Αν πίσω στέκεται το Κεφάλαιο

Η αυθόρμητη μαζική δράση μπορεί προς στιγμή να  κλονίσει την καθιερωμένη τάξη, αλλά  στη συνέχεια μπορεί να  χρησιμοποιηθεί για να φέρει στην εξουσία πολιτικές δυνάμεις που υπόσχονται να την αποκαταστήσουν με σκληρότερους όρους, των φασιστών βεβαίως μη εξαιρουμένων.  

Και να, που πέρα από τους πολιτικούς εκβιασμούς των κυβερνώντων, πέρα από τους πειθαναγκασμούς του συστήματος,  η πασίδηλη φτωχοποίηση ενός τεράστιου αριθμού ανέργων και εργαζομένων, η ιδεολογική αποσύνθεση, η διευρυνόμενη  ξενοφοβία και ρατσισμός, η εγκατάλειψη κάθε οράματος, διαμορφώνουν μια αμείλικτη κοινωνική πραγματικότητα που τσακίζει τις κοινωνίες της πάλαι ποτέ ευμάρειας και συσσωρεύει ανεξέλεγκτη οργή και αγανάκτηση.  

Ο κόσμος βγαίνει στους δρόμους να διαμαρτυρηθεί και να διεκδικήσει, καθώς  οι ίδιες οι διαδηλώσεις έχουν πολιτική δύναμη και δίνουν ένα ισχυρό μήνυμα στην εξουσία,  που η ισχύς του μετριέται  από το μέγεθος, τη διάρκεια, την ένταση των κυμάτων των διαδηλώσεων. Εξάλλου, η λαϊκή αγανάκτηση δεν γεννιέται τη στιγμή που εμφανίζεται το πρώτο πλήθος σε δρόμους και πλατείες.  Καιρό συσσωρεύεται στην καθημερινή ζωή, στη συνεχή σύγκρουση μεταξύ των ανθρώπινων αναγκών και των συνθηκών διαβίωσης.  

Είτε στη Γαλλία είτε στην Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία ή την Αλβανία, οι διαμαρτυρίες υπό την ηγεσία των νέων πολλαπλασιάζονται, οδηγώντας σε συγκρούσεις με τις αρχές επιβολής του νόμου. Στο επίκεντρο της οργής, με διαφορετική βαρύτητα σε κάθε χώρα, βρίσκονται οι κακές συνθήκες λειτουργίας των σχολείων και η  υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης,  το στεγαστικό πρόβλημα, η διαφθορά,  το αυξανόμενο κόστος ζωής και γενικότερα οι ανησυχίες για το μέλλον. 

Σε πολλές από τις διαδηλώσεις, ιδιαίτερα  σε Γαλλία και Αλβανία, η βία γίνεται μορφή διαμαρτυρίας και τις μετατρέπει σε συγκρούσεις με τις αστυνομικές δυνάμεις  και τις πορείες σε ταραχές. Οικείες εικόνες με σύννεφα δακρυγόνων να πλανώνται στους δρόμους και τις πλατείες των διαδηλώσεων, με γκλομπ και χειροβομβίδες κρότου λάμψης της αστυνομίας εναντίον μασκοφόρων που προβαίνουν σε βίαιες πράξεις και τρομοκρατημένων διαδηλωτών, εστιάζουν την προσοχή του κόσμου στις μεθόδους αντιμετώπισης των διαμαρτυριών από την κυρίαρχη εξουσία. Για να ενθουσιάζεται η μικροαστική ανυπομονησία της πολιτικής αλλαγής και να αποτρέπεται η μαζικοποίηση όλων των μορφών λαϊκής διαμαρτυρίας.  

 Πέρα από τους προβοκατόρικους μηχανισμούς της αστυνομίας που μπορεί σκοπίμως να προκαλούν βίαια επεισόδια σε διαμαρτυρίες, υπάρχουν πολλές μικρές ομάδες και οργανώσεις που χρησιμοποιούν βίαιες μεθόδους στις διαδηλώσεις. Μοιάζει να ενδιαφέρονται περισσότερο να δημιουργούν όρους για σύγκρουση, υποκαθιστώντας το κοινωνικό και πραγματικό από το συμβολικό, καθώς η κυρίαρχη εξουσία και το ίδιο το σύστημα συμβολοποιείται στις μονάδες επιβολής της τάξης.  

Μόνο που αυτές καθ’ αυτές οι βιαιότητες δεν αποτελούν ποτέ απειλή για το κράτος, σε κανέναν από τους μηχανισμούς καταστολής του καπιταλισμού και της άρχουσας τάξης του. Αντίθετα, οι βίαιες πράξεις αυτών των ομάδων φαίνεται να είναι ενσωματωμένες ως χρήσιμο συστατικό για τη διατήρηση της υπάρχουσας πολιτικής και οικονομικής τάξης. Και παρόλο που  αυτές οι ομάδες, που δηλώνουν αναρχικοί, ακροαριστεροί, επαναστάτες κλπ. θέλουν να αποτελούν απειλή για το κράτος και τους μηχανισμούς του, δεκαετίες τώρα αποδεικνύουν μόνο την μνημειώδη αποτυχία των μεθόδων τους. Κι αν δεν αλλάζει, δεκαετίες τώρα, η τακτική τους είναι γιατί η συμμόρφωση με μια εικόνα …ανθεκτικού και άτεγκτου επαναστάτη, με όποιες συνέπειες μπορεί να έχει στην παραπλάνηση ενός κινήματος,  είναι γι’ αυτούς πιο σημαντική από το πραγματικό αποτέλεσμα, που διακηρύσσεται ότι είναι η ανατροπή του συστήματος.  

  Το καπιταλιστικό κράτος στην πραγματικότητα απειλείται τόσο λίγο, που πρακτικά δεν ενδιαφέρεται παρά μόνο για την πολιτική ανάκαμψη που μπορεί να έχει απ’ όλα αυτά. Παγιδεύοντας τις διαμαρτυρίες σε τέτοιου είδους βίαιες εκδηλώσεις χωρίς προοπτική,  δικαιολογείται η ενίσχυση και χρήση του κατασταλτικού μηχανισμού και αποτρέπεται  η μαζικοποίηση των διαδηλώσεων, με τη συμμετοχή μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας. 

Αν όμως  ο πιο αποτελεσματικός τρόπος αντίδρασης στην κυρίαρχη εξουσία δεν είναι  η  ατομική βιαιότητα που επανειλημμένα  εκδηλώνεται στις διαδηλώσεις, με κίνδυνο  να εμφανιστεί η  ταξική πάλη σαν ένα εντυπωσιακό θέαμα, όταν δεν προσδίδεται στο κίνημα επαναστατική κατεύθυνση, αυτό δεν σημαίνει ότι απορρίπτεται η χρήση της βίας στους ταξικούς αγώνες και διεκδικήσεις.   

  Γιατί   βέβαια υπάρχει και η οργανωμένη βία, δομημένη γύρω από μια ιδεολογία και έναν πολιτικό σκοπό, που υποστηρίζεται ως μέσο ή μόνο τρόπο σε συγκεκριμένες συνθήκες για αμφισβήτηση της κοινωνικής και οικονομικής τάξης. Μόνο που πρέπει να έχει  παγιωθεί ο συντονισμός των πολύμορφων, αλλά κατακερματισμένων  πρακτικών, η κατάκτηση της φυσιογνωμίας του κινήματος, δηλ. μαζικές διαδικασίες, στόχοι, προοπτική κ.λ.π, το ξεπέρασμα της  ιδεολογικής σύγχυσης και του ατομικισμού  που κυριαρχεί, ώστε η σύγκρουση να  μετατραπεί σε ιδεολογική και πολιτική ρήξη. Και είναι η σύγκλιση στην εργατική προοπτική των διαμαρτυριών και κινητοποιήσεων που θα τους δώσει την κατεύθυνση και το στόχο. Μια τέτοια προοπτική διαφοροποιείται από το αυθόρμητο που εκδηλώνεται με πρότυπο την ατομική βία και με πρακτικές που εκφράζουν τον πιο καθαρό υποκειμενισμό, συγχέοντας την επιθυμία με την πραγματικότητα, αναπαράγοντας την αστική ιδεολογία και εκφυλίζοντας την πολιτική σε θέαμα.  

Η σύγχυση των αυθόρμητων ή και προβοκατόρικων ταραχών με τον συνειδητό αγώνα της εργατικής τάξης μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την κυρίαρχη εξουσία για έναν αρκετά συγκεκριμένο πολιτικό σκοπό. Να αναγκάζεται το ταξικό κίνημα να λογοδοτεί για πράξεις ανθρώπων που η πολιτική τους ταυτότητα είναι άγνωστη και να απεικονίζεται, συρρικνωμένο, το αίτημα για αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων ως απειλή για την ασφάλεια. 

Ένα αυθόρμητο κίνημα δεν είναι ακόμα ένας συνειδητός πολιτικός αγώνας, μια κοινή δυσαρέσκεια και αγανάκτηση δεν σημαίνει ακόμα κοινή ταξική συνείδηση. Ο αυθορμητισμός αποκαλύπτει ταξικές αντιθέσεις,  αλλά δεν καθορίζει από μόνος του την κατεύθυνση της επίλυσής τους. Η αυθόρμητη μαζική δράση μπορεί προς στιγμή να  κλονίσει την καθιερωμένη τάξη, αλλά  στη συνέχεια μπορεί να  χρησιμοποιηθεί για να φέρει στην εξουσία πολιτικές δυνάμεις που υπόσχονται να την αποκαταστήσουν με σκληρότερους όρους, των φασιστών βεβαίως μη εξαιρουμένων.  

Χωρίς ταξική συνείδηση, οργάνωση των εργαζομένων και ένα επαναστατικό κόμμα, η αυθόρμητη δυσαρέσκεια μπορεί να γίνει θύμα των πολιτικών διαχειριστών του κεφαλαίου ξανά και ξανά. Τη μια φορά ένας διαχειριστής να υπόσχεται σταθερότητα, την άλλη  ένας άλλος να υπόσχεται εθνική και κοινωνική αναγέννηση,  ένας τρίτος να υπόσχεται κοινωνική δικαιοσύνη, ένας τέταρτος πάταξη της διαφθοράς. Και πίσω απ’ όλους αυτούς να στέκεται ο ίδιος αφέντης, το Κεφάλαιο, και τίποτε να μην αλλάζει. 

Το αποτέλεσμα των εκλογών στη Σερβία είναι ένα παράδειγμα της αλλαγής διαχειριστών με την αποκρυστάλλωση  ενός κινήματος διαμαρτυρίας ενάντια στη διαφθορά   σ’ έναν πολιτικό σχηματισμό  με θολή ταυτότητα, που η ελπιδοφόρα προεκλογική εικόνα του  στηρίζεται σε  ιδεαλιστικές νεοφιλελελεύθερες υποσχέσεις. Κάτι ανάλογο, τηρουμένων των αναλογιών, με τις προσδοκίες στα καθ’ ημάς από το λεγόμενο «κίνημα των Τεμπών».   

Τις τελευταίες μέρες και στη χώρα μας η ίδια η κυβέρνηση προσπαθεί να φρεσκάρει το προσωπείο της, για να πείσει για ανανέωση της πολιτικής της  κι εμφανίζεται να πατάσσει τη φοροδιαφυγή. Κι έτσι ξαφνικά μια ομοβροντία από  περιπτώσεις διαφθοράς και σκάνδαλα φοροδιαφυγής, που έχουν παρελθόν ετών,  στον αθλητικό και εμπορικό κόσμο αποκαλύπτονται το ένα μετά το άλλο από την αστυνομία, με τον πρωθυπουργό να   εμφανίζεται ως πολέμιος της διαφθοράς και να  διαβεβαιώνει ότι στόχος της κυβέρνησης στην πάταξη της φοροδιαφυγής είναι τα «μεγάλα ψάρια».  

Είναι που το αστικό κράτος έχει στη διάθεσή του περισσότερα μέσα εκτός από την αστυνομία, τα δικαστήρια και τον διοικητικό μηχανισμό για να χειραγωγήσει την αγανάκτηση, να κατευθύνει τα κινήματα, πριν καταφύγει  στην καταστολή.    

Και βέβαια αυτά τα μέσα και μηχανισμοί δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με εκκλήσεις γενικά για ενότητα, όταν η ενότητα χωρίς ταξικό πρόσημο δεν απαντά για το ποιος θα ενώσει τα αιτήματα σε ένα πολιτικό πρόγραμμα για το συμφέρον της  εργατικής τάξης,  ποιος θα εξηγήσει τη σύνδεση μεταξύ μισθών, κρατικού προϋπολογισμού, κέρδους και κεφαλαίου,  ποιος θα αντιμετωπίσει τα αστικά κόμματα όχι με έναν ακόμη …άφθαρτο πολιτικό, αλλά με την οργανωμένη δύναμη της εργατικής τάξης. 

Αυτή την οργανωμένη δύναμη της είναι που φοβάται ο καπιταλισμός.  Είναι η οργανωμένη δύναμη της εργατικής τάξης που κάνει δυνατό το διεθνή συντονισμό των εργατικών συνδικάτων στον τομέα της ναυτιλίας και λιμανιού για κάλεσμα, στις 30 Οκτωβρίου, σε μια διεθνή ημέρα απεργιών και διαμαρτυριών, που επεκτείνεται σε τέσσερις ηπείρους, κατά της μεταφοράς όπλων, του επανεξοπλισμού και της στρατιωτικοποίησης των στρατηγικών υποδομών.  

Γι’ αυτό η εργατική τάξη χρειάζεται ένα επαναστατικό πολιτικό κόμμα, που λογοδοτεί απέναντι στην τάξη της οποίας τα συμφέροντα εκπροσωπεί και η πολιτική του δύναμη καθορίζεται από τη σύνδεσή του με το πραγματικό εργατικό κίνημα, την ικανότητά του να ενώνει διαφορετικά αιτήματα και να δοκιμάζει τις αποφάσεις του στην πράξη, συνδέοντας τον καθημερινό αγώνα των εργαζομένων με το ζήτημα της εξουσίας πάνω στην παραγωγή  και της κοινωνικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής Δηλ. ένα Κομμουνιστικό Κόμμα. 

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: