Ένα μυθιστόρημα για την ταξική ανισότητα: «Μεγάλες Προσδοκίες» του Κάρολου Ντίκενς

Τα οράματα του Ντίκενς για μια πιο δίκαιη κοινωνία μπορεί να χαρακτηριστούν ουτοπικά, με το λογοτεχνικό του έργο, όμως, ο μεγάλος Άγγλος συγγραφέας κατόρθωσε να ζωντανέψει με ρεαλισμό και χωρίς ψευδαισθήσεις τον εφιαλτικό κόσμο του καπιταλισμού.

Διαβάζοντας ή ξαναδιαβάζοντας τις «Μεγάλες Προσδοκίες» του Κάρολου Ντίκενς, ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας, ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να παρασυρθεί και να γοητευθεί από τη σύνθετη πλοκή, τους ολοκληρωμένους χαρακτήρες, τις ανατροπές και τις κορυφώσεις, τη μυστηριακή ατμόσφαιρα που συνυφαίνεται με τη ρεαλιστική αφήγηση, τις εναλλαγές του ύφους. Με άλλα λόγια, οι «Μεγάλες Προσδοκίες» έχουν όλα τα χαρακτηριστικά των μεγάλων ρεαλιστικών μυθιστορημάτων που διαβάζονται απνευστί. Γι’ αυτό, άλλωστε, γνωρίζει ακόμη και στις μέρες μας τόσο μεγάλη επιτυχία.

Ωστόσο, αυτό που, κυρίως, ξεχωρίζει στις «Μεγάλες Προσδοκίες» είναι ο τρόπος με τον οποίο μετουσιώνει ο συγγραφέας σε καλλιτεχνικό έργο ένα σοβαρό κοινωνικό θέμα, το ταξικό πρόβλημα στην καπιταλιστική Αγγλία του 19ου αιώνα. Στην ουσία, αυτό που αντανακλάται στις «Μεγάλες Προσδοκίες» είναι η ταξική διαστρωμάτωση της αγγλικής κοινωνίας μετά τη βιομηχανική επανάσταση, στις αρχές του 19ου αιώνα. Μέσα από την οπτική της μέσης βικτωριανής περιόδου (1860), ο Ντίκενς αποτυπώνει τις καταστροφικές συνέπειες που έχει η νέα ταξική διάρθρωση της αστικής κοινωνίας στη ζωή και την εξέλιξη του ατόμου.

Η ιστορία του Πιπ, κεντρικού ήρωα και αφηγητή του μυθιστορήματος, απομυθοποιεί την κυρίαρχη αντίληψη των αστών, ότι, δηλαδή, μόνο στην κοινωνία της ελεύθερης αγοράς, του πλούτου και του κέρδους, το άτομο είναι ελεύθερο να επιλέξει τη ζωή που θέλει. Οι «μεγάλες προσδοκίες» του Πιπ να μετεξελιχθεί από φτωχόπαιδο των βάλτων της Νότιας Αγγλίας σε τζέντλεμαν του Λονδίνου, αποδεικνύονται ψεύτικες και ανερμάτιστες. Η κοινωνική κινητικότητα και το γεγονός ότι ο πλούτος μπορεί να αλλάξει γρήγορα χέρια δημιουργούν στον Πιπ ψευδαισθήσεις ότι η κοινωνική του άνοδος είναι μια εύκολη υπόθεση, αρκεί να έχει τα χρήματα.

Οι «μεγάλες προσδοκίες», επομένως, ταυτίζονται με την ψευδή συνείδηση του ατόμου που ελπίζει ότι μπορεί να ανέβει την κοινωνική κλίμακα εύκολα και χωρίς κόστος, αρκεί να συμμορφωθεί στις απαιτήσεις και τους κανόνες της κοινωνίας. Αυτή την ψευδαίσθηση την καλλιεργεί συστηματικά η αστική τάξη, υποχρεώνοντας το άτομο σε συμβιβασμούς και συνθλίβοντας την προσωπικότητά του. Ελέγχοντας τη συμπεριφορά του ατόμου, το αστικό κατεστημένο πετυχαίνει να προστατέψει την κυρίαρχη κοινωνική τάξη και τους κανόνες που την διέπουν.

Οι «Μεγάλες Προσδοκίες» έχουν χαρακτηριστεί μυθιστόρημα μαθητείας (Bildungsroman). Ωστόσο, η πορεία της μαθητείας του κεντρικού ήρωα δεν είναι ευθύγραμμη, αλλά ακολουθεί δύο κατευθύνσεις διαφορετικές και, ταυτόχρονα, παράλληλες μεταξύ τους. Η πρώτη κατεύθυνση, που διακρίνεται και πιο εύκολα, είναι η μαθητεία του Πιπ ώστε να γίνει ένας ευυπόληπτος τζέντλεμαν. Καινούργια ρούχα, άβολα στην αρχή, καινούργιος τρόπος ζωής μέσα στην υψηλή κοινωνία, καινούργιες συμπεριφορές, τις οποίες μαθαίνει όχι χωρίς κόπο. Η δεύτερη και περισσότερο σημαντική κατεύθυνση είναι η μαθητεία του μέσα από τις τραυματικές εμπειρίες της ζωής, οι οποίες, τελικά, τον προσγειώνουν στην πραγματικότητα και αποδεικνύουν ότι οι μεγάλες προσδοκίες του ήταν ένα ψεύτικο οικοδόμημα, στηριγμένο σε μια ψευδή συνείδηση.

Η ζωή του Πιπ, καθώς βαδίζει προς την ενηλικίωση, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια σειρά συμβιβασμών στα πρότυπα συμπεριφοράς της αστικής κοινωνίας. Αρνείται την ταξική του καταγωγή, απορρίπτοντας, ως ακατάλληλους για τη νέα κοινωνική του θέση, τους φίλους του από το παρελθόν, τον καλοσυνάτο Joe και την παιδική του φίλη Biddy, που τον στήριξαν στα πρώτα του βήματα. Παρασυρμένος από το πάθος του για την Εστέλλα, ακολουθεί τυφλά τους κανόνες της νέας του ζωής, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι έχει γίνει ένας ακόμη συμβιβασμένος άνθρωπος μέσα στην κοινωνία των αστών. Από τη στιγμή που μαθαίνει ότι ο ανώνυμος ευεργέτης του του παρέχει τα οικονομικά μέσα να γίνει τζέντλεμαν, ο Πιπ, προκειμένου να πετύχει τους στόχους του, υποτάσσεται στην ηγεμονία της αστικής τάξης και συμβιβάζεται με τις αξίες της.

Αυτό σημαίνει ότι παύει να είναι ελεύθερος άνθρωπος, ο οποίος μπορεί να διαφεντεύει τη ζωή του, και το μόνο που κατορθώνει είναι να μιμείται παραδείγματα άλλων ανθρώπων, οι οποίοι θεωρούνται από την κοινωνία αξιοσέβαστοι τζέντλεμαν. Αυτή η καινούργια ζωή, η οποία θεμελιώνεται στις ψευδαισθήσεις, στη μίμηση και τους συμβιβασμούς, τον καταστρέφει οικονομικά, τον εξουθενώνει ψυχικά και, σε τελευταία ανάλυση, αποκαλύπτει ότι η σχέση του ατόμου, ως οντότητας, με την κοινωνία των αστών είναι σχέση συγκρουσιακή και καταστροφική.

Ένα μυθιστόρημα, όμως, δεν είναι μια επιστημονική κοινωνιολογική μελέτη. Είναι ένα καλλιτεχνικό έργο, το οποίο οφείλει πρώτιστα να υπακούει στους κανόνες και τις αρχές της αφηγηματικής τέχνης. Ο Ντίκενς κατορθώνει με αριστοτεχνικό τρόπο να δείξει πώς η διαδικασία μεταμόρφωσης του Πιπ σε ευυπόληπτο τζέντλεμαν αποκοιμίζει την κοινωνική του συνείδηση, συσκοτίζει την κριτική του σκέψη και μειώνει τις εσωτερικές του αντιστάσεις.

Κομβικό γεγονός για την εξέλιξη της πλοκής είναι η συνάντησή του με την μυστηριώδη Miss Havisham και την υιοθετημένη κόρη της, την όμορφη Εστέλλα. Η Miss Havisham, η νύφη που ο γαμπρός εγκατέλειψε στα σκαλιά της εκκλησίας, υιοθετεί την Εστέλλα και την εκπαιδεύει έτσι ώστε να γίνει μια γοητευτική γυναίκα που θα ραγίζει τις καρδιές των ανδρών. Η Εστέλλα γίνεται το όργανό της για να εκδικηθεί τους άνδρες. Πρώτο θύμα της είναι ο Πιπ. Με τις ευλογίες της Miss Havisham, η Εστέλλα δείχνει την περιφρόνησή της στον Πιπ, τον κοροϊδεύει για την εμφάνισή του, τη φτώχεια του, τους τρόπους του. Από εκείνη τη στιγμή ο Πιπ, μαγεμένος από την ομορφιά της Εστέλλα, αρχίζει να αμφιβάλλει για τον εαυτό του και για τη ζωή του. Ντρέπεται για το περιβάλλον του και την κοινωνική του τάξη και αρχίζει να σκέφτεται με εμμονή πώς θα ξεφύγει από τη μίζερη ζωή του, για να γίνει αντάξιος της Εστέλλα.

Τότε ακριβώς αρχίζουν οι μεγάλες προσδοκίες, τότε ακριβώς αρχίζει να διαμορφώνεται η ψευδής συνείδηση. Από το σημείο αυτό και μετά, όλα τα γεγονότα που συνθέτουν την πλοκή, διαγράφουν την πορεία της ζωής του Πιπ, η οποία, ενώ στην αρχή φαίνεται να τον οδηγεί στην εκπλήρωση των ονείρων του, στην τελική της έκβαση γκρεμίζει τις μεγάλες του προσδοκίες. Ο Magwitch, ο δραπέτης που είχε βοηθήσει, όταν ήταν παιδί, και κρυφός ευεργέτης του, τα χρήματα, η σπάταλη ζωή στο Λονδίνο, η σχέση του με τον κ. Jaggers, τον απόμακρο και ψυχρό συνήγορο των ποινικών καταδίκων, οι φυλακές και τα δικαστήρια, οι λέσχες των αριστοκρατών και οι δεξιώσεις της υψηλής κοινωνίας και πάνω απ’ όλα το κυνήγι της Εστέλλα παρασύρουν τον Πιπ σε μια ζωή την οποία ο ίδιος δεν μπορεί να ελέγξει, αφού το μόνο που έχει μάθει, από τη στιγμή που αρνήθηκε την κοινωνική του τάξη, είναι να συμβιβάζεται στις αρχές και τις αξίες της αστικής κοινωνίας.

Από τις πρώτες εκδόσεις του έργου στην αγγλική και την ελληνική γλώσσα

Το αποτέλεσμα αυτής της σκληρής μαθητείας είναι η οικονομική καταστροφή, η αλλοτρίωση της προσωπικότητάς του, η σωματική και η ψυχική του εξουθένωση. Ωστόσο, ο Πιπ, μέσα από τις πικρές εμπειρίες της ζωής του, μαθαίνει, τελικά, ότι το να αρνηθεί κάποιος την κοινωνική του τάξη δεν είναι μια εύκολη υπόθεση και έχει μεγάλο κόστος. Ο ίδιος πλήρωσε ακριβά αυτήν την άρνηση και, ώριμος πια, αφηγείται τις περιπέτειες της ζωής του. Σ’ αυτήν την αφήγηση ο αναγνώστης διακρίνει την πικρία του αφηγητή, ακόμη και στις στιγμές που με καυστικό χιούμορ σατιρίζει πολλές από τις καταστάσεις που βίωσε. Η μεταστροφή του Πιπ φαίνεται κυρίως προς το τέλος της αφήγησης, όταν, μέσα στη φυλακή, ξενυχτάει στο προσκέφαλο του ετοιμοθάνατου Magwitch. Του συμπαραστέκεται σαν γιος, τον παρηγορεί και διαβάζει τις ενδόμυχες σκέψεις του: «Καμιά φορά μου δημιουργούσε την εντύπωση από τον τρόπο του και από καμιά ψιθυριστή λέξη που του ξέφευγε από τα χείλια του πως τον απασχολούσε το πρόβλημα κατά πόσο θα μπορούσε να είναι καλύτερος άνθρωπος, αν ζούσε κάτω από καλύτερες συνθήκες. Ποτέ όμως δεν δικαιολογήθηκε κι ούτε προσπάθησε ν’ αποτινάξει από πάνω του το παρελθόν του τώρα που είχε πια πάρει το οριστικό του σχήμα».

Ο προβληματισμός του κυνηγημένου και έκπτωτου κοινωνικά Magwitch αναδεικνύει ένα μείζον κοινωνικό ζήτημα, τη σύγκρουση του ανθρώπου με την κοινωνική αδικία και τα όρια της ατομικής ευθύνης. Πρόκειται για ένα θέμα που δεν απασχολεί απλώς τον Ντίκενς, αλλά, το κυριότερο, γίνεται πηγή έμπνευσης στα σημαντικότερα έργα του, από τον «Ολιβερ Τουίστ» μέχρι τον «Οίκο του Ζόφου» και τα «Δύσκολα Χρόνια». Ο Ντίκενς γνώριζε καλά, από προσωπική εμπειρία, την εκμετάλλευση και τη σκληρότητα της ταξικής κοινωνίας. Σε όλη του τη ζωή τον κυνηγούσε το φάντασμα της φτώχειας και προσπαθούσε, δουλεύοντας σκληρά, να μην ξαναπέσει στα δίχτυα της.

Οπαδός των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, ήλπιζε, όπως πολλοί φωτισμένοι άνθρωποι της εποχής του, ότι με το φιλανθρωπικό του έργο και τη μαχητική του δημοσιογραφία θα μπορούσε να περιορίσει την κοινωνική αδικία. Τα οράματα του Ντίκενς για μια πιο δίκαιη κοινωνία μπορεί να χαρακτηριστούν ουτοπικά, με το λογοτεχνικό του έργο, όμως, ο μεγάλος Άγγλος συγγραφέας κατόρθωσε να ζωντανέψει με ρεαλισμό και χωρίς ψευδαισθήσεις τον εφιαλτικό κόσμο του καπιταλισμού.

Μαρία Κ. Πεσκετζή
Διδάκτωρ Φιλολογίας
Ριζοσπάστης
Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: