένα σφοδρό αγέρι.

Ύστερα εσύ πήρες μολύβι και χαρτί
Κι έγραψες μουντά το τελευταίο σου γράμμα
Προς τον πατέρα σου με συγκίνηση πολλή
Κι ακουγότανε της άνοιξης το κλάμα.

Ήταν Πρωτομαγιά και τα λουλούδια ρικνά
Όταν σας συγκέντρωσαν στη θλιβερή αυλή
Οι φαντάροι ολόγυρα σαν σαρκοβόρα αρπακτικά
Και στον αγέρα διάσπαρτη μια νεκρική σιγή.

Λίγο μετά εσύ μετέδωσες τη φοβερή διαταγή
Που διάβασε του στρατοπέδου ο διοικητής
Η εκτέλεση θα γινόταν στην Καισαριανή
Αιματόβρεχτα τ’ άσπρα πέπλα της αυγής.

Τότε απ’ τα κελιά χύμηξαν κραυγές
«Φονιάδες!» φώναζαν οι κρατούμενοι γερά
Κι οι καρδιές ξέσπαγαν σαν πηγές σε οιμωγές
Κι άνοιγαν βαθιές πληγές στα σωθικά.

Ο διοικητής σού είπε να μείνεις στον τόπο σου
Κι εν συνεχεία ότι σου χαρίζει τη ζωή
Αρκεί κάποιος άλλος να πάρει τη θέση σου
Μα δεν το δέχτηκες παλικαρίσια εσύ.

«Σε δυο ώρες θα κείτομαι στο χώμα εκεί»
Του είπες «με τους συντρόφους μου μαζί»
«Αυτή η πρότασή σας είναι ατιμωτική»
Και σε υμνολογούσε της πλάσης η φωνή.

Σας φόρτωσαν κατόπιν στα καμιόνια
Κοπέλες έπλεκαν της δόξας τα στεφάνια
Μοιρολογούσαν στα κατάξερα κλαδιά τ’ αηδόνια
Που παιδιά θα βουτούσαν στην ορφάνια.

Κατά τη διάρκεια της θλιβερής διαδρομής
Πετούσατε σημειώματα στον ακάθαρτο δρόμο
Για τους αγαπημένους φίλους και συγγενείς
Και πολίτες θα έκαναν τον ταχυδρόμο.

Όταν φτάσατε στο εφιαλτικό σκοπευτήριο
Ανά είκοσι σας έστηναν στον διάτρητο τοίχο
Απ’ τα χείλη του ανέμου αδιάκοπα ένα εμβατήριο
Με εξαίρετο εγκωμιαστικό στίχο.

Τα οπλοπολυβόλα κροτάλιζαν απανωτά
Κι οι σφαίρες τρυπούσαν τ’ αθώα κορμιά
Το αίμα σας σαν άλικος κρουνός ανάβλυζε ψηλά
Και πιτσίλιζε του ήλιου την καρδιά.

Στην τελευταία εικοσάδα ήσουν κι εσύ
Με το περήφανο γενναίο παράστημά σου
«Γεια σου, πατρίδα μου», η έσχατή σου κραυγή
Δεν θα σβήσουν ποτέ τα ηρωικά βήματά σου.

Στο Αρκαλοχώρι της παιδικής σου ηλικίας
Προβάλλει επιβλητικά το στητό άγαλμά σου
Μια κοινωνία αλληλεγγύης κι ευτυχίας
Ήταν το μεγαλεπήβολο όραμά σου.

Ω αγωνιστή Ναπολέοντα Σουκατζίδη
Η θυσία σου παράδειγμα για όλες τις γενιές
Μύρια γαρύφαλλα στον τάφο σου στολίδι
Και τα λόγια σου σε όλες τις καρδιές.

Ισίδωρος Καρδερίνης
Ποιητής

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: