Εσύ κι εγώ

Άνοιξη είσαι των πόθων των πρώτων
κι όλα τα “αχ” στα ταξίδια του στίχου μου
μα στο βυθό σου ναυάγια ερώτων,
ράθυμες νότες του φάλτσου του ήχου μου.

Είμαι σκαρί π’ ακυβέρνητο πλέει,
ψάχνω λιμάνι να βρώ στην γαλήνη σου
είσ’ ένας ήλιος που μέσα μου καίει
κι όλο βουτώ πιο βαθειά στο καμίνι σου.

Είσαι πηγή στην καρδιά της ερήμου
ψάχνω τον ίσκιο να βρώ στο λιοπύρι σου
είμαι πουλί ορφανό στο κλουβί μου,
λίγες σταγόνες ζητώ στο ποτήρι σου.

Είσ’ ένας ήλιος ζεστός π’ ανατέλλει
και ‘γω φεγγάρι που φτάνει στην δύση του,
ένας λεκές στης καρδιάς σου το ρέλι,
κι εσύ ο γρίφος που ψάχνει την λύση του.

Άνοιξη είσαι των πόθων των πρώτων
κι όλα τα “αχ” στα ταξίδια του στίχου μου
μα στο βυθό σου ναυάγια ερώτων,
ράθυμες νότες του φάλτσου του ήχου μου.

Είναι τραχύς της καρδιάς σου ο τόπος,
τη γύρη ψάχνεις μα δίνεις το μέλι σου
και κουρασμένος, εγώ, στρατοκόπος,
χρόνια μετρώ που με βρήκαν τα βέλη σου.

Όνειρο είσαι που με συνεπαίρνει
και ξενυχτάει βραδιές στο μπαλκόνι μου,
μα κάποια μέρα ο ήλιος σαν γέρνει
μπες σαν ανάμνηση και στο σεντόνι μου.

Γιώργος Σπυρόπουλος
Ηράκλειο Κρήτης

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: