Κεμάλ Ατατούρκ- Δημιουργώντας τη σύγχρονη Τουρκία δια πυρός και σιδήρου

Υπήρξε ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης μιας πορείας που μετέτρεψε τα υπολείμματα της άλλοτε κραταιάς οθωμανικής αυτοκρατορίας από άθυρμα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σε ένα αυταρχικό, αλλά σύγχρονο κοσμικό κράτος.

Λίγα ιστορικά πρόσωπα κατόρθωσαν να συνδέσουν τη γέννηση ενός εθνικού κράτος τόσο στενά με το όνομά τους, όσο ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, δηλαδή ο “πατέρας των Τούρκων”, όπως μαρτυρά το προσωνύμιο που το αποδόθηκε από την τουρκική εθνοσυνέλευση το 1934. Υπήρξε ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης μιας πορείας που μετέτρεψε τα υπολείμματα της άλλοτε κραταιάς οθωμανικής αυτοκρατορίας από άθυρμα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σε ένα αυταρχικό, αλλά σύγχρονο κοσμικό κράτος. Η μετατροπή αυτή φυσικά δεν υπήρξε καθόλου αναίμακτη, καθώς ο Κεμάλ υπήρξε αμείλικτος τόσο απέναντι στις εθνικές μεινότητες της αυτοκρατορίας και μετέπειτα του τουρκικού κράτους, όσο και στους εσωτερικούς πολιτικούς του αντιπάλους, απ’όπου κι αν προέρχονταν. Η χρήση πρακτικών εθνοκάθαρσης έως και γενοκτονικής βίας δεν ήταν εξάλλου κάτι νέο για την ανερχόμενη τουρκική τάξη, στην πορεία της να εδραιωθεί έναντι των αλλοεθνών αστικών τάξεων που κυριαρχούσαν στην αυτοκρατορία, με γνωστότερο παράδειγμα φυσικά τη γενοκτονία των Αρμενίων το 1915 από τους Νεότουρκους.

Ο Κεμάλ ως νεαρός αξιωματικός

Ο Μουσταφά Κεμάλ γεννήθηκε στην οθωμανική Θεσσαλονίκη το 1881, από τουρκόφωνη μουσουλμανική οικογένεια, με τις ακριβείς εθνοτικές της ρίζες να αποτελούν μέχρι σήμερα αντικείμενο διαμάχης. Ο πατέρας του Αλή Ριζά, τον οποίο έχασε σε ηλικία επτά ετών, είχε κάνει διάφορα επαγγέλματα, καταλήγοντας τελωνειακός υπάλληλος κι έμπορος ξυλείας, ενώ η μητέρα του Ζουμπεϊντέ Χανούμ καταγόταν από αγροτική οικογένεια του Λαγκαδά. Είναι άγνωστη η ακριβής ημερομηνία γέννησής του, ωστόσο ο ίδιος επέλεξε αργότερα τη 19η Μάη, γιατί τότε το 1919 έγινε η απόβασή του στη Σαμψούντα, σηματοδοτώντας την έναρξη του αγώνα του κατά των δυτικών δυνάμεων, των οποίων αιχμή του δόρατος ήταν τότε η Ελλάδα, και κατά του χαλιφάτου. Ο ίδιος πέρασε δύσκολα και συχνά βίαια παιδικά χρόνια, ενώ άλλαζε συχνά σχολεία, με τη φοίτησή του να είναι κατά διαστήματα σποραδική. Στα 12 του χρόνια πέτυχε στις εξετάσεις του Στρατιωτικού Γυμνασίου Θεσσαλονίκης, όπου ένας μαθηματικός απέδωσε το παρατσούκλι Κεμάλ (ο τελειοποιημένος) στο νεαρό μαθητή, εξαιτίας των επιδόσεών του.

Αποφοιτώντας έλαβε στρατιωτική εκπαίδευση από το 1896 στο Μοναστήρι και αργότερα στην Κωνσταντινούπολη, ενώ φυλακίστηκε για την πολιτική του δράση, αλλά και για τη διαγωγή του, λόγω των συναναστροφών του με γυναίκες ελευθερίων ηθών και τον αλκοολισμό του, που ευθύνεται και για τον πρόωρο θάνατό του. Τα επόμενα χρόνια συνέχισε την πολιτική του δραστηριότητα, ενώ ήλθε σε επαφή και με τους Νεότουρκους, με τους οποίους συνεργάστηκε παρά την αντιπάθεια που έτρεφε στο πρόσωπό τους ο ηγέτης τους Εμβέρ Πασά. Παράλληλα συνέχισε να υπηρετεί σε μια σειρά διπλωματικών και στρατιωτικών θέσεων. Το όνομά του έγινε ευρύτατα γνωστό για πρώτη φορά το 1915, όταν κατόρθωσε με επιτυχία ως διοικητής της 19ης μεραρχίας της 5ης στρατιάς του οθωμανικού στρατού να υπερασπιστεί τα στενά της Καλλίπολης από την επίθεση της Αντάντ.

Μετά την ανακωχή του Μούδρου στις 30 Οκτώβρη του 1918, που σήμανε ουσιαστικά την ήττα της αυτοκρατορίας, ο Κεμάλ συνέστησε στους στρατιώτες να συγκροτήσουν αντάρτικα σώματα αναμένοντας την κατάλληλη στιγμή για αντεπίθεση. Αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα όπως αναφέρθηκε,  ξεκινώντας τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Τούρκων, λίγες μέρες αφότου ο ελληνικός στρατός καταλάμβανε τη Σμύρνη. Σταθμοί στη συγκρότηση του κεμαλικού κινήματος θεωρούνται τα συνέδρια στο Ερζερούμ και τη Σεβάστεια, καθώς και η συγκρότηση της πρώτης τουρκικής εθνοσυνέλευσης στη μετέπειτα πρωτεύουσα Άγκυρα το 1920. Για τις ενέργειές του αυτές καταδικάστηκε την ίδια χρονιά ερήμην σε θάνατο από τις οθωμανικές αρχές, που ήδη έπνεαν τα λοίσθια.

Στο συνέδριο της Σεβάστειας

Πολύς λόγος έχει γίνει για το τουρκοσοβιετικό σύμφωνο του 1920, με την αντικομμουνιστική φιλολογία που θέλει τους μπολσεβίκους “συνυπεύθυνος” στις σφαγές του μικρασιατικού ελληνισμού να επανέρχεται με μαθηματική ακρίβεια σε κάθε συναφή επέτειο. Είναι γεγονός πως το νεαρό σοβιετικό κράτος στήριξε τον τουρκικό εθνικό αγώνα στη βάση της πάγιας αρχής των Σοβιετικών να βοηθούν τα αντιαποικιοκρατικά κινήματα, χωρίς αυτό να σημαίνει οποιουδήποτε ταύτιση σε ιδεολογικοπολιτικό επίπεδο μαζί τους. Επιπλέον, πρέπει να έχει κανείς υπόψη πως η Ελλάδα, ευελπιστώντας σε καλύτερη μοιρασιά της λείας των νικητών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, συμμετείχε ενεργότατατα στην ιμπεριαλιστική εκστρατεία κατάπνιξης της Οχτωβριανής Επανάστασης, ενώ στις 3 Γενάρη του 1920 είχε υπογραφεί σύμφωνο ποντιακών και αρμενικών δυνάμεων, για το οποίο ήταν ενήμερος ο τότε πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος, με το οποίο μεταξύ άλλων προβλέποταν η στρατιωτική αναχαίτιση των μπολσεβίκων. Παρόλαυτα, ήδη από το 1920 η σοβιετική πλευρά είχε επιδιώξει την προσέγγιση με την ελληνική σε διπλωματικό επίπεδο, με την αναγνώριση του κράτους να έρχεται από την Ελλάδα μόλις το 1924. Παράλληλα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του τότε γραμματέα του ΣΕΚΕ, Γιάννη Κορδάτου, είχε έρθει στην Αθήνα σοβιετική αντιπροσωπεία που συναντήθηκε μαζί του, ζητώντας του να μεταβιβάσει στις ελληνικές αρχές την πρότασή της για μεσολάβηση σε έναν ειρηνικό τερματισμό της σύγκρουσης, με υπογραφή ανακωχής και αυτονόμηση της Μικράς Ασίας, πρόταση που ο Κορδάτος μετέφερε στην αντιπολίτευση αλλά και σε υπουργό του Γούναρη, όπου αντιμετωπίστηκε με σκαιότητα. Έμπρακτη στήριξη έδωσαν οι Σοβιετικοί στον ελληνισμό του Πόντου, κάτι που αναγνωρίστηκε σε διαφορετικές περιστάσεις τόσο από τον αρχιεπίσκοπο Τραπεζούντας Χρύσανθο, όσο και από τον πρώην πρωθυπουργό Στέφανο Σκουλούδη.

Ο Κεμάλ εξάλλου έλαβε, ειδικά από το 1921 κι εξής σημαντική στήριξη από δυτικές δυνάμεις, με προεξάρχουσες τη Γαλλία και την Ιταλία, ενώ ακόμα κι βασική εχθρός του κινήματός του, η Αγγλία, διαπιστώνοντας πως είχε ποντάρει σε “κουτσό άλογο”, καθώς η ελληνικός στρατός στάθηκε αδύνατον να ανακόψει την προέλαση των κεμαλικών δυνάμεων, άρχισε σιωπηρά να μεταστρέφεται σε μια στάση αναμονής, αν όχι ανοχής, που κορυφώθηκε εξάλλου κατά τη γνωστή επαίσχυντη συμπεριφορά των βρετανικών και άλλων δυτικών έναντι όσων Ελλήνων προσπαθούσαν να διαφύγουν από τη φλεγόμενη Σμύρνη. Η πρώτη μεγάλη νίκη του Κεμάλ στο Σαγγάριο το 1921 σήμανε την αρχή του τέλους για τη Μικρασιατική Εκστρατεία, που έληξε τελικά με την καταστροφική για τον ελληνικό στρατό επίθεση στο Αφιόν Καραχισάρ, και λίγες μέρες μετά με την καταστροφή του ελληνισμού της Ιωνίας και του Πόντου, που επισφραγίστηκε συμβολικά με την πυρπόληση της ελληνικής κι αρμένικης συνοικίας της Σμύρνης. Ακολούθησε η συνθήκη της Λωζάννης κι η ανταλλαγή πληθυσμών ένα χρόνο αργότερα.

Η Τουρκική Δημοκρατία συστάθηκε επίσημα στις 29 Οκτώβρη του 1923, με τον Κεμάλ πρόεδρο, που συγκέντρωνε πρακτικά το σύνολο της εκτελεστικής εξουσίας στα χέρια του. Λίγους μήνες μετά εξεδίωξε τον τελευταίο χαλίφη, που έτσι κι αλλιώς είχε πια μόνο κατ’όνομα εξουσίες, καθώς και τους τελευταίους εκπροσώπους της οικογένειας των Οθωμανιδών, ιδρυτών της ομώνυμης τέως αυτοκρατορίας.

Με λουόμενους στην Κωνσταντινούπολη το 1936

Το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεών του ήταν πραγματικά ριζικό και άγγιξε σχεδόν κάθε τομέα της δημόσιας και κοινωνικής ζωής. Έκλεισε τα θρησκευτικά τάγματα, όπως τους δερβίσηδες, υπήγαγε την εκπαίδευση αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του κράτους, απαγόρευσε δημόσια το φερετζέ στις γυναίκες και επέβαλε το δυτικό καπέλο στους άνδρες, υποχρέωσε τους πολίτες σε υιοθέτηση επιθέτων, ενώ υιοθέτησε και το λατινικό αλφάβητο αντί του αραβικού για την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού, προχωρώντας και σε γλωσσική μεταρρύθμιση, “αποκαθάροντας” την τουρκική γλώσσα από τις ιρανοαραβικές προσμίξεις όσο γινόταν. Σημαντικός ήταν κι ο τομέας του σε νομοθετικό επίπεδο, καθώς έπαψε να ισχύει η σαρία και διάφοροι νομοθετικοί κώδικες συντάχθηκα σε δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα. Επίσης, την ίδια εποχή θεσπίστηκε η νομική ισότητα των γυναικών, ο εκσυγχρονισμός του οικογενειακού δικαίου προς όφελός τους, και η δυνατότητά τους να έχουν καλύτερη πρόσβαση στην εκπαίδευση, περιλαμβανομένης της πανεπιστημιακής.

Παράλληλε με αυτές τις ριζοσπαστικές τομές, ο Κεμάλ άρχισε να εκτρέπεται σε ολοένα κι αυταρχικότερη κατεύθυνση σε ό,τι αφορούσε την εσωτερική αντιπολίτευση αλλά και τις εναπομείνασες μεινότητες, κυρίως την κουρδική. Έτσι, ενώ αρχικά επέτρεψε τη λειτουργία του αντιπολιτευόμενου “Κόμματος της Προόδου”, που ήταν υπέρ μιας πιο διαλλακτικής στάσης υπέρ του Ισλάμ, σύντομα το απαγόρευσε, με πρόσχημα μια συνωμοσία κατά της ζωής του από τρεις αντιφρονούντες στη Σμύρνη, ενώ εφήρμοσε αυστηρή λογοκρισία στον τύπο και έλεγχο του δικαστικού σώματος. Κατέστειλε με αγριότητα την κουρδική εξέγερση του σεΐχη Σαΐντ, ενώ σκληρή ήταν μετά από μια πολύ σύντομη περίοδο σχετικής ανεκτικότητας στο Κομμουνιστικό Κόμμα Τουρκίας, που είχε ιδρυθεί το 1920, στο οποίο εξαπέλυσε σειρά διώξεων, με κυριότερες εκείνες του 1925, του 1927 και του 1929.

Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής ακολούθησε μετριοπαθή πορεία, εντάσσοντας την Τουρκία στην Κοινωνία των Εθνών το 1932 και συμβάλλοντας στην υπογραφή του γνωστού ελληνοτουρκική συμφώνου φιλίας το 1930, με τον Βενιζέλο τότε να προτείνει τον Τούρκο πρόεδρο ως υποψήφιο για Νόμπελ Ειρήνης, ενώ ως γνωστόν είχε ως το θάνατό του αγαθές σχέσεις και με το καθεστώς Μεταξά, ο οποίος παραβρέθηκε στην κηδεία του και μετονόμασε προς τιμήν του την οδό Αποστόλου Παύλου στη Θεσσαλονίκη σε Κεμάλ Ατατούρκ, ως και τα Σεπτεμβριανά του 1955. Το 1933, διαβλέποντας την πιθανότητα ενός γενικευμένου πολέμου, χάραξε τη βασική γραμμή της τουρκικής ουδετερότητας, που θα τηρούσε πράγματι ο διάδοχός του Ισμέτ Ινονού. Έφυγε από τη ζωή από κίρρωση του ήπατος στις 10 Νοέμβρη 1938, αφήνοντας μια κληρονομιά ανεξίτηλη στην τουρκική κοινωνία, η οποία παρά τις σοβαρότατες αλλαγές που έχουν μεσολαβήσει και τη στροφή του Ερντογάν σε μια νεοθωμανική ρητορική, εξακολουθεί να είναι συστατικό της συστατικό.

Δύσκολες Νύχτες

 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: