“Στα άφθονα και στα μεγάλα, στον μαρασμό, στην καχεξία, το βλέμμα σου, ας δει και τ’ άλλα, που ‘χουνε ξέχωρη αξία…”
“Μα ένας γέρος ήλιος απλώνει μια σκιά μου γνέφει να κρυφτώ στην αντηλιά του πετάει τη στολή του, φορά μαύρη προβιά και γίνεται αρχάγγελος θανάτου…”
“Στο τάσι του καλοκαιριού η φτώχεια αποκοιμιέται κι ενός εχθρού η θύμηση σκιά ξομολογιέται. Ποτέ δεν ήταν του φτωχού το λήμμα του καλοκαιριού.”
“Η ζωή μεγάλη χύτρα μα ‘γω βγήκα απ’ άλλη μήτρα κι έχω μείνει ατσαλάκωτο σκαρί. Δεν χωρώ στη λογική τους αν και νοιώθω την ψυχή τους μα δεν βράζω στο δικό μου το ζουμί…”
“Σαν αχτίνες χρυσές να τρυπώνω τα λόγια μου μες απ’ τους πόρους σας, δίχως να ξέρετε, προχωρώντας και φέγγοντας, βαθύτερα, όλο και βαθύτερα μες στις καρδιές σας…”
“Οι αντίπαλοί μας είναι οι αντίπαλοι της ανθρωπότητας. Δεν έχουν «δίκιο» από την άποψή τους: Η ίδια η άποψή τους αποτελεί το άδικο. Ισως η κοινωνική τους θέση τούς αναγκάζει να είναι όπως είναι, αλλά είναι ανάγκη να πάψουν να έχουν κοινωνική θέση…”
Το αρχαίο θέατρο μετατράπηκε στο κατεξοχήν πεδίο όπου η κοινωνία αναστοχάστηκε τις δικές της ιδρυτικές βίαιες αντιφάσεις, υπενθυμίζοντας ότι κάθε μεγάλος «πολιτισμός» φέρει ανεξίτηλα πάνω του τα σημάδια των κοινωνικών συγκρούσεων που τον γέννησαν
“Ω, η Δευτέρα ποτέ να μην ερχόταν! Αν έχεις ξεχάσει, λέω, αυτό…”
“Να πεις κι αυτό για μένα: είτανε ποταμός σαράντα οργιές του βάθους που κύλαε τα ίσα πάνου· μόνο σαν ξέρασε τη λύσσα του απόθανε. Αυτό να πεις σα βραδιαστούνε και χάσουνε το δρόμο τους οι πολυεδρικοί οι φωνακλάδες οι διεφθαρμένοι.”
“Θυγατέρα του ανέμου – κόρη της φωτιάς Την ορμή σου δάνεισέ μου – πάμε όπου πας. Βάλε με στην αγκαλιά σου – ν’ αποκοιμηθώ δώσ’ μου απ’ τα κύτταρά σου – ν’ αναγεννηθώ.”