«Ματιές» στη ζωή και το έργο λογοτεχνών – μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας | Αλέξης Πάρνης

“Να θυμάσαι το χτες που σε ψήλωσε τόσο / ν’ ακονίζεις του σήμερα τη μάχιμην ώρα / ν’ αρματώνεις το μέλλον, τον πιστό σύμμαχό σου / τραγουδώντας τον ήλιο μες στη δίσεχτη μπόρα”

Φύλαξε το πρόσωπό σου / το σωστό κι αληθινό σου /

όπως το ‘φτιαξε η δική σου η εποχή

Σ’ αυτούς τους στίχους, γραμμένους πολλά χρόνια αργότερα από την ταξική σύγκρουση του ΔΣΕ, συμπυκνώνεται η ουσία της πορείας του Αλέξη Πάρνη, που διαμορφώθηκε με αντιφάσεις σε δεκαετίες θύελλας και σκληρών δοκιμασιών.

Ο Αλέξης Πάρνης (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Σωτήρη Λεωνιδάκη) γεννήθηκε στον Πειραιά το 1924. Η τριπλή φασιστική κατοχή τον βρήκε μαθητή Γυμνασίου. Μαζί με τον πατέρα του έκρυψε μια οικογένεια Εβραίων και στη συνέχεια εντάχθηκε στην ΕΑΜική Αντίσταση και στο ΚΚΕ.

Στη διάρκεια της ταξικής αναμέτρησης του Δεκέμβρη του ’44 πολέμησε ως καπετάνιος λόχου του εφεδρικού ΕΛΑΣ και τραυματίστηκε σοβαρά. Μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας έζησε ως πολιτικός πρόσφυγας στο Ρουμπίκ (Αλβανία) και στο Μπούλκες (Γιουγκοσλαβία), μαζί με άλλους καταδιωκόμενους του αστικού κράτους. Εκεί έγραψε και τα πρώτα του θεατρικά έργα, ανάμεσα στα οποία ξεχώριζε ο «Ξερόβραχος» που ανέβηκε στη σκηνή την άνοιξη του 1947.

***

Την άνοιξη του 1948 εντάχθηκε στον ΔΣΕ και ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε για εκείνον να γράφει θεατρικά έργα. Εκείνος, ωστόσο, ήθελε να καταγράφει την εποποιία των μαχών, και γι’ αυτόν τον λόγο απευθύνθηκε στον ίδιο τον ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Νίκο Ζαχαριάδη, και όπως αφηγείται:

«Ηταν η πρώτη φορά που θα μάθαινε για την ύπαρξή μου ο τόσο πολυάσχολος εκείνη την εποχή ηγέτης. Φαίνεται ωστόσο ότι με πήρε σοβαρά και με καλό μάτι, γιατί σε λιγότερο από μια βδομάδα βρισκόμουν κιόλας στο Βίτσι. Αρχισα τη θητεία μου ως πολεμικός ανταποκριτής στη 18η Ταξιαρχία του Π. Βαϊνά που ξεκίνησε μια μεγάλη διείσδυση στα μετόπισθεν του αντίπαλου με βάση εξόρμησης το όρος Σινιάτσικο και πρώτη επιχείρηση την κατάληψη της Σιάτιστας. Από ‘κει θα ‘στελνα την πρώτη ανταπόκριση ξεκινώντας μια τακτική συνεργασία στην εφημερίδα του Γενικού Αρχηγείου και της Προσωρινής Κυβέρνησης “Προς τη Νίκη”».

Εκείνη την περίοδο ο Αλέξης Πάρνης έγραψε και το ποίημα «Σ’ έναν καινούριο σύντροφο». Γράφτηκε στο Βουνό (ίσως στα τέλη του 1948) και περιλήφθηκε στη συλλογή «Τραγούδια της Αντίστασης» (εκδόσεις «Νέα Ελλάδα», Οκτώβρης 1951):

«Απόψε στ’ αμπρί μας έγινε μια απλή τελετή/ Ενας καινούριος πάτησε στο κατώφλι του κόμματος./ Ηταν ένας πολεμιστής του Βίτσι/ Με το παράσημο της νιότης στην καρδιά/ Με το παράσημο του Γράμμου στα στήθια./ Απόψε στ’ αμπρί μας έγινε μια απλή τελετή./ Ενας Επίτροπος αρματωμένος με μάουζερ και φισεκλίκια/ Που ‘χε δει το κόκκινο λάβαρο/ Ν’ ανεμίζει στο κατάρτι της Ακροναυπλίας/ Οταν η μαύρη θύελλα μάνιαζε να το κουρελιάσει/ Ενας επίτροπος αρματωμένος με τη στερνή παραγγελιά των νεκρών μας/ Που ‘χε δει την Ανοιξη/ Στο γελαστό στόμα του μελλοθάνατου Σουκατζίδη./ Ενας επίτροπος με τα χέρια σημαδεμένα από τις χειροπέδες της ασφάλειας/ Που ‘χε είκοσι χρόνια θητεία/ Στο στράτευμα της λευτεριάς/ Ανοιξε σαν τις φτερούγες του αετού τα χέρια/ Εσφιξε το καινούριο ξεπεταρόνι στην αγκαλιά του/ και είπε:/ Καλώς όρισες σύντροφε!/ Εδώ που ‘ρθες να ‘σαι δίκαιος σαν τον ήλιο/ π’ ανατέλλει για όλους τους ανθρώπους./ Εδώ που ‘ρθες πρέπει να ‘χεις τα χέρια σαν τη βαριά/ Για να γκρεμίζεις τις Βαστίλλες./ Εδώ που ‘ρθες πρέπει να ‘χεις τα χέρια απαλά/ Για να χαϊδεύεις τις πληγές του λαού μας./ Καλώς όρισες σύντροφε!/ Τώρα είσαι ένας τραγουδιστής στην πολύβοη χορωδία του κόσμου/ Οπου διευθύνει η μπαγκέτα της λευτεριάς/ Το μαχητικό εμβατήριο της ειρήνης».

Το 1949 το εκδοτικό του ΔΣΕ εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων του «Είμαι μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού».

Ο Πάρνης, όμως, δεν ήταν μόνο πολεμικός ανταποκριτής. Στα έργα του, όπου το «Βουνό» κατέχει περίοπτη θέση, μας δίνει πολλές εικόνες από την καθημερινή ζωή των μαχητών του ΔΣΕ, μια από τις οποίες είναι και τα βιβλία που διάβαζαν στην ανάπαυλα των μαχών: «Ο Αληθινός Παλαμάς» μελέτη του Ν. Ζαχαριάδη, «Πώς δενότανε τ’ ατσάλι» του Ν. Οστρόφσκι, «Ιστορία ενός πραγματικού ανθρώπου» του Μπ. Πολεβόι, «Η δημοσιά του Βολοκόλαμσκ» του Αλ. Μπεκ, «Ανθρωποι με καθαρή συνείδηση» του Π. Βερσιγκορά.

***

Μετά την υποχώρηση του ΔΣΕ πήρε τον δρόμο της πολιτικής προσφυγιάς και εγκαταστάθηκε στην Τασκένδη της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν. Το 1951 ξεκίνησε η φοίτησή του στο Λογοτεχνικό Πανεπιστήμιο «Μαξίμ Γκόργκι» της Μόσχας και το 1955 τιμήθηκε με το Α’ Βραβείο Ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας της Βαρσοβίας για το επικό ποίημά του «Μπελογιάννης». Την κριτική επιτροπή αποτελούσαν οι Πάμπλο Νερούδα, Ναζίμ Χικμέτ, Ιόρις Ιβενς και Νικόλα Γκιλιέν.

Και στο ποίημα αυτό υπάρχουν στροφές που αναφέρονται στην τρίχρονη εποποιία του ΔΣΕ.

Επειτα από τη «δεξιά οπορτουνιστική στροφή» του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, δεν αποδέχτηκε τις αποφάσεις της 6ης Πλατιάς Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ και την καθαίρεση του Νίκου Ζαχαριάδη, και αυτό καθόρισε τη στάση του απέναντι στο Κόμμα και οδήγησε στη διαγραφή του.

Με τον Νίκο Ζαχαριάδη συνδέθηκε με πολύχρονη φιλία, που αποτυπώθηκε και στο έργο του «Γεια χαρά, Νίκος», το οποίο περιέχει τμήμα της αλληλογραφίας του με τον Ν. Ζαχαριάδη. Το 1960 το θεατρικό έργο του «Νησί της Αφροδίτης», που ήταν αφιερωμένο στους αγώνες του κυπριακού λαού, παίχτηκε σε δεκάδες θέατρα της ΕΣΣΔ και άνοιξε τον δρόμο για τον επαναπατρισμό του στην Ελλάδα. Εως το τέλος της ζωής του συνέχισε να συγγράφει ποιήματα, μυθιστορήματα και θεατρικά έργα ιδιαίτερης αισθητικής αξίας.

Στα κείμενα του Αλέξη Πάρνη όσο και άλλων λογοτεχνών, δεν ήταν ξεκάθαρος ο χαρακτήρας του ΔΣΕ, ως αντανάκλαση της προβληματικής στρατηγικής του ΔΚΚ και του ΚΚΕ τότε.

Ετσι, βλέπουμε κείμενα να ταλαντεύονται ανάμεσα στον ταξικό αγώνα και στο αντιφασιστικό – εθνικοαπελευθερωτικό μέτωπο ενάντια στον «μοναρχοφασισμό» και στην «αμερικανοκρατία» και τη λογική της συμφιλίωσης και ομαλής μετάβασης.

Ενίοτε οι συνθήκες οδηγούν τη γραφή τους σε πιο ταξικές θέσεις. Γράφει ο Αλ. Πάρνης: «Ο αγώνας να νικήσει, ν’ ανοίξουν τα εργοστάσια, να μαζευτούμε στο σπίτι μας και άλλο τι θέλω; Τα χέρια μου θα τα ‘χω, αφεντικό δε θα υπάρχει να με κλέβει. Τι άλλο χρειάζεσαι για να ζήσεις μ’ όλα σου τα καλά; Ετσι δεν είναι;».

Σε κάθε περίπτωση, ο Αλ. Πάρνης τόνιζε ότι τα καλύτερα κοινωνικά χαρακτηριστικά του ελληνικού λαού σμιλεύτηκαν και αναδείχθηκαν στις γραμμές του ΔΣΕ.

«Ο μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού και γενικά ο λαϊκός αγωνιστής εκείνου του καιρού (και μόνο τους χιλιάδες εκτελεσμένους και εθελοντές μελλοθανάτους να σκεφτείς αναρριγάς) είχε ως μοναδικό κίνητρο την ηθική αμοιβή, το αίσθημα της καθαρής συνείδησης και την περηφάνια της λυτρωτικής απεξάρτησης από το καταραμένο σύνδρομο του “ραγιά” που το ‘χαν εμφυτέψει τόσο βαθιά στη ρωμαίικη ψυχή και στο υπέδαφος ακόμα του υποσυνείδητου οι τέσσερεις αιώνες της Τουρκοκρατίας. Δυστυχώς για την κακιά μας μοίρα συνέχισαν να καλλιεργούν αυτό το επάρατο σύνδρομο οι Δυτικοί προστάτες, με μια νέα, πιο τελειοποιημένη δολιότητα, την επομένη κιόλας της ίδρυσης του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους».

***

Στα έργα του ο Πάρνης θα παραδεχτεί μια «ιδεολογική Οδύσσεια» μέσα στο καμίνι της εποχής, ενώ εκείνο που δεν αποδεχόταν με τίποτα ήταν το τσαλαπάτημα του φιλότιμου του «Ελληνα» από οποιονδήποτε και ο ίδιος αναλογιζόμενος την εποχή, μέσα από τη σκέψη ενός ήρωά του, έγραφε ότι «ανεξάρτητα αν θα γινόταν κάποτε ένας ιστοριογράφος της γενιάς του, θα μπορούσε να βοηθήσει στην κατανόησή της τουλάχιστον σαν “διερμηνέας”. Γι’ αυτό ήταν απόλυτα βέβαιος! Οσο έπρεπε ώστε να νιώθει απόλυτα αρμόδιος για να παρατηρεί και να κρίνει...».

Εκρινε στα έργα του και μάλιστα πολύ αυστηρά τους πάντες, μηδενός εξαιρουμένου, διατηρώντας, από την άλλη, μια επιφύλαξη μήπως ήταν πολύ άδικος στις ιδιαίτερα έντονες επικρίσεις του απέναντι στο Κόμμα και την ΕΣΣΔ. Οι αντιφάσεις στη στρατηγική του ΔΚΚ και του ΚΚΕ τότε ίσως εμπόδισαν και τον ίδιο να ερμηνεύσει υπαρκτές, ορισμένες φορές, αρνητικές καταστάσεις και προβλήματα.

Στα έργα του Αλέξη Πάρνη, επίσης, είναι διάχυτη η νοσταλγία για την Ελλάδα, για την πατρίδα που τα υψηλά ιδανικά του λαού της αλλά και τις ελπίδες του στις στροφές της Ιστορίας αντιπροσωπεύει στον 20ό αιώνα ο «Γράμμος».

«Να θυμάσαι το Γράμμο μας, του λαού το λημέρι / που κρατάει στον κόρφο του ζωντανή την ελπίδα / και προσμένει τον άνεμο που ξανά θα σε φέρει / για να δώσεις καινούργια φτερά στην πατρίδα.

Να θυμάσαι το χώμα του, τη φωτιά, τον αέρα / όσα φύτεψες όνειρα και τα πότισες αίμα / να θυμάσαι τους ήρωες που κοιμούνται εκεί πέρα / να θυμάσαι τι σου ‘λεγε το στερνό τους το βλέμμα.

Να θυμάσαι τα κάτεργα, τα κελιά, τους δεσμώτες / την αντίπερα όχθη της ψυχής και της γης σου / όπου τόσοι και τόσοι κυκλωμένοι στρατιώτες / πολεμάν τα σκοτάδια και φωνάζουν “θυμήσου”.

Να θυμάσαι το χτες που σε ψήλωσε τόσο / ν’ ακονίζεις του σήμερα τη μάχιμην ώρα / ν’ αρματώνεις το μέλλον, τον πιστό σύμμαχό σου / τραγουδώντας τον ήλιο μες στη δίσεχτη μπόρα».

Γιώργος Μηλιώνης
Μέλος του Τμήματος Πολιτισμού της ΚΕ του ΚΚΕ

Αναδημοσιεύεται από τον Ριζοσπάστη, Σάββατο 26 Σεπτέμβρη 2026 – Κυριακή 27 Σεπτέμβρη 2026

Δείτε επίσης:

«Ματιές» στη ζωή και το έργο λογοτεχνών – μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας | Κώστας Πουρναράς – Μπόσης

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: