Πάσχα στα Τρίκαλα (18 Απρίλη 1944 – 18 Απρίλη 2023)

Η Εθνική Αντίσταση και οι θυσίες για τη λευτεριά εμπνέουν το λαό. Από το μαρτύριο του Ρήγα στο Βελιγράδι έως τον απαγχονισμό των πέντε Επονιτών  και το κρέμασμα των κεφαλών του Άρη και του Τζαβέλα στους φανοστάτες της πλατείας, το ίδιο Φως καίει στους αιώνες

Ένα κυριακάτικο πρωινό βρέθηκαν να σεργιανίζουν στα Τρίκαλα, πλάι στο ποτάμι που δρόσιζε τη σκέψη τους. Ο γιος της νύμφης Λήθης βρισκόταν σε ομαλή ροή στον τόπο και τον χρόνο. Η περιδιάβαση της ωραίας ώρας και της τοποθεσίας έδινε ενδιαφέρον στην παρέα. Από την περίκλειστη, λόγω έργων, κεντρική πλατεία αποφάσισαν να περάσουν απέναντι, στην πλατεία του Ρήγα Φεραίου. Ανέβηκαν στη γέφυρα πεζοί και στη μέση στάθηκαν να απολαύσουν τη φύση και τον Ληθαίο να σαγηνεύει στη διαδρομή του.

Ωστόσο η λήθη δεν εναρμονιζόταν με την Ιστορία. Θα ήταν άδικο να μείνουν μόνο εκεί.

Την περιήγηση φάνηκε ότι θα σηματοδοτούσε η συνάντηση με την ιστορία της Λαϊκής Αντίστασης υπό το βάρος των γεγονότων, από το 1944 έως και σήμερα.

Χρειάστηκε λοιπόν να προχωρήσουν και αφού διαβήκανε τον ποταμό βρέθηκαν στην πλατεία του Ρήγα. “Όποιος συλλογάται ελεύθερα συλλογάται καλά” είπε ο Κ. και συμφώνησαν στην αυθόρμητη ρήση, ενθυμούμενοι τον στοχαστή, επαναστάτη και εθνομάρτυρα, Ρήγα Βελεστινλή (1757-1798) και τους αγώνες του για τη λευτεριά της πατρίδας.

Περί ελευθερίας λοιπόν ο λόγος, στη μικρή παρέα που  κοίταζε  ολόγυρα τον όμορφο τόπο και σε απόσταση από τον πολύβουο δρόμο, με τα τραπεζάκια έξω και την αφοσίωση στα κινητά.

Το σκηνικό της σύγχρονης και συνάμα “έξυπνης” πόλης, όπως χαρακτήριζαν τα Τρίκαλα περιελάμβανε περαστικούς ποδηλάτες και ποδήλατα αφημένα όπου αυτό ήταν επιτρεπτό, πολύχρωμες κρεμασμένες ομπρέλες και έναν νεαρό τσιγγάνο με καπέλο να κουρδίζει παράμερα τη λατέρνα του.

Πίσω του και σε απόλυτη συνάφεια με τον τόπο, παρότι 79 χρόνια μετά, ορθωνόταν περήφανα ένα γλυπτό ορειχάλκινο σύμπλεγμα πέντε νέων ανθρώπων, πέντε Επονιτών που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν για τη λευτεριά στις 18-4-1944.

Στο γράμμα που υπάρχει σε παρακείμενη στήλη, ο Κώστας Σύρμπας , γράφει μεταξύ άλλων στον πατέρα του:

“Λατρευτέ μου πατέρα. Σε δυο ώρες θα με κρεμάσουν γιατί είμαι πατριώτης…

Ζήτω η ελευθερία…

Κώστας.

Ήταν γραφτό να πεθάνω Απρίλη…”

Πέρα από τις πληροφορίες που έδινε η στήλη στην παρέα, το γλυπτό μαρτυρούσε την ορμή των νέων στις υψωμένες γροθιές, την ένθερμη προσήλωση στον αγώνα και τα ιδανικά με το χέρι τους στην καρδιά ενώ στα σταυρωμένα χέρια  του πρώτου αριστερά παλληκαριού, την αίσθηση του τέλους με την προσμονή της Ανάστασης.

Εκείνο το Πάσχα (16-4-1944) που προηγήθηκε του απαγχονισμού πέρασε μέσα στη μαυρίλα και κανένας αληθινός πατριώτης δεν μπόρεσε να το χαρεί. Όπως και η Λαμπροβδομάδα που ακολούθησε με την φρικιαστική εκτέλεση, την τρίτη ημέρα του Πάσχα (18-4-1944) πέρασε σκοτεινή και πένθιμη. Πέντε αγωνιστές χάθηκαν. Πέντε παλληκάρια πότισαν με το αίμα τους το δέντρο της λευτεριάς. Πέντε ανταρτοπαίδια, όπως εξυμνεί και το δημοτικό τραγούδι.

Ο Στέργιος Γάτσας, ο Γιάννης Μπριάζης, ο Κώστας Στεργιόπουλος, ο Κώστας Σύρμπας, ο Αποστόλης Τσανάκας.

Την επόμενη μέρα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα η παρακάτω γνωστοποίηση του Γερμανού Φρούραρχου Θεσσαλίας:

ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗ

Εγκληματικά στοιχεία κατά την παρελθούσαν νύκταν και κατά αιφνιδιασμόν του Γερμανικού στρατού εις τα χωριά Πύργος και Πυργετός αντέταξαν ένοπλον αντίστασιν. Ο Γερμανικός στρατός γνωρίζει ότι ο Ελληνικός λαός εν τη πλειοψηφία του καταδικάζει την διαγωγήν ταύτην. Αφ’ ετέρου όμως ο Γερμανικός Στρατός δεν είναι διατεθειμένος ν’ αφήσει ατιμώρητα ταύτα. Η Γερμανική υπομονή, της οποίας εγένετο κατάχρησις υπό ανειλικρινών και κούφων στοιχείων έχει ήδη εξαντληθεί.

Ως εξιλέωσις και προς παραδειγματισμόν δια την πράξιν ταύτην, πέντε εκ τούτων των κομμουνιστικών στοιχείων και ατίμων εγκληματιών, απηγχονίσθησαν σήμερον την 18 Απριλίου 1944.

Τα ονόματα αυτών είναι τα κάτωθι:

1) Στεργιόπουλος Κων/νος

2) Μπριάζης Ιωάννης

3) Τσανάκας Απόστολος

4) Γάτσας Στέργιος

5) Σύρμπας Κων/νος

Αναμένεται ότι κατόπιν της παραδειγματικής ταύτης τιμωρίας ο φιλήσυχος πληθυσμός μετά βδελυγμίας θα αποστρέφεται τα εγκληματικά ταύτα στοιχεία και θα παραινηθεί να συνεργασθεί μετά του Γερμανικού Στρατού προς πρόληψιν αυστηροτέρων ακόμη μέτρων, ίνα μη διαταραχθεί εκ νέου η ησυχία και η ασφάλεια και δυνηθούν αι υπό του ελληνικού κράτους εν συνεργασία μετά του γερμανικού στρατού εγκατεστημένοι αρχαί να εργασθούν απερίσπαστοι δια το καλόν του Ελληνικού πληθυσμού.

Προς πρόληψιν δε άλλων τοιούτου είδους ενεργειών, ο Γερμανικός στρατός είναι αναγκασμένος να προβλέψει αυστηρότατα μέτρα».

( Πηγή: Κόκκινος Φάκελος. Ιστορικό, πολιτικό Blog για την ιστορία της διεθνούς και ελληνικής αριστεράς)

Η Ιστορία οδήγησε την παρέα στο Πάσχα του 1944 στα Τρίκαλα, στα μαύρα χρόνια της κατοχής. Οι Γερμανοί με τη συνεργασία των ντόπιων  δοσίλογων και μετά από προδοσία, τους φόρτωσαν στο καμιόνι και τους έφεραν στην πλατεία του Ρήγα, που σηκώθηκε από το Βελιγράδι για να τους υποδεχθεί. Τα ικριώματα στήθηκαν ανάμεσα στους φανοστάτες. Ο λαός παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα από τον φόβο και από τις κάνες των όπλων που ήταν στραμμένες επάνω του. 

18 Απρίλη 1944. Διακαινήσιμος αλλά στην πραγματικότητα παρατεταμένη Μεγάλη Εβδομάδα. Η Ανάσταση αργούσε. Το ανέσπερο φως δεν άναψε στους φανοστάτες. Ο Απρίλης του `44 στα Τρίκαλα έμεινε λαβωμένος και αξέχαστος σφραγίζοντας τη μνήμη της Εθνικής Αντίστασης. Η Ελευθερία δεν χαρίζεται ποτέ. Η παρέα άκουσε τον Ποιητή: 

“Και συ αθάνατη εσύ Θεία που ό,τι θέλεις ημπορείς εις τον κάμπο Ελευθερία, ματωμένη περπατείς.”

Πράγματι μετά από θυσίες και αγώνες, ο ΕΛΑΣ στις 18-10-1944 μπήκε στα Τρίκαλα ελευθερωτής. Το πνεύμα του Ρήγα ήταν διάχυτο παντού στον χώρο όπως και αισθητή ήταν η απουσία της προτομής του από τότε έως και σήμερα. Στην απέναντι περίκλειστη πλατεία, ο Στρατηγός του ΕΛΑΣ Στέφανος Σαράφης περίμενε να μετατοπιστεί και να επανατοποθετηθεί στο όνομα της ανάπλασης ή της ανακαίνισης της Ιστορίας διότι η αναθεώρηση λέγεται πολλαχώς. Η Εθνική Αντίσταση και οι θυσίες για τη λευτεριά ενέπνεαν το λαό.

 Από το μαρτύριο του Ρήγα στο Βελιγράδι  έως τον απαγχονισμό των πέντε Επονιτών  και το κρέμασμα των κεφαλών του Άρη και του Τζαβέλα στους φανοστάτες της  πλατείας, το ίδιο Φως καίει στους αιώνες

Αλλά και μετά την Απελευθέρωση οι διώξεις, οι εκτελέσεις και οι βασανισμοί των αγωνιστών συνεχίστηκαν από τους ντόπιους λακέδες που εξακολουθούσαν να ρυθμίζουν την πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας. Ο λαός έζησε και την επτάχρονη δικτατορία. Η μεταπολίτευση αναγνώρισε την Εθνική Αντίσταση αλλά χρειάστηκε χρόνος πολύς για να φτάσουμε στο τέλος της δεκαετίας του `80  και να έρθει η δικαίωση των πέντε Επονιτών. Ήταν Οκτώβρης του 1989 όταν ο Δήμαρχος Αθανάσιος Τριγώνης μίλησε σε τούτη εδώ την πλατεία για τα πέντε παλληκάρια με αφορμή τα αποκαλυπτήρια του γλυπτού των Επονιτών, έργο του Αντώνη Καραχάλιου (1919-2009). Μεταξύ  άλλων είπε: “Σχετικά λίγοι είμαστε που απομείναμε και θυμόμαστε τη θυσία των παιδιών που γιορτάζουμε σήμερα…”

Η κουβέντα στην παρέα άναψε για τα καλά.  Η  Α., διάβασε   ότι στους ομιλητές του 1989, 45 χρόνια μετά τον απαγχονισμό των Επονιτών, ήταν παρόντες οι αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες των γεγονότων του 1944, συγγενείς, φίλοι και σύντροφοι των εκτελεσθέντων. Στα αποκαλυπτήρια του μνημείου ακούστηκε η φωνή της Αντίστασης, ο ‘’Ασπροπόταμος’’, καπετάνιος του ΕΛΑΣ (Βασίλης Μπακάλης) που δώρισε το γλυπτό στην πόλη όπως και ο υπασπιστής του Σαράφη Λευτέρης Σκαμπαρίνας… 

Και σήμερα τι;  συνέχισε βάζοντας αποσιωπητικά στη φωνή της η Ε. 

Οι λίγοι έγιναν λιγότεροι;  Η φθοροποιός δύναμη του χρόνου;  Η παραδομένη σύγχρονη κοινωνία στις απαιτήσεις του εκσυγχρονισμού και του ψηφιακού μετασχηματισμού;  Οι μειωμένες λαϊκές αντιστάσεις στην επέλαση του ιμπεριαλισμού και της παγκοσμιοποίησης;  Ο λαός της Αντίστασης στα μαύρα χρόνια της κατοχής, μέσα στις δυσκολίες και τη σκλαβιά, είχε μάθει να κοιτάει ψηλά, να αγωνίζεται για να ανασάνει. 

Τώρα 79 χρόνια μετά, στις ‘’έξυπνες’’ πόλεις, τον κατατρέχει η μοναξιά, συνήθισε να κοιτάει χαμηλά αναζητώντας μοναχικές λύσεις και απαντήσεις στο κινητό του.

Με το κεφάλι σκυφτό και το πόδι στο πετάλι ποδηλατεί παραποτάμια …

Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Ο κόσμος πάει μπροστά, αντιλάλησε η Ρ. , η φωνή της εποχής. Τότε ήταν που έγινε το “Σημείον” και διέκοψε απότομα το άκουσμα της εποχής.

Αίφνης, ένα παιδί, ένα μικρό κορίτσι ξέκοψε από το διερχόμενο πλήθος και αφού ανέβηκε αυθόρμητα στο χώρο του μνημείου των Επονιτών, στάθηκε με το κεφάλι ψηλά, μπροστά τους, σηκώνοντας τη μικρή της γροθιά σε απάντηση για το ποιος συνεχίζει τον αγώνα  σήμερα. Αυτή είναι και η ελπίδα. Το υπόλειμμα, η μαγιά της Ιστορίας! 

Η Νέα Γενιά της ΕΠΟΝ χθες και σήμερα, που υπάρχει, που αγωνίζεται, που ομορφαίνει και αλλάζει τον κόσμο.

Η σήμερον ως αύριο και ως χθες.

Υ.Γ  Για τον πρώτο εορτασμό (1989) στα αποκαλυπτήρια του γλυπτού των ΕΠΟΝιτών βλέπε το εξαιρετικό και μοναδικό video – ντοκουμέντο του Τρικαλινού φωτογράφου Μίμη Οικονόμου.

Ανδριανή Στράνη

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: