Με προσκήνιο την Γαλάζια Πατρίδα

Οι απόπειρες κατευνασμού των Τούρκων περιλαμβάνουν και την σιωπηρή αποδοχή των γενοκτονιών – που συνεχίζει η Άγκυρα – εναντίον των Κούρδων της  νοτιοανατολικής Τουρκίας, στο Βόρειο Ιράκ, την βορειοανατολική Συρία, των Αρμενίων του Ναγκόρνο Καραμπάχ (Αρτσάχ) και στο κράτος της Αρμενίας.   

Η συρρίκνωση του Ελληνισμού ήταν και παραμένει η στρατηγική του «βαθέως κράτους» της Τουρκίας. Σε αυτά τα πλαίσια είναι σαφές πως το κράτος με το όνομα «Τουρκική  Δημοκρατία», το οποίο βέβαια μόνο δημοκρατία δεν είναι, γεννήθηκε μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στις στάχτες και το αίμα της Γενοκτονίας των Ελλήνων, των Αρμενίων και των Ασσυρίων, του εκλιπόντος Οθωμανικού κράτους. Οι δε ηγέτες αυτού του μορφώματος, που ιδρύθηκε το 1923, μετά την Καταστροφή, υπήρξαν οι «σφαγείς» του Ελληνισμού, εκ των οποίων «κορυφαίος» υπήρξε ο Μουσταφά Κεμάλ.

       Στην πραγματικότητα, οι Τούρκοι αξιωματούχοι του νεοσύστατου κράτους της Ανατολίας ήταν τα ίδια πρόσωπα που διέπραξαν τις βαρβαρότητες και πράξεις ντροπής εναντίον των Ελλήνων και όχι μόνο. Δεν είναι υπερβολικό να συμπεράνει κανείς ότι ανταμείφθηκαν υλικά και πολιτικά ακριβώς λόγω αυτών των εγκλημάτων τους, καθιστώντας το νέο κράτος της Τουρκίας «καθαρό» από μη μουσουλμάνους και μη Τούρκους. 

      Ως εκ τούτου, το σύγχρονο Τουρκικό κράτος γεννήθηκε όχι μόνο αμετανόητο εναντίον του Ελληνισμού, αλλά βαθύτατα πολέμιο και διεκδικητικό για τα εδάφη που απελευθέρωσαν οι Έλληνες και τα οποία οι Τούρκοι θεωρούσαν δικά τους. Μικρή σημασία είχε βέβαια πως τα εν λόγω εδάφη ήταν διαχρονικά ελληνικά, με πόλεις τις οποίες ίδρυσαν οι Έλληνες, ενώ οι Τούρκοι υπήρξαν εισβολείς στην περιοχή. 

      Πιθανότατα, οι μάταιες και εξευτελιστικές προσπάθειες κατευνασμού των Τούρκων, όπως η ιταμή πρόταση του Ελευθέριου Βενιζέλου για βράβευση του γενοκτόνου Κεμάλ με το Νόμπελ Ειρήνης και η απόφασή του να χαρίσει στους Τούρκους τις αποζημιώσεις μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, ήταν που ενθάρρυναν την επιθετικότητα της ασύδοτης Τουρκίας. 

     Μόλις σταθεροποιήθηκε η κατάσταση στο εσωτερικό της γειτονικής χώρας και αφάνισαν – έναν ακόμη λαό – τον Κουρδικό (κατά την εξέγερση του Σεΐχη Σάιντ το 1925 και έπειτα με την γενοκτονία στο Ντερσίμ το 1938), οι Τούρκοι επανήλθαν στη διαχρονική και μόνιμη πολιτική τους εις βάρος του Ελληνισμού.  

     Οι διώξεις άρχισαν στην Κωνσταντινούπολη (1), με το νόμο  Βαρλίκ Βεργκισί, (11 Νοέμβρη του 1942), με πρόσχημα την ενδεχόμενη είσοδο της χώρας στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, στην πραγματικότητα όμως σχετιζόταν με τις διαδικασίες της τουρκικής εθνογένεσης, που είχαν ως βασικό εργαλείο την εξόντωση των μη τουρκικών  – κυρίως χριστιανικών κοινοτήτων – μέσα από προσχεδιασμένες γενοκτονίες και τη βίαιη μεταφορά του πλούτου τους στην εθνικιστική τουρκική  στρατιωτική γραφειοκρατία.

     Όσα έζησαν οι Έλληνες της Πόλης την 6η και 7η Σεπτεμβρίου του 1955 αποτελούν μια από τις χειρότερες σελίδες της ιστορίας μας μετά την Άλωση. Πρόκειται για ένα ανθελληνικό πογκρόμ που έχει μείνει στην ιστορία ως «Η νύχτα των Κρυστάλλων του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης». Τούρκοι Λαζοί που μεταφέρθηκαν στην Πόλη δωρεάν με πλοία ναυλωμένα από την κυβέρνηση ξεχύθηκαν, μαινόμενος όχλος, ενισχυμένοι και με πάρα πολλούς Τούρκους της Πόλης, στις Ελληνικές συνοικίες και κατέστρεψαν τα πάντα. 

   Χρειάστηκαν μόλις εννέα ώρες, για να γίνουν ερείπια όλες οι δομές – σχολεία, εκκλησίες, κλινικές, εργοστάσια, εφημερίδες, πολιτιστικοί σύλλογοι,εμπορικά, σπίτια, …- που με κόπο και θυσίες είχαν χτίσει οι Έλληνες. Επίσης, καταμετρήθηκαν αρκετοί νεκροί, τραυματίες, βιασμοί, …

   Ό,τι συνέβη ήταν προμελετημένο και προαποφασισμένο. Προηγήθηκε – μία ημέρα νωρίτερα (5 Σεπτεμβρίου 1955) – προβοκάτσια, η οποία έδωσε την «αφορμή» ν’ ανοίξει ο ασκός της βίας και των καταστροφών. Ένας μουσουλμάνος φοιτητής, ο Οκτάι Εγκίν, τοποθέτησε μία βόμβα στο προαύλιο του Τουρκικού Προξενείου στη Θεσσαλονίκη, που θεωρείται πατρικό σπίτι του Κεμάλ. Η έκρηξη της βόμβας δεν προξένησε ζημιές, προκάλεσε όμως έκρηξη προμελετημένης «οργής» του τουρκικού όχλου με επακόλουθο τα φοβερά γεγονότα των δύο επόμενων ημερών που έχουν περάσει στην ιστορία ως «Σεπτεμβριανά» και που αποτέλεσαν την αντίστροφη μέτρηση για την εξαφάνιση του Ελληνισμού της Πόλης και άλλων περιοχών.

      Ακολούθησαν οι απελάσεις του 1964 που είχαν σαν αποτέλεσμα  την εκδίωξη περίπου 12.000–13.000 Ελλήνων υπηκόων.  Το ιστορικό πλαίσιο καθοριζόταν αυτή τη φορά από την κυπριακή κρίση και τον αντιαποικιοκρατικό αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου ενάντια στην Βρετανική Αυτοκρατορία.                                                                                                     

     Αξίζει να επισημανθεί η ανάμειξη της Μ. Βρετανίας στην οργάνωσ η των Σεπτεμβριανών και της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης. Η βρετανική υποκίνηση για τα γεγονότα του 1955 και 1964 είναι πρόδηλη – όπως η συμμετοχή αρχηγών μυστικών υπηρεσιών χωρών του ΝΑΤΟ, της CIA, (και) πρώην στελεχών των SS, των ναζιστικών υπηρεσιών.

    Πολλές λεπτομέρειες για τα «Σεπτεμβριανά» ήρθαν στο φως το 1961, κατά τη διάρκεια της δίκης για εσχάτη προδοσία του πρωθυπουργού Αντνάν Μεντερές, ο οποίος ανατράπηκε από τους στρατιωτικούς και κατέληξε στην αγχόνη. Ο Μεντερές δήλωσε δημοσίως ότι τόσο η έκρηξη στο προξενείο της Θεσσαλονίκης όσο και το πογκρόμ ήταν προσχεδιασμένα από τον ίδιον και τα στελέχη του Κεμαλικού Κόμματος που είχε την εξουσία.

    Τα «Σεπτεμβριανά» προκάλεσαν Τούρκοι παρακρατικοί, προβοκάτορες, καταδότες οργανωμένοι από το βαθύ κράτος και την τουρκική κυβέρνηση, στην προσπάθεια να στιγματιστούν οι μη μουσουλμανικές μειονότητες ως «εσωτερικοί εχθροί». Οι ίδιοι παρακρατικοί / εθνικιστικοί μηχανισμοί ήταν κύριοι παράγοντες και στα μετέπειτα στρατιωτικά κινήματα, που στη συνέχεια προσδιόρισαν την αντιδημοκρατική πορεία της γειτονικής χώρας. 

    Η «νύχτα των Κρυστάλλων κατά των Ρωμιών της Πόλης» είναι η αρχή της αλυσίδας πλήθους παρακρατικών δραστηριοτήτων, όπως η σφαγή της πλατείας Ταξίμ ( 1/5/1977), οι σφαγές στο Μαράς (19-26/12/1978) και Τσορούμ ( 5/6/1980), τα γεγονότα κατά Αλεβιτών με την πυρπόληση του ξενοδοχείου «Madimak » στη Σεβάστεια ( 2/7/1993) και τα γεγονότα στη συνοικία Γκαζί της Πόλης (12/3/1995), φθάνοντας μέχρι τη δολοφονία του Αρμένιου δημοσιογράφου Χραντ Ντινκ (19/1/2007) και τη δολοφονία των χριστιανών εκδοτών στη Μαλάτια (18/4/2007).

     Και σήμερα, χώρες που συνεργάστηκαν στον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο με την χιτλερική Γερμανία – όπως το ναζιστικό καθεστώς του προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι στο Κίεβο συνδράμει στην υλοποίηση των γεωπολιτικών σχεδίων του Ερντογάν ενάντια στην ελληνική κυριαρχία – με την ανοχή της Δύσης, ιδιαίτερα των «προθύμων» χωρών της Ευρώπης.  

      Εκπληκτική είναι η ομοιότητα  «της νύχτας των κωνσταντινουπολίτικων Κρυστάλλων» με εκείνη «της νύχτας κατά των Εβραίων», που οργανώθηκε και εκτελέστηκε από το γερμανικό ναζιστικό καθεστώς, 8-9 Νοέμβρη 1938.                                                                       

      Ο μεταπολεμικός αφανισμός των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης το 1955 «θάφτηκε» από τις Δυτικές Δυνάμεις, οι οποίες θεωρούν την Τουρκία  ως στρατηγικό τους σύμμαχο.                                                                                                           

     Ομοίως, οι Τούρκοι εξαφάνισαν και τους Έλληνες της Ίμβρου και Τενέδου, όπως και της κατεχόμενης Κύπρου μετά την εισβολή του 1974, και τους αποικισμούς που ακολούθησαν.  Με την ανοχή της Ελλάδας και της διεθνούς κοινότητας, η Τουρκία δεν έπαψε να παραβιάζει τους όρους της Συνθήκης της Λωζάννης από την πρώτη μέρα υπογραφής της. Τις κρίσιμες  δεκαετίες 1960 και 1970,  οι Έλληνες κάτοικοι των δυο νησιών αναγκάστηκαν να τα εγκαταλείψουν, παρακολουθώντας αβοήθητοι τη δήμευση της καλλιεργήσιμης γης, την απαγόρευση αλιείας, της κτηνοτροφίας, της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας, την ισοπέδωση εκκλησιών τους, την στέρηση της πολιτισμικής τους ταυτότητας – και – την διακινδύνευση της ίδιας τους της ζωής, με την εγκατάσταση « ανοικτής  φυλακής», το 1964, της οποίας οι τρόφιμοι  αφέθηκαν ελεύθεροι να κλέβουν, να σκοτώνουν και να τους τρομοκρατούν.                                                                                                                                                                                       

      Μαρτυρίες επιζώντων Ιμβρίων του Σχοινουδίου – το μεγαλύτερο χωριό της Ίμβρου  – αναφέρονται «για τότε» που έσφυζε από ζωή ! 

       Ο συγγραφέας Γ. Τσιμούρης στο βιβλίο του « Ίμβριοι φυγάδες απ´τον  τόπο μας, όμηροι στην πατρίδα» περιγράφει σκηνές, τότε, που αλαφιασμένοι εγκαταλείπανε το νησί, να φθάσουν λαθραία στις απέναντι ακτές της Λήμνου ή της Σαμοθράκης…                                          

       Σήμερα, 52 χρόνια μετά, αναρωτιέται  κανείς : πώς σβήστηκαν δυόμιση χιλιετίες παρουσίας του ελληνικού στοιχείου, αφήνοντας μόλις 200 Έλληνες – μόνιμους υπερήλικες κατοίκους – στην Ίμβρο και 20 στην Τένεδο!                                              

       Η ύπαρξη του ελληνικού στοιχείου στην περιοχή επί αιώνες έχει δημιουργήσει και μεταλαμπαδεύσει παραδόσεις και μνήμες σε κάθε φυλή και πολιτισμό, που συμβίωσε ειρηνικά  μαζί του. Μνήμες, που οι σύμμαχοι και εταίροι μας της Ε.Ε. αγνοούν είτε για πολιτικοοικονομικούς λόγους είτε για να αποποιηθούν τις ευθύνες τους.

      Σε όλα τα εγκλήματα, τις πράξεις αφανισμού, αφελληνισμού, η  Ελληνική πολιτική ηγεσία της εποχής παρακολουθούσε ως απλός παρατηρητής. Το ίδιο, δυστυχώς, συνεχίζει  και σήμερα, μιας και στα ηνία της χώρας βρίσκονται τα πολιτικά και φυσικά τέκνα των ηγετών, που πρώτοι εμπνεύστηκαν την πολιτική των διαρκών υποχωρήσεων προς την Άγκυρα.     

     Οι απόπειρες κατευνασμού των Τούρκων περιλαμβάνουν και την σιωπηρή αποδοχή των γενοκτονιών – που συνεχίζει η Άγκυρα – εναντίον των Κούρδων της  νοτιοανατολικής Τουρκίας, στο Βόρειο Ιράκ, την βορειοανατολική Συρία, των Αρμενίων του Ναγκόρνο Καραμπάχ ( Αρτσάχ ) και στο κράτος της Αρμενίας.       

    Η εκκωφαντική «σιωπή» της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας … «ήχησε»  κατά την πρόσφατη (14 Απριλίου 2026) τουρκική εισβολή στο χωριό Πύλα της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατά τους βομβαρδισμούς σχολείων, νοσοκομείων, δολοφονίες αμάχων στην Ροζάβα και κατά την διάρκεια της εθνοκάθαρσής του Αρτσάχ.                                                       

     Τότε, που προδομένος – από τους δικούς του ηγέτες – ο λαός της Αρμενίας τον Σεπτέμβρη του 2023, αντιμετώπισε την γενοκτονία από τους Τούρκους και Αζέρους, καθώς μπροστά στα μάτια ολόκληρης της ανθρωπότητας, 100.000 άνθρωποι από το Αρτσάχ οδηγήθηκαν και πάλι στα καραβάνια και πάλι στην εξορία.                       

     Πρόκειται για την συνέχεια της Γενοκτονίας των Αρμενίων του 1915, που διαπράχθηκε από τους Νεότουρκους, την οποία βιώνουν και οι Κούρδοι στο Σενγκάλ, και οι Έλληνες στα Κατεχόμενα της Κύπρου, την Θράκη και τα νησιά του Αιγαίου. Με εκπεφρασμένο και θρασύτατο στόχο των (δικτατόρων) Αλίγιεφ , Ερντογάν να αφανίσουν και το υπόλοιπο κράτος της Αρμενίας – τον κυματοθραύστη του Παντουρκισμού – ο επόμενος στόχος του Τουρκικού ιμπεριαλισμού, των τζιχαντιστών και των drones, είναι σαφώς τα δύο κράτη του Ελληνισμού.

       Στις μέρες μας, η Άγκυρα συνεχίζει με απειλές και αναφορές στο όραμα της «Γαλάζιας  Πατρίδας». Οι Τούρκοι προχωρούν στη μεγαλύτερη πρόκληση των τελευταίων ετών στο Αιγαίο. Στήνουν «νέα» Κάσο ορίζοντας «θαλάσσια πάρκα» εντός των δικών μας χωρικών υδάτων, δοκιμάζοντας στην πράξη τον «νέο νόμο» για την «Γαλάζια Πατρίδα», που χωρίζει το Αιγαίο στη μέση. Με αυτόν τον νόμο διεκδικούν τις περιοχές που αποκαλούν «Γκρίζες ζώνες». 

     Προφανώς, η εθνοβόρα πολιτική του «κατευνασμού» δεν μπορεί να αποτελέσει μονόδρομο για την Ελλάδα. Οι κατευναστές του ελλαδικού κράτους δεν μπορεί να αδιαφορούν κάθε φορά που βλέπουν να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια τους το Παντουρκικό «νεο-Οθωμανικό» δόγμα του Ερντογάν – με καταλήψεις, λεηλατήσεις, παραβίαση θαλάσσιων συνόρων, προκλήσεις με drones  του εναέριου χώρου, …- τον συνεπή στρατηγικό σκοπό της Τουρκίας να αποκόψει εθνική κυριαρχία από την Ελλάδα και την Κύπρο.  

      Οι κρίσεις της Ελλάδας και της Κύπρου είναι παράλληλες. Ζουν κι οι δύο χώρες ιμπεριαλιστική επίθεση ισχυρών δυτικών Δυνάμεων. Παραχώρηση του «χώρου» Ελλάδας και  Κύπρου – στους Αμερικανούς, Ισραηλινούς, Γάλλους, … – για δικά τους οικονομικά συμφέροντα. Εγκατάσταση  στρατευμάτων τους, που θα γίνονται στόχος στις συγκρούσεις της Μέσης Ανατολής. Δημιουργία δεκάδων ξένων βάσεων με πρόφαση την «ασφάλεια» μας!

     Η σαφέστατη αναβάθμιση της Τουρκίας από Ε.Ε., ΗΠΑ και ο κίνδυνος γεωπολιτικών πιέσεων για ισραηλινή κυριαρχία είναι προφανείς. Το κυπριακό κράτος κινδυνεύει να καταλυθεί – με διπλωματική διαδικασία – καθιστώντας το νησί  «αποικία Δυνάμεων», να διαιρεθεί / να κοπεί στα δυο … όπως έγινε στην Συρία από τους ίδιους πρωταγωνιστές:  Ισραήλ, Τουρκία. Εκεί, ο Ερντογάν και ο Ντετανιάχου υποκίνησαν, στήριξαν  – οικονομικά και στρατιωτικά – την απομάκρυνση του Προέδρου της Μπασάρ αλ Άσαντ, αντικαθιστώντας τον με τον  Ισλαμιστή – Τζιχαντιστή  Αχμέντ Χουσεΐν αλ Σαράα ( με το ψευδώνυμο αλ Τζολάνι ).  Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τη μετατροπή της χώρας σε «σουνιτικό προτεκτοράτο», εκτελεστή  επικίνδυνων σχεδιασμών των Η.Π.Α και της Ε.Ε. στη Μέση Ανατολή και Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Άμεσες συνέπειες στην περιοχή ήταν οι διώξεις, γενοκτονίες κατά Αλαουιτών, Χριστιανών, Κούρδων και ενάντια όσων εντοπίζονταν στη ρωσική σφαίρα επιρροής.

      Η υπενθύμιση  ιστορικών στιγμών «διεκδικητικής τουρκικής συμπεριφοράς», δίνουν ουσιαστικά μαθήματα («όποιος ξεχνάει /παραβλέπει το παρελθόν είναι υποχρεωμένος να το ξαναζήσει») για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ακόμη και σε εποχές που « διακηρύξεις φιλίας» ήταν σε ισχύ.

     Επίσης, μας παρέχουν «τροφή» για προβληματισμό για τα αποτελέσματα της διαχρονικής τακτικής κατευνασμού, υποχωρητικότητας, υποτακτικότητας στον τουρκικό ιμπεριαλισμό, σιωπής της ελληνικής πολιτικής και πνευματικής ηγεσίας, της ακαδημαϊκής κοινότητας, της οπτικής των δημοσιογράφων- αναλυτών με τους οποίους το πολιτικό σύστημα διατηρεί σχέσεις αλληλεξάρτησης. Κυρίως, όμως, διαφαίνεται και η πάγια στάση των «Δυτικών Συμμάχων» μας.

   Το χρονικό του πογκρόμ κατά των Κωνσταντινουπολιτών τον Σεπτέμβρη του 1955, μας επαναφέρει στην εποχή που έκρινε την τύχη του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης, με την συρρίκνωση μέχρις αφανισμού της ελληνικής Μειονότητας. Μιας εποχής, που αποσιωπήθηκε χάριν της υποτιθέμενης ελληνοτουρκικής «φιλίας». Μιας «φιλίας» που αποκορυφώθηκε με την εισβολή στην Κύπρο και τον Αττίλα. Μιας «φιλίας» που αξιώνει τον διαμελισμό του Αιγαίου, την εφαρμογή της λογικής των «γκρίζων ζωνών», το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας…         

                               

                                                                                  Ιωάννα  ΚΩΤΣΙΑΒΡΑ 

(1)  Την περίοδο της Αυτοκρατορίας, η Κωνσταντινούπολη έγινε το κέντρο του Κόσμου, με την άνθηση των πόλεων να επεκτείνεται και προς την μικρασιατική ενδοχώρα. Μιλάμε για τις ελληνικές κοινότητες που δημιουργήθηκαν σε πόλεις, κωμοπόλεις, χωριά και οικισμούς στην Ανατολική Θράκη, την Κωνσταντινούπολη  και την περιοχή του Μαρμαρά, τον Εύξεινο Πόντο, την Καππαδοκία, τα παράλια της Μικράς Ασίας… Η Οθωμανική κατάκτηση έριξε την σκιά της στον Ελληνισμό μέχρι τα διατάγματα Χάτι Σερίφ (1839) και Χάτι Χουμαγιούν (1856) να αναγνωρίσουν κάποια δικαιώματα στους Έλληνες και τους λοιπούς μη μουσουλμάνους, δικαιώματα που επέτρεψαν την εκ νέου άνθηση των ελληνικών κοινοτήτων. Όλα αυτά έσβησαν με την γενοκτονία που διέπραξαν οι Νεότουρκοι και Κεμαλικοί από το 1914 μέχρι το 1922, για να ακολουθήσει η ανταλλαγή πληθυσμών, το 1923-1924, που ξερίζωσε τον Ελληνισμό από τόπους στους οποίους μεγαλούργησε επί αιώνες και χιλιετίες. Έκτοτε, η Ανατολία, με εξαίρεση την Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο και την Τένεδο, έμεινε χωρίς Ελληνισμό, με εξαίρεση εκείνους που κρύφτηκαν ή αλλαξοπίστησαν για διάφορους λόγους.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: