“Η Σκιά του Πατέρα μου / My Father’s Shadow”, του Ακινόλα Ντέιβις (2025)
Δημιουργούμε ιστορίες που θέλουμε να πιστεύουμε για πρόσωπα που δεν προλάβαμε να γνωρίσουμε πραγματικά όταν ήμασταν παιδιά. Τι είναι, όμως, αυτό που μας κάνει να τις πιστεύουμε, ακόμη κι όταν η μνήμη μας είναι αποσπασματική; (…) Ανθρωπιά, φαντασία, συγκίνηση και ευαισθησία. Τέσσερις λέξεις που, κατά τη γνώμη μου, χαρακτηρίζουν απόλυτα την ταινία του Ακινόλα Ντέιβις.
Δημιουργούμε ιστορίες που θέλουμε να πιστεύουμε για πρόσωπα που δεν προλάβαμε να γνωρίσουμε πραγματικά όταν ήμασταν παιδιά. Τι είναι, όμως, αυτό που μας κάνει να τις πιστεύουμε, ακόμη κι όταν η μνήμη μας είναι αποσπασματική; Είναι η ανάγκη μας για μια συναισθηματική εγγύτητα που εξακολουθούμε να αναζητούμε σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας; Είναι ίσως ένας τρόπος να επουλώσουμε το ατομικό μας τραύμα, εντάσσοντάς το σε μια συλλογική εμπειρία, μέσα από την οποία ο προσωπικός πόνος μπορεί να απαλυνθεί;Απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα δεν παίρνουμε από την ταινία. Ο τρόπος, όμως, με τον οποίο θίγονται αυτά τα ζητήματα μας επιτρέπει να αναζητήσουμε τις δικές μας απαντήσεις, μέσα από μια οπτική που ίσως δεν είχαμε σκεφτεί μέχρι τώρα.
Ανθρωπιά, φαντασία, συγκίνηση και ευαισθησία. Τέσσερις λέξεις που, κατά τη γνώμη μου, χαρακτηρίζουν απόλυτα την ταινία του Ακινόλα Ντέιβις.

Στην ταινία «Η Σκιά του Πατέρα μου» συνυπάρχουν τρία πολύ σημαντικά στοιχεία στον τρόπο με τον οποίο δομείται η αφήγηση, που αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, και τους βασικούς λόγους για να δει κανείς αυτή την ταινία: η ιστορική πραγματικότητα, η προσωπική μνήμη και η φαντασία.
Μια ιστορική πραγματικότητα που εκτυλίχθηκε στη Νιγηρία. Θα θέλαμε, βέβαια, να βλέπουμε συχνότερα τους κινηματογραφιστές να στρέφουν τον φακό τους στις πολύπαθες χώρες της Αφρικής. Πρόσφατα είδαμε και στις Νύχτες Πρεμιέρας την ταινία «Τα Παιδιά του Θεού» που διαδραματίζεται στη Ρουάντα. Η παρουσία δύο τέτοιων ταινιών μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική.
Στην ταινία μας, λοιπόν, τα γεγονότα διαδραματίζονται το 1993, μια σημαντική χρονιά για τους Νιγηριανούς, καθώς διεξάγονται οι πρώτες προεδρικές εκλογές μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1983. Δύο χρόνια αργότερα, το 1985, ο Μπαμπανγκίντα είχε καταλάβει την εξουσία με νέο στρατιωτικό πραξικόπημα, εγκαθιδρύοντας τη δική του δικτατορία. Ο λαός, έχοντας εναποθέσει τις ελπίδες του για τον εκδημοκρατισμό της χώρας στον Αμπιόλα, που φαινόταν να έχει επικρατήσει στις εκλογές, βλέπει τις ελπίδες του να διαψεύδονται όταν ο Μπαμπανγκίντα ακυρώνει την εκλογική διαδικασία.
Το πιο σημαντικό, όμως, στην ταινία είναι ότι αυτά τα πολιτικά γεγονότα τα παρακολουθούμε μέσα από τα μάτια δύο μικρών αδελφών (αδελφών και στην πραγματική ζωή), που στην ουσία ενσαρκώνουν τους δύο επίσης αδελφούς δημιουργούς της ταινίας, τον σκηνοθέτη Ακινόλα Ντέιβις και τον αδελφό του, σεναριογράφο Γουάλε Ντέιβις, που συνυπογράφει το σενάριο με τον σκηνοθέτη. Οι δύο δημιουργοί αποφάσισαν μέσα από αυτή την ταινία να ανασυστήσουν τις μνήμες τους για τον πατέρα τους, έναν πατέρα του οποίου η απουσία σημάδεψε τη ζωή τους. Και παρόλο που η παρουσία του είναι διαρκής στην οθόνη, η κινηματογραφική του παρουσία διαμορφώνεται από την απουσία του στην πραγματική ζωή.

Η ιστορία ξετυλίγεται εκείνη την ημέρα που ο πατέρας των δύο μικρών αδελφών, του Ακίν και του Ρεμί, αποφασίζει να τα πάρει μαζί του στο Λάγος για μια δική του δουλειά, αλλά και ίσως γιατί θέλει να επανορθώσει για τη διαρκή απουσία του. Αρπάζει, λοιπόν, την ευκαιρία να βρεθεί με τα παιδιά του και να τα πλησιάσει περισσότερο, μιλώντας τους για τον εαυτό του, για τη δική του οικογένεια και εξηγώντας τους λόγους της απουσίας του.
Ό,τι, λοιπόν, παρακολουθούμε το βλέπουμε μέσα από τη ματιά των δύο μικρών αδελφών. Με την κάμερα πολλές φορές τοποθετημένη στο ύψος τους και με τα πολλά κοντινά πλάνα στα πρόσωπά τους, αναδεικνύεται η λαιμαργία του παιδικού τους βλέμματος που όλα θέλει να τα παρατηρήσει, όλα να τα προσέξει, ακόμη και στις πιο μικρές τους λεπτομέρειες. Ένα βλέμμα, όμως, που προσλαμβάνει και ερμηνεύει όσα συμβαίνουν μέσα από τη δική τους υποκειμενική οπτική, στην οποία συνυπάρχουν η φαντασία και η πραγματικότητα και όπου οι καταστάσεις αξιολογούνται με τα δικά τους μέτρα και σταθμά. Έτσι, μέσα στην ένταση και την αναστάτωση που επικρατεί εκείνη την ημέρα στο Λάγος, μικρά, ασήμαντα για τους ενήλικες γεγονότα, όπως το πέταγμα μιας μύγας, μπορούν να αποκτήσουν για τα δύο αδέλφια πολύ μεγαλύτερη σημασία από την ίδια την κατάσταση που εκτυλίσσεται μπροστά τους.
Αυτή η ιδιαίτερη πρόσληψη του κόσμου ενισχύεται και από το πολύ καλό μοντάζ της ταινίας, με τον αργό, αφηγηματικό ρυθμό που ακολουθεί τον τρόπο με τον οποίο τα δύο αδέλφια ανακαλύπτουν το Λάγος και παρατηρούν όσα συμβαίνουν γύρω τους. Παράλληλα, οι κάπως απότομες μεταβάσεις ανάμεσα στα πλάνα μοιάζουν να αντανακλούν την προσπάθεια του μυαλού να συναρμολογήσει διάσπαρτες εικόνες της μνήμης. Εικόνες από εκείνη την ημέρα με τον πατέρα τους, που δεν συνδέονται πάντα μεταξύ τους με μια σαφή σχέση αιτίου και αποτελέσματος, αλλά επανέρχονται συνειρμικά στη μνήμη των ενήλικων πλέον δημιουργών, που προσπαθούν να ανασυνθέσουν το παρελθόν τους.
Όπως εξηγεί και ο σκηνοθέτης σε συνέντευξή του, ο ίδιος και ο αδελφός του έχασαν τον πατέρα τους σε πολύ μικρή ηλικία, με αποτέλεσμα η σχέση τους μαζί του να μείνει ανολοκλήρωτη. Η εικόνα που έχουν για εκείνον δεν έχει διαμορφωθεί τόσο από πραγματικές εμπειρίες μαζί του όσο από όσα έχουν ακούσει από την οικογένειά τους και από τις ελάχιστες, αποσπασματικές αναμνήσεις τους. Μέσα από τον κινηματογράφο επιχειρούν να δώσουν ζωή σε αυτή τη θραυσματική εικόνα, να γνωρίσουν τον πατέρα που δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν, αναπληρώνοντας, έστω και μέσα από τη φαντασία, την απουσία του.

Σε αυτή την προσπάθεια ανασύστασης της μνήμης σημαντικό ρόλο παίζουν και οι αμφισημίες της αφήγησης. Ο σκηνοθέτης αφήνει αναπάντητα ερωτήματα γύρω από την τύχη του πατέρα, χωρίς να δίνει οριστικές απαντήσεις, επιτρέποντας στον θεατή να συμπληρώσει τα κενά της αφήγησης με τη δική του φαντασία. Έτσι, οι αμφισημίες και οι αφηγηματικές ελλείψεις δεν αποτελούν αδυναμίες, αλλά έναν τρόπο να ενεργοποιείται η συμμετοχή του θεατή στη δημιουργία του νοήματος.
Παράλληλα, η υποκειμενική ματιά των δυο παιδιών έρχεται να συναντήσει τη συλλογική εμπειρία ενός λαού που ήλπιζε σε μια αλλαγή, αλλά είδε τις ελπίδες του να ματαιώνονται. Όπως ματαιώθηκαν και οι ελπίδες του πατέρα, που ονειρευόταν μια καλύτερη ζωή για την οικογένειά του. Λαός και πατέρας, οικογένεια και κοινωνία, βρίσκονται σε μια διαρκή αλληλεπίδραση μέσα από την οποία η ατομική εμπειρία συναντά το συλλογικό βίωμα και οι προσωπικοί φόβοι τους συλλογικούς. Έτσι, η προσωπική ιστορία του πατέρα και των παιδιών αντανακλά σε μικρογραφία την ιστορία μιας ολόκληρης κοινωνίας, με τις ελπίδες, τις προσδοκίες και τις διαψεύσεις της. Το πολιτικό δεν λειτουργεί, επομένως, απλώς ως ιστορικό φόντο της οικογενειακής ιστορίας, αλλά ως αναπόσπαστο κομμάτι της.
Ένας από τους πιο αγαπημένους μου σκηνοθέτες, ο Αμπάς Κιαροστάμι, και νομίζω ότι στην ταινία υπάρχουν αρκετές κιαροσταμικές επιρροές, έλεγε πως “δεν έχει σημασία αν μια ιστορία είναι προϊόν μιας άγριας φαντασίας ή αν από την αρχή μέχρι το τέλος απεικονίζει με ακρίβεια πραγματικά γεγονότα. Αυτό που έχει σημασία είναι αν το κοινό μπορεί να την πιστέψει” (από το βιβλίο «Μαθήματα με τον Κιαροστάμι»).

Και εδώ θα συμπλήρωνα πως σημασία έχει επίσης αν, στην προσπάθειά μας να ξαναφέρουμε στη μνήμη μας τα οικεία μας πρόσωπα που δεν βρίσκονται πια στη ζωή, μέσα στο πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο τα γνωρίσαμε, φτιάχνουμε κι εμείς τις δικές μας ιστορίες. Ιστορίες που η αξία τους βρίσκεται τελικά στο αν καταφέρνουμε να τις κάνουμε πιστευτές και στον ίδιο μας τον εαυτό, διατηρώντας εκείνη τη ματιά του παιδιού που κάποτε ήμασταν και που φροντίσαμε να μην εγκαταλείψουμε. Έτσι, η ματιά αυτή μπορεί να παραμένει ζωντανή μέσα μας, ζωντανεύοντας ταυτόχρονα και την παρουσία εκείνων που λείπουν από τη ζωή μας, αλλά που ακόμη κι όταν ζούσαν δεν προλάβαμε να γνωρίσουμε πραγματικά, γιατί ίσως και τότε να απουσίαζαν από κοντά μας, είτε κυριολεκτικά είτε παρά τη φυσική τους παρουσία.
Η ταινία από αυτή την εβδομάδα βρίσκεται στις κινηματογραφικές αίθουσες και τη συνιστώ, ανεπιφύλακτα.
