Τα Χείρονα: Η σκοτεινή πλευρά, «το μη χεῖρον βέλτιστον»

Η φράση «το μη χεῖρον βέλτιστον»  χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι, όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με  δύο ή περισσότερες δυσμενείς επιλογές, προτιμότερη είναι αυτή που συνεπάγεται το μικρότερο κακό.

Η φράση «το μη χεῖρον βέλτιστον»  χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι, όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με  δύο ή περισσότερες δυσμενείς επιλογές, προτιμότερη είναι αυτή που συνεπάγεται το μικρότερο κακό. Aν και συχνά παρουσιάζεται ως αρχαίο  ελληνικό γνωμικό, η διερεύνηση και ιστορική διαδρομή  της δεν αποτελεί αντικείμενο του παρόντος άρθρου. Γι΄ αυτό το λόγο θα περιοριστώ στην προαναφερόμενη σημασία  και τη χρήση της στο πλαίσιο που με ενδιαφέρει.

Η διάδοσή της στη  νεότερη ελληνική έχει ιδιαίτερο κοινωνιολογικό ενδιαφέρον, καθώς συμπυκνώνει μια ιδιαίτερη και με πολλές ερμηνείες  στάση ζωής. Σε αυτό το άρθρο θα επιχειρήσω  να  διερευνήσω όσο γίνεται και τη «σκοτεινή πλευρά»  σε ένα, κατά γενική ομολογία, λογικό και αποδεκτό γνωμικό: «το μη χεῖρον βέλτιστον», του οποίου όμως η   άκριτη και υπερβολική εφαρμογή  ενέχει σύμφωνα με την άποψή μου σοβαρούς  κοινωνικούς κινδύνους. Στο παρόν άρθρο θα περιοριστώ να παρουσιάσω κυρίως δύο από αυτές τις «σκοτεινές όψεις» εφαρμογής του γνωμικού χωρίς βέβαια να φιλοδοξώ να εξαντλήσω την ανάλυσή τους στο παρόν καθώς  η σύνδεσή  τους εμπλέκεται με αρκετά πολύπλοκα φαινόμενα της ψυχολογίας και της κοινωνικής ψυχολογίας αντίστοιχα  όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Γι΄ αυτό θα παραθέσω και δύο δικά μου ενδεικτικά-χαρακτηριστικά παραδείγματα: την περίπτωση του δικομματισμού στην Ελλάδα, και την περίπτωση ενός σοβαρού ιατρικού σφάλματος ώστε να γίνουν περισσότερο κατανοητές οι αντίστοιχες θεωρίες που συσχετίζονται  και παρουσιάζονται.

Η εφαρμογή του γνωμικού «το μη χεῖρον βέλτιστον» συχνά προϋποθέτει την διαδικασία της κοινωνικής σύγκρισης.

Η κοινωνική σύγκριση αποτελεί την τάση του ανθρώπου να αξιολογεί τις απόψεις,  τις ικανότητες, και ευρύτερα, τον εαυτό του μέσω της σύγκρισης με τους άλλους. Ο Leon Festinger (1954) διατύπωσε τη θεωρία της κοινωνικής σύγκρισης, υποστηρίζοντας ότι τα άτομα επιδιώκουν να αξιολογούν  τις απόψεις και τις ικανότητές τους και όταν απουσιάζουν αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης, στρέφονται στη σύγκριση με  τους άλλους, συχνά με άτομα παρόμοια με αυτούς. Η μεταγενέστερη βιβλιογραφία ανέδειξε, μεταξύ άλλων, δύο βασικές μορφές κοινωνικής σύγκρισης: την ανοδική κοινωνική σύγκριση, με άτομα που θεωρούνται ανώτερα σε συγκεκριμένες διαστάσεις,η οποία μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο αυτοβελτίωσης, και την καθοδική σύγκριση, με άτομα που θεωρείται ότι βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση, η οποία μπορεί να συμβάλλει στη διατήρηση της αυτοεκτίμησης και στην αντιμετώπιση αρνητικών συνθηκών (Wills, 1981).

­ Ο Έλληνας καθηγητής κοινωνικής ψυχολογίας Στάμος Παπαστάμου διευρύνει την προσέγγιση της κοινωνικής σύγκρισης συνδέοντάς την άμεσα με την κοινωνική επιρροή, τις σχέσεις εξουσίας και την κοινωνική ισχύ. Παρακάτω θα αναφερθούμε  και στην «ψυχολογιοποίηση» βασική, συμβολή του στον τομέα ανάλυσης των κοινωνικών σχέσεων, (Παπαστάμου, 2011).

Το «μη χεῖρον βέλτιστον» και η μαθημένη αβοηθητότητα

­ – Η πρώτη «σκοτεινή»  πλευρά εκτιμώ, εμφανίζεται όταν η λογική του γνωμικού  «μη χεῖρον βέλτιστον», η οποία μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός επιβίωσης σε δύσκολες και ακραίες καταστάσεις, προτείνεται από την εξουσία ως μονόδρομος ή ακόμη και επιβάλλεται από αυτήν ως άποψη-λύση, και σταδιακά μετατρέπεται σε συνήθεια εύκολης επιλογής ή και αποποίησης ευθυνών («ε… τι να έκανα;»,«διάλεξα το λιγότερο κακό». Έτσι, φθάνουμε  ενίοτε στο επικίνδυνο σημείο να διαπιστώσουμε ότι έχει εγκατασταθεί στην κοινωνία μια «κουλτούρα του «μη χεῖρον βέλτιστον». Οι πολίτες σταδιακά αισθάνονται ότι η επιλογή τους  δεν συνιστά ουσιαστική δυνατότητα αλλαγής, προόδου ή εξέλιξης, με αποτέλεσμα να χάνει το νόημά της η ίδια  η επιλογή. Αν αυτή η συνθήκη συνεχιστεί  χωρίς συλλογική συνειδητοποίηση και αντίδραση, είναι πολύ πιθανόν οι πολίτες να οδηγηθούν στην «μαθημένη αβοηθητότητα», μια έννοια που εισήχθη τη δεκαετία του 1960 από τον ψυχολόγο Martin Seligman και τους συνεργάτές του. «Μαθημένη Αβοηθητότητα» είναι η ψυχολογική κατάσταση στην οποία ένα άτομο ύστερα από επανειλημμένες εμπειρίες αποτυχίας ή  έκθεσης σε ανεξέλεγκτες δυσάρεστες καταστάσεις μαθαίνει να πιστεύει ότι δεν μπορεί να  επηρεάσει ή να αλλάξει  όσα του συμβαίνουν.

Ως αποτέλεσμα, μπορεί να παραιτείται από την προσπάθεια και να παραμένει παθητικό ακόμη και αν υπάρχουν διαθέσιμες λύσεις ή δυνατότητες αλλαγής. Σύμφωνα με την (Άννα Καρακερέζη, 2026) στο άρθρο της με τίτλο «Όταν σταματάμε να προσπαθούμε. Το Σύνδρομο της  Μαθημένης Αβοηθητότητας»: «Η αβοηθητότητα δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Διαμορφώνεται σταδιακά μέσα από εμπειρίες όπου το άτομο αντιλαμβάνεται ότι οι πράξεις του δεν επηρεάζουν το αποτέλεσμα. Με τον χρόνο, ο εγκέφαλος «μαθαίνει» ότι η προσπάθεια είναι μάταιη και η παραίτηση γίνεται σχεδόν αυτόματη.». Επίσης όπως λέει στο ίδιο άρθρο η Καρακερέζη: «Σε περιόδους κοινωνικής έντασης ή πολιτικής αστάθειας, πολλοί άνθρωποι βιώνουν ένα γενικευμένο αίσθημα αδυναμίας. Η συνεχής έκθεση σε αρνητικές ειδήσεις μπορεί να ενισχύσει την πεποίθηση  ότι «τίποτα δεν αλλάζει». Αυτή η συλλογική αβοηθητότητα μπορεί να οδηγήσει σε αποστασιοποίηση από τη συμμετοχή, μειωμένη κοινωνική δράση και αυξημένο κυνισμό. Το άτομο αποσύρεται όχι γιατί δεν νοιάζεται, αλλά  επειδή αισθάνεται ότι η φωνή του δεν έχει βαρύτητα.». Είναι χαρακτηριστική, σύμφωνα με την άποψή μου, η όδευση από «το μη χεῖρον βέλτιστον» στη  «μαθημένη αβοηθητότητα» όπως θα δούμε σε ένα δικό μου παράδειγμα: Κατά την περίοδο του παραδοσιακού αλλά και νεότερου δικομματισμού στην Ελλάδα οι πολίτες ζούσαν για δεκαετίες με το ψευτοδίλημμα ποιο από τα δύο κόμματα  εξουσίας ήταν το χειρότερο. Οπότε, επειδή η επιλογή τους ήταν στην ουσία ανάμεσα σε δύο παραλλαγές της ίδιας αστικής πολιτικής, με παρόμοια ή και τα ίδια αρνητικά αποτελέσματα στο λαό, οι πολίτες σταδιακά άρχισαν να αισθάνονται ότι η ψήφος  δεν μπορεί να αλλάξει τη ζωή τους. και  ότι παραμένουν συλλογικά αβοήθητοι και μόνοι . Ίσως έτσι εξηγείται εν μέρη  –­όχι πλήρως­– και  η εκτόξευση της αποχής στις εκλογές στα πρωτοφανή για την Ελλάδα ποσοστά γύρω στο 50% . Βέβαια αυτή η  μαζική  άρνηση συμμετοχής στις εκλογές  δεν πηγάζει μόνο από την κοινωνική παραίτηση και  τη μαθημένη  αβοηθητότητα. Αντίθετα αποτελεί ένα πολυδιάστατο φαινόμενο: για άλλους είναι συνειδητή  ενεργητική πράξη  πολιτικής απόρριψης του συστήματος, για άλλους αδιαφορία, και για άλλους  ίσως μια  κραυγή βουβής απελπισίας ή απεγνωσμένης διαμαρτυρίας.

Το «μη χεῖρον βέλτιστον»  και  η «Ψυχολογιοποίηση»:

­– ­Η δεύτερη  «σκοτεινή όψη» του γνωμικού  συνδέεται με την «ψυχολογιοποίηση».

Η ψυχολογιοποίηση αναφέρεται στη  διαδικασία κατά την οποία οι θέσεις, οι στάσεις ή η συμπεριφορά μιας ομάδας  ερμηνεύονται κυρίως με βάση τα υποτιθέμενα ψυχολογικά χαρακτηριστικά των μελών της. Η παραπάνω διάσταση της ψυχολογιοποίησης  γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στον  τρόπο με τον οποίο  ένα κοινωνικό μήνυμα μπορεί να ερμηνευτεί όχι  με βάση το περιεχόμενό του αλλά, με βάση τα χαρακτηριστικά , τα κίνητρα ή την υποκειμενικότητα του προσώπου που το εκφέρει. Στο σημείο  αυτό χρήσιμη είναι η τοποθέτηση του καθηγητή Στάμο Παπαστάμου ο οποίος, κατά  την παρουσίαση του βιβλίου του το 2011«Ψυχολογιοποίηση, Επιπτώσεις των ψυχολογικών ερμηνειών στα φαινόμενα κοινωνικής επιρροής», αναφερόμενος στην «ψυχολογιοποίηση»  επισημαίνει μεταξύ άλλων ότι: «η δυνατότητα να επιρρίψει κανείς το περιεχόμενο ενός μηνύματος στο πρόσωπο εκείνου που το έγραψε ή το διέδωσε, η δυνατότητα να το αποδώσει σε προσωπικά κίνητρα ή να το αναγάγει αποκλειστικά  και μόνο στην υποκειμενικότητα, αποτελεί μια στρατηγική που εφαρμόζεται καθημερινά. Είναι μια στρατηγική που παρατηρείται στους πολιτικούς ελιγμούς, στις ad hominem πολεμικές  μεταξύ διαφόρων σχολών σκέψης, στις φήμες που κυκλοφορούν σε μια πόλη, στους αφορισμούς της εκκλησίας, στην καταδίκη των υποτιθέμενων εχθρών του λαού, στις συκοφαντίες των αιρετικών,  στους καβγάδες που διανθίζουν την καθημερινή μας ζωή…..».

Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, ο  καθηγητής Michalinos Zembylas (2016) αναδεικνύει τον κίνδυνο  ότι η ερμηνεία των κοινωνικών προβλημάτων  αποκλειστικά  μέσα από ατομικά ψυχολογικά χαρακτηριστικά ενδέχεται να επισκιάσει τις δομικές ανισότητες και τις ιδεολογικές παραδοχές που συμβάλλουν  στη διαιώνιση των κοινωνικών αδικιών και την αναπαραγωγή τους.

Θα δούμε μέσα από ένα δικό μου  παράδειγμα πώς η λογική του  «μη χεῖρον  βέλτιστον» σε συνέργεια με τη διαδικασία της ψυχολογιοποίησης ενδέχεται να συσκοτίσει ένα κοινωνικό φαινόμενο:

Έστω, ένας τυχαίος ασθενής που, μετά από ένα ιατρικό σφάλμα βρίσκεται αντιμέτωπος με τον θάνατο, αλλά τελικά μέσα από τον τιτάνιο αγώνα του ίδιου και των ελαχίστων αλλά αφοσιωμένων συγγενών του καταφέρνει τελικά  να ζήσει και να σταθεί ξανά στα πόδια του  αλλά με  πολύ σοβαρά  όμως, προβλήματα υγείας ως συνέπεια του ιατρικού λάθους. Απαιτούμενος επίπονης και μακροχρόνιας φυσικής αποκατάστασης και την ανάγκη να ξοδέψουν μια περιουσία οι λιγοστοί αφοσιωμένοι  συγγενείς του του που τον στηρίζουν συνεχώς  και το χειρότερο: ένα  αποτέλεσμα  που κρίνεται μέρα με την μέρα  χωρίς καμία θεσμική εξασφάλιση και υποστήριξη της προσπάθειάς τους. Η λογική του «μη χεῖρον βέλτιστον»,με το «τουλάχιστον είμαι ζωντανός ». Όχι επειδή η απώλεια έπαψε να υπάρχει, αλλά γιατί  το σημείο αναφοράς μετακινήθηκε τόσο χαμηλά ώστε η  απλή επιβίωση να εμφανίζεται ως  «θαύμα»,« μπορεί να λειτουργήσει αρχικά: ως ψυχολογική ασπίδα  για τον ίδιο και τους δικούς του  μετατοπίζοντας το σημείο αναφοράς της κοινωνικής σύγκρισης, προσωρινά  στο απόλυτο μηδέν, τον θάνατο που αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή  και όχι  στην ζωή του πριν το λάθος  με την πλήρη υγεία , την επάρκεια, την εργασία, την  κοινωνική του δράση, και γενικά την χαρά  και πληρότητα της υγιούς ζωής.

Αν όμως η ίδια λογική  του «μη χεῖρον  βέλτιστον» η οποία αποτελεί μια εύλογη  σκέψη  συναισθηματικής, έστω προσωρινής, αποφόρτισης για τον ασθενή  και τους δικούς του υιοθετηθεί από τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο. «Τι μπορεί να συμβεί»;  Το ιατρικό κατεστημένο  και  ίσως ορισμένοι από τους κατ’ουσίαν αδιάφορους συμπολίτες του  μπορεί να αρχίζουν να  τον παρουσιάζουν ως έναν «μαχητή στη βιτρίνα» που πρέπει πάντα να χαμογελά ασχέτως από το πως νιώθει ο ίδιος. Παραγνωρίζονται έτσι οι τεράστιες δυσκολίες, που αντιμετωπίζει καθημερινά μαζί με τους λίγους συγγενείς του προκειμένου να τα καταφέρουν. Ποιος, λοιπόν ορίζει  ποιο είναι  το «καλό αποτέλεσμα»; Ποιος  αποφασίζει το σημείο αναφοράς; ο ασθενής που έχασε την υγεία του  και είδε τη ζωή του να καταστρέφεται,; ή το σύστημα που μπορεί να του πει: «κοιτάξτε τι περάσατε». Το ότι είσαι ζωντανός είναι επιτυχία», ακόμη και με μία ενδεχόμενη αναπηρία. Μπορεί έτσι να αντιστραφεί ακόμη και η ίδια η αιτιότητα. Το αρχικό σφάλμα να χαθεί  πίσω από την ηρωική αφήγηση της διάσωσης. Ενώ η ευθύνη να παρουσιαστεί ως προσφορά. Ασκείται  έτσι, πίεση στο θύμα και τους δικούς του να νιώσουν υποχρέωση και ευγνωμοσύνη. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και από το κοινωνικό περιβάλλον του. «Κοίτα το θετικό», «Τα κατάφερες», «είσαι ζωντανός», κλπ. Φράσεις που μπορεί να λέγονται από αγάπη και  πραγματική ανάγκη παρηγοριάς μπορεί  όμως,να λειτουργήσουν  και ως πίεση στον ασθενή για να σταματήσει να διαμαρτύρεται και να πενθεί  για την ζωή του που έχασε, να θυμώνει για τους υπαίτιους και να διεκδικεί δικαιοσύνη και απόδοση ευθυνών. Έτσι, σταδιακά, η προσοχή απομακρύνεται  από το ιατρικό λάθος. Και στη συνέχεια αναλαμβάνει την σκυτάλη η διαδικασία της ψυχολογιοποίησης και καθώς όπως γράφει και ο Παπαστάμου,ο.π. σελ.31.» : «ο κόσμος έχει την τάση να ψυχολογιοποεί τις διαμαρτυρίες και να  τις θεωρεί ότι πρόκειται για τις συνέπειες των ψυχολογικών ιδιαιτεροτήτων των αυτουργών τους». Έτσι, ο κόσμος, ερμηνεύει τις διαμαρτυρίες του ασθενή και των δικών του: ως εκδηλώσεις ατομικών ψυχολογικών χαρακτηριστικών. Για παράδειγμα:την υπερπροστατευτικότητα των συγγενών, την ερμηνεύει  ως ιδιοτροπία  και τις εύλογες διαμαρτυρίες του ασθενή ως γκρίνια ή ενδεχόμενη ψυχική δυσλειτουργία. Εδώ , προσωπικά, θεωρώ ότι πρόκειται για την διεύρυνση  της έννοιας της ψυχολογιοποίησης προς την κατεύθυνση που επισημαίνει ο Zembylas (2016), σύμφωνα με την οποία τα κοινωνικά προβλήματα μπορούν να επαναπροσδιορίζονται με όρους ψυχολογικών χαρακτηριστικών με αποτέλεσμα να επισκιάζονται  οι ευρύτερες κοινωνικές και δομικές συνθήκες που συμβάλλουν  στη δημιουργία και  τη διατήρηση τους.΄Έτσι ο πραγματικός αίτιος του  φαινομένου  που αφορά την αυθεντία και το κύρος ενός ισχυρού ιατρικού θεσμού, της υγείας, μένει στο απυρόβλητο. Επιτρέποντας  τη διατήρηση  και διαιώνιση  των «πρωτοκόλλων» που οδήγησαν στο συγκεκριμένο ιατρικό λάθος. Κυρίως όμως επιτρέποντας τη διαιώνιση του ίδιου ή και χειρότερων λαθών. Καθώς μια επόμενη σειρά ασθενών μπορεί να βρεθεί σε παρόμοια ή και δυσμενέστερη θέση.

Γιατί άλλο είναι η προσωπική προσπάθεια  να βρει κανείς ένα τρόπο να απαλύνει την ζωή του ψυχολογικά προσωρινά έστω,  με τη λογική: «το μη χεῖρον βέλτιστον»  Και άλλο η μετατροπή αυτού του τρόπου σε κοινωνική απαίτηση να αποδεχτεί ως φυσιολογική μια  παθολογική κατάσταση που  πιθανόν να έχει παραχθεί από την ίδια την κοινωνία και τους προβληματικούς θεσμούς της. Θεωρώ ότι, δεν πρέπει να επιτρέψουμε  το «μη χεῖρον βέλτιστον» να γίνει το μέτρο με το οποίο η κοινωνία ορίζει και επιβάλλει τι πρέπει να περιμένει ο άνθρωπος.

Το ερώτημα βέβαια είναι: ποιος που και γιατί έχει το δικαίωμα να επικαλείται και να προτάσσει το «μη χεῖρον  βέλτιστον»; Στο στο συγκεκριμένο παράδειγμα θεωρώ ότι τον πρώτο και κύριο λόγο τον έχει  ο ίδιος ο ασθενή και  οι λιγοστοί  αφοσιωμένοι συγγενείς του. Γιατί άλλο να λες «είμαι ζωντανός» και άλλο το σύστημα και οι «δήθεν ενδιαφερόμενοι» να σου λένε:«είσαι ζωντανός», ενώ κατά βάθος σκέφτονται «πόσο τυχεροί είναι που δεν βρίσκονται στη θέση σου».

Προφανώς και ο κατάλογος με τα  αρνητικά (χείρονα) στη φράση  «το μη χεῖρον βέλτιστον»  είναι μακρύς και δεν μπορεί να εξαντληθεί στα πλαίσια ενός μόνο άρθρου, άλλωστε δεν είναι αυτός ο στόχος μου. Παρουσίασα,στο παρόν, άρθρο ενδεικτικά και σχετικά συνοπτικά   δύο μόνο από τις πιο «σκοτεινές, σύμφωνα με την άποψή μου,  διαδρομές» του γνωμικού: τη σύνδεσή του με τον ψυχολογικό μηχανισμό της μαθημένης αβοηθητότητας αλλά και τη σύνδεσή του με τη διαδικασία της ψυχολογιοποίησης που έχει αναλυθεί και καθιερωθεί από την κοινωνική ψυχολογία. Και στις δύο περιπτώσεις έδωσα χαρακτηριστικά παραδείγματα ώστε  να γίνει περισσότερο   κατανοητό το θεωρητικό υπόβαθρο  των συλλογισμών μου. Θεωρώ ότι  η υπερβολή στην χρήση του γνωμικού στις δύο ενδεικτικές περιπτώσεις αλλά και σε άλλες που δεν παρουσιάστηκαν στο παρόν λόγω χώρου  πυροδοτείται άμεσα και κατά κύριο λόγο από τα συναισθήματα της ανασφάλειας και του φόβου (δείτε και το άρθρο μου: (Πετράκης, 2026), «Φοβού τον φόβο που τη σκλαβιά φέρει.».

Ελπίζω, ότι οι δύο αυτές βασικές αρνητικές , σύμφωνα με την άποψή, μου πλευρές του γνωμικού που παρουσίασα είναι αρκετές, αν κατανοηθούν σε βάθος, ώστε να προβληματίσουν, να αμφισβητήσουν  και να αποτρέψουν όσο και όπου χρειάζεται  την κατάχρηση  της άποψης: «το μη χεῖρον  βέλτιστον». Επειδή, όμως, δεν είναι λογικό και θεμιτό να καταδικάσω  γενικά και εξ ολοκλήρου μια ρήση που κουβαλάει την ψυχολογική αβεβαιότητα  και την αγωνία  του ανθρώπου για επιβίωση· ούτε  όμως μπορώ να αγνοήσω τις «σκοτεινές όψεις» του και τον ρόλο που διαδραματίζουν αρκετές φορές στην κοινωνία θα πρότεινα: «Μηδέν άγαν» στην εφαρμογή του γνωμικού αυτού. Γιατί, αν και η φράση «το μη χεῖρον  βέλτιστον» δεν γεννήθηκε σε κάποιο σύγχρονο  επικοινωνιακό επιτελείο, η συστηματική και επίμονη προβολή-επιβολή της σήμερα από  τα ΜΜΕ και τον πολιτικό λόγο δεν είναι καθόλου τυχαία. Εξυπηρετεί απόλυτα  τη δομή της εξουσίας, αφού μετατρέπει τον πολίτη από έναν ενεργό δημιουργό που απαιτεί  και αγωνίζεται  για το ανώτερο και καλύτερο, σε έναν φοβισμένο παθητικό, καταναλωτή  που επιλέγει απλώς το λιγότερο τρομακτικό.

Κωστής Πετράκης, κοινωνιολόγος.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: