Χτίζοντας ταυτότητες
Κι αν στην Ελλάδα τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά γιατί υπάρχει ΚΚΕ, η γενική κατάσταση στις άλλες χώρες είναι άκρως απογοητευτική…
Έχουν περάσει 35 χρόνια από τις ανατροπές του σοσιαλισμού στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο και ο καπιταλισμός κάνει τον γύρο του θριάμβου του, επιδεικνύοντας τρεμάμενος τις δάφνες του γιατί νίκησε σε μια στροφή της ιστορίας.
Σήμερα, η εργατική τάξη στην Ελλάδα και διεθνώς δείχνει πιο μουδιασμένη από ποτέ άλλοτε. Η απουσία ιδεολογικού και πολιτικοκοινωνικοοικονομικού αντίβαρου στην βαρβαρότητα του συστήματος, έχει επιφέρει ένα συντριπτικό πλήγμα στη συνείδηση των λαών οι οποίοι νιώθουν ανήμποροι μπροστά στη ροή των εξελίξεων, εμμένοντας στον ρόλο του παθητικού θεατή της ζωής. Κι αν στην Ελλάδα τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά γιατί υπάρχει ΚΚΕ, η γενική κατάσταση στις άλλες χώρες είναι άκρως απογοητευτική.
Όσο περισσότερο σαπίζει ο καπιταλισμός, τόσο σαπίζει και η εργατική τάξη γιατί την τραβάει στην καταστροφή μαζί του. Κι αν σε αυτή τη φράση αντιστοιχεί και η άλλη ανάγνωση που λέει ότι στις συνθήκες της σήψης κρύβεται ο σπόρος της ανάτασης και της ανατροπής, τότε αυτή η ανάγνωση θα πρέπει να συνοδεύεται από έναν αστερίσκο που να συμπληρώνει, να υπενθυμίζει και να αποσαφηνίζει: «υπό προϋποθέσεις».
Η πιο καθοριστική προϋπόθεση είναι οι ίδιες οι αντικειμενικές συνθήκες. Οπωσδήποτε αυτές πάντα είναι που «φέρνουν την Ιστορία στα πόδια μας» και εμείς ή την κλωτσάμε ή την καβαλάμε. Αλλά όταν μας χτυπήσει την πόρτα Αυτή, πρέπει ο υποκειμενικός παράγοντας να είναι καθόλα έτοιμος για το μεγάλο άλμα. Στον υποκειμενικό παράγοντα, εντάσσεται η πρωτοπορία της εργατικής τάξης, δηλαδή το ΚΚ, αλλά και η ίδια η εργατική τάξη.
Αυτή η εργατική τάξη, μετά την πυκνή, από άποψη περιεχομένου, περίοδο των ανατροπών, δείχνει να βουλιάζει ολοένα περισσότερο στην καπιταλιστική βαρβαρότητα, παύοντας να έχει όραμα για τη ζωή της. Μοιάζει να βιώνει απλώς την ζωή, χωρίς να στοχάζεται πάνω σε αυτή, χωρίς να εμπνέεται και χωρίς να ελπίζει. Η φωνή που υψώνει κατά καιρούς όταν δέχεται επίθεση ακούγεται αβέβαιη όταν δεν έχει ξεκάθαρο πολιτικό περιεχόμενο και στόχο, αν εδράζεται σε ένα αυθόρμητο συναίσθημα και όχι σε μια ολοκληρωμένη στρατηγική πολιτική αντίληψη.
Ύστερα, μόλις η λάμψη του πυροτεχνήματος περάσει, θα επιστρέψει στη σιωπή της, πιο απογοητευμένη και πιο πεισμένη ότι οι αγώνες δεν έχουν αποτέλεσμα. Ο εμπειρισμός της θα γίνει τότε η λυδία λίθος της ιστορίας. Το ιστορικό βάθος που χαράζει ο επαναστατικός κοινωνικός μετασχηματισμός είναι ο Μεγάλος Άγνωστος, το εμμονικό αφήγημα των γραφικών κομμουνιστών και αυτό που ακυρώνεται από την βιωματική εμπειρία. Και η εργατική τάξη, συνεχίζει να ζει επαληθευμένη και αποχαυνωμένη, κοιμισμένη και σίγουρη.
«Ξεκινάμε απ’ τους πραγματικούς δραστήριους ανθρώπους, και πάνω στη βάση της πραγματικής διαδικασίας της ζωής τους δείχνουμε την ανάπτυξη των ιδεολογικών αντανακλάσεων και απηχήσεων αυτής της διαδικασίας της ζωής. Τα φαντάσματα που σχηματίζονται στο ανθρώπινο μυαλό αποτελούν επίσης, αναγκαστικά, εξιδανικεύσεις της υλικής διαδικασίας της ζωής τους, που μπορεί να επαληθευτεί εμπειρικά και συνδέεται με τις υλικές προϋποθέσεις[…]», έγραφαν οι Μαρξ και Ένγκελς στην Γερμανική Ιδεολογία.
Από αυτή τη θέση αρχής κι εμείς, έχουμε καθήκον να ορίσουμε εκ νέου την εργατική τάξη, όχι τόσο ως προς τα όριά της, όσο ως προς τη συνείδηση και την φυσιογνωμία της σήμερα. Στην εποχή της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, του ΑΙ, της υποκατάστασης της δια ζώσης επικοινωνίας από την διαμεσολάβηση των social media, της ιδεολογικής σύγχυσης, της απύθμενης αλλοτρίωσης που αποδεικνύεται από μια σειρά παθολογικά κοινωνικά φαινόμενα.
Χωρίς ταξική συνείδηση, άρα και χωρίς ουσιαστική πολιτική συγκρότηση, ο σύγχρονος εργάτης είναι έρμαιο της κυρίαρχης ιδεολογίας, η οποία πολλαπλά ενισχυμένη από τους νεοπαγείς μηχανισμούς της, προσπαθεί να τον καταστείλει πνευματικά, εκμηδενίζοντας τις πιθανότητες να σκεφτεί εναλλακτικά, έξω από το πλαίσιο που θέτει το ίδιο το σύστημα.
Η αλλοτρίωση είναι σε τέτοιο βαθμό προχωρημένη, που η επιθυμία, η σκέψη, ο ελεύθερος χρόνος, το γούστο, η γλώσσα, ακόμα και η συμπεριφορά, καθορίζονται από τον αλγόριθμο.
Ο πραγματικός κόσμος μετατρέπεται σε σωρό από φωτογραφίες και reels που κατά ριπάς κατακλύζουν την οθόνη του κινητού, δικαιώνοντας τον Γκι Ντεμπόρ που έγραφε ότι «το θέαμα δεν είναι ένα σύνολο εικόνων αλλά οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων που διαμεσολαβούνται από τις εικόνες». Η ζωή σήμερα έγινε ένα θέαμα που σερβίρεται σαν προϊόν, για να καταναλωθεί από τον άνθρωπο – χρήστη και παραγωγό του προϊόντος. Αν αυτό δεν λέγεται φετιχισμός του εμπορεύματος, τότε πώς λέγεται;
Στο σημείο που η εργασία για την επιβίωση σταματάει και αρχίζει ο ελεύθερος δήθεν χρόνος, δεν τελειώνει, αλλά αντίθετα συνεχίζει η αποξένωση του εργάτη από τον εαυτό του. Ο ελεύθερος χρόνος του είναι ο τόπος στον οποίο πραγματώνεται η προεπιλεγμένη μορφή διοχέτευσης του αποθέματος ενέργειας. Αυτή, ορίζεται από τη μόδα, δηλαδή το πρότυπο μαζικής κουλτούρας. Έτσι όλα είναι τακτοποιημένα, και τίποτα δεν ξεφεύγει από τον έλεγχο.
Η αστική εξουσία συνεπώς, δεν εξαντλείται στη σφαίρα της παραγωγής και της διανομής. Είναι καθολική. Ορίζει τα πάντα για να συνεχίζει να υπάρχει. Θα λέγαμε (δανειζόμενοι τον όρο από τον Φουκώ), ότι είναι η απόλυτη έκφραση της βιοεξουσίας.
Το πρόβλημα εδώ έγκειται στο κατά πόσο υπάρχουν γραμμές άμυνας και καλλιεργούνται νέες. Πόσο πιο δύσκολη γίνεται η ιδεολογική παρέμβαση από την πρωτοπορία στην υπόλοιπη εργατική τάξη με φόντο τις νέες υπερσύγχρονες τεχνολογίες και τους προωθημένους μηχανισμούς χειραγώγησης και ενσωμάτωσης. Πόσο εύκολο είναι το σπάσιμο του εμπειρισμού και της κυρίαρχης ιδεολογίας που τρέφεται από τους ίδιους τους υλικούς όρους ζωής και πόσο εφικτή είναι η εκλαΐκευση και μετάδοση της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας που να φτάνει στο σημείο της κατανόησης.
Τη δεκαετία του ’80, η πολιτική παιδεία του μέσου εργάτη ήταν γενικά πιο αναβαθμισμένη από την αντίστοιχη του τωρινού, ενώ η συνθετότητα των σημερινών προβλημάτων είναι μεγαλύτερη από την αντίστοιχη των τοτινών. Σήμερα, δηλαδή, καλούμαστε να εξηγούμε πιο δύσκολα φαινόμενα σε έναν κόσμο που είναι πολιτικά πιο αμόρφωτος. Και ακόμα μια αντίφαση: σήμερα που ο καπιταλισμός σέρνει την ανθρωπότητα στο χείλος της καταστροφής της, ο υποκειμενικός παράγοντας είναι πιο παροπλισμένος από ποτέ.
Αν τα παραπάνω φαντάζουν στον αναγνώστη απαισιόδοξα, ζητώ συγγνώμη. Η πρόθεση του κειμένου δεν είναι να πνίξει τον τσαμπουκά μας, αλλά να τον ενισχύσει.
Είναι βαθιά η πεποίθησή μου ότι αν δεν γνωρίζεις το υλικό που πρέπει να διαμορφώσεις, τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά του, δεν θα μπορέσεις να το διαμορφώσεις ποτέ. Για αυτό και η πολιτική μας, δεν χρειάζεται τις ωραιοποιήσεις και τις μυθολογίες, αλλά την γνώση.
Λ. Σ.
