Γολγοθάδες…

Αλλά να θυμάσαι αδερφέ, μέρες που είναι, πως δεν θα διαλέξουμε να πιούμε το μαύρο κρασί της λησμονιάς, μα τ’ άλλο, το κόκκινο της θύμησης. Να ξέρεις ότι όσα μολόγησες στα παιδιά σου για τούτο το φτωχό ορεινό χωριουδάκι που πρωτάνοιξες τα μάτια σου, τα διηγήθηκαν κι άλλοι στα δικά τους τα παιδιά…

Ξέρω ξενιτεμένε μου αδερφέ, ότι μέρες που είναι, η σκέψη σου φτερουγίζει σ’ εκείνο το καπνισμένο φτωχοκάλυβο με τα σφαλιστά παράθυρα και τη χορταριασμένη αυλή. Βλέπεις, ο νους δεν γνωρίζει σύνορα μήτε φραγμούς κι ας κάνει πολλές φορές επίμονες στάσεις στα κρύα λιμάνια των αποχαιρετισμών, στα λευκά σαν φτερά αγγέλων μαντήλια, στην τρεμάμενη αγκαλιά της μάνας, στα απαλά ροδοδάχτυλα της κοπελιάς που δεν έλεγαν να ξεγλιστρήσουν μέσα από το δικό σου το χέρι…

Πάει καιρός που πήρες των οματιών σου για τα σκλαβοπάζαρα της ξενιτιάς, στην Αμερική, στον Καναδά, στην Αυστραλία, στη Γερμανία. Και η Ελλάδα των «νικητών», των καταστροφών, των διωγμών, της ορφάνιας και της φτώχειας, χάραξε και το δικό σου πικρό δρόμο του μισεμού. «Ποτέ δεν απόσωσες ακέριο έν’ άσπρο καρβέλι χαράς στη ζωή σου» που λέει κι ο δικός μας ο ποιητής, ο μπάρμπα Μιχάλης μας. Και το γύρεψες αλλού, μακριά. Ξεμάκρυναν και τα χρόνια, γιόμισαν βάτα κι αγκάθια οι δρόμοι της επιστροφής. Βλέπεις, υπάρχουν κι άλλοι «Γολγοθάδες», πιότερο γήινοι κι απόλυτα ανθρώπινοι. Είναι αυτοί που ο σταυρός του προσωπικού μαρτυρίου δεν περνά μέσα από τας γραφάς, αλλά από φωτεινές λεωφόρους με πανύψηλους ουρανοξύστες. Εκεί που τα όνειρα συνθλίβονται ανάμεσα σε τεράστιες στοίβες με άπλυτα πιάτα και τα δάκρυα πνίγονται σε ατέλειωτα μοναχικά νυχτέρια σε αγέλαστα εργοστάσια…

Ξέρω ξενιτεμένε μου αδερφέ, ότι πάντα λαχταράς να γυρίσεις σε τούτο το μακρινό Ευρυτανοχώρι της πρώτης σου νιότης, κρατώντας σαν έπαθλο τον τίμιο κόπο μιας μαχόμενης μα και λεηλατημένης ζωής. Ξέρεις κι εσύ ότι καμιά χήρα μάνα δεν θα σε περιμένει πια. Έφυγε με τον καημό κρατώντας στο λιγνό της χεράκι εκείνο το κομποδιασμένο απρομάντηλο με το φυλαχτό που σε καρτεράει ακόμη. Τα παιδικά πρόσωπα των αδερφών σου ρυτίδιασαν και τ’ ανιψάκια πέρασαν στα πανεπιστήμια. Οι παλιοί φίλοι μεγάλωσαν πολύ, άσπρισαν και σοβάρεψαν. Κι η κοπελιά έγινε γιαγιά…

Αλλά να θυμάσαι αδερφέ, μέρες που είναι, πως δεν θα διαλέξουμε να πιούμε το μαύρο κρασί της λησμονιάς, μα τ’ άλλο, το κόκκινο της θύμησης. Να ξέρεις ότι όσα μολόγησες στα παιδιά σου για τούτο το φτωχό ορεινό χωριουδάκι που πρωτάνοιξες τα μάτια σου, τα διηγήθηκαν κι άλλοι στα δικά τους τα παιδιά. Γι’ αυτό και όλοι μας σε καρτεράμε πάλι, και σένα και τα παιδιά σου και τα εγγόνια σου. Στον τόπο σου, στο καλύβι σου, στα χώματά σου. Ν’ ανοίξουμε τα παραθύρια, να μπει ο ήλιος, να  φωτίσει κι εκείνη τη σκονισμένη γωνιά στο τραπέζι…

Αφιερωμένο στα αδέρφια, τους συγγενείς και τους φίλους Ευρυτάνες της διασποράς.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: