«Μαουτχάουζεν / Mauthausen», σκηνοθεσία: Παναγιώτης Κουντουράς, Αρίσταρχος Παπαδανιήλ (2023)
Αρίσταρχος Παπαδανιήλ και Παναγιώτης Κουντουράς κινηματογραφούν το «Μαουτχάουζεν» του Ιάκωβου Καμπανέλλη και την εμβληματική «Καντάτα του Μαουτχάουζεν», σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και ποίηση Ιάκωβου Καμπανέλλη.
Στο Μαουτχάουζεν ο Ιάκωβος Καμπανέλλης έμεινε κρατούμενος από τον Οκτώβριο του 1943 έως το τέλος του πολέμου και μάλιστα έμεινε λίγους μήνες παραπάνω από την 5η Μαΐου του 1945, αφού ορίστηκε επικεφαλής της Ελληνικής Επιτροπής πρώην κρατουμένων, αναλαμβάνοντας να βοηθήσει στον ασφαλή επαναπατρισμό των Ελλήνων και των Ελλήνων Εβραίων που κρατούνταν εκεί, και έτσι παρέμεινε στο στρατόπεδο έως το καλοκαίρι του 1945, επιστρέφοντας στην Ελλάδα τον Αύγουστο. Οι μέρες που έμεινε παραπάνω εκεί μετά την απελευθέρωση χαρακτηρίζονται από τον ίδιο στο βιβλίο του ως συναρπαστικά διαφωτιστικές. Είναι οι μέρες που γνωρίζει και μια πρώην κρατούμενη του στρατοπέδου, τη Λιθουανή Γιανίνα, την οποία ερωτεύεται. Οι προηγούμενες ατελείωτες μέρες του εγκλεισμού του χαρακτηρίζονται από τον ίδιο πάντα εφιαλτικές.
Διαφωτιστική και συναρπαστική όμως θα χαρακτήριζα και την ταινία των Αρίσταρχου Παπαδανιήλ και Παναγιώτη Κουντουρά, «Μαουτχάουζεν», μια ταινία που ζωντανεύει αποσπάσματα από το βιβλίο του Καμπανέλλη «Μαουτχάουζεν», κατά τη γνώμη μου ένα βιβλίο που σφύζει από ανθρωπιά, που αναδεικνύει το μεγαλείο του ανθρώπου, τη δύναμη να αντέχει και στις πιο απάνθρωπες συνθήκες και ταυτόχρονα τα πιο σκοτεινά και ποταπά ένστικτα των θυτών, που βγαίνουν στην επιφάνεια και μετατρέπουν τον άνθρωπο σε τέρας. Ένα βιβλίο που ισορροπεί ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, το έρεβος και την ελπίδα, τη φρίκη και τη λύτρωση. Ταυτόχρονα στην ταινία ζωντανεύει το αδημοσίευτο χειρόγραφο του Καμπανέλλη «Οδοιπορικό Μαουτχάουζεν – Μάιος 1988», ένα κείμενο που γράφτηκε όταν ο Καμπανέλλης επέστρεψε στο Μαουτχάουζεν το 1988.Οι σκηνοθέτες συνομιλούν με τα κείμενα του Καμπανέλλη και μέσα από αυτόν τον διάλογο φωτίζονται σε όλη τους την έκταση οι διαστάσεις ενός έργου που γράφτηκε από έναν συγγραφέα ο οποίος δεν άκουσε, δεν πληροφορήθηκε απλώς τη θηριωδία, αλλά τη βίωσε. Και κατάφερε μέσα από αυτό το βίωμα όχι μόνο να τη γνωστοποιήσει, αλλά και να αποκαλύψει τους μηχανισμούς του ανθρώπου που μπορεί να βιώνει τα πάνδεινα και παρ’ όλα αυτά να διατηρεί την ανθρωπιά του, να αντλεί δύναμη μέσα από την αλληλεγγύη και τη δύναμη των άλλων, να ερωτεύεται μέσα στον θάνατο.
«Για να γλιτώσεις από τη φρίκη χρειάζεσαι μια κρούστα τρέλας», έγραφε ο Καμπανέλλης. Και το στρατόπεδο γίνεται για τους σκηνοθέτες ο χώρος μέσα στον οποίο σκηνοθετούνται οι ζωές των ανθρώπων που επέζησαν σε αυτό. Μέσα από την ταινία αποκτά εικόνα αυτή η «κρούστα τρέλας», αυτή η εσωτερική άμυνα που χρειαζόταν για να μπορέσει κανείς να επιβιώσει μέσα σε έναν κόσμο παραδομένο στο μίσος και στον φασισμό. Έναν κόσμο μέσα στον οποίο, στη λογική των θυτών, έπρεπε να εξαφανιστεί καθετί ανθρώπινο, καθετί ζωντανό, καθετί που έφερε τα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ύπαρξης, καθετί καλό. Κι όμως, μέσα σε έναν κόσμο που επιδίωκε να εξαφανίσει καθετί ανθρώπινο, η ανάγκη για ζωή, για επαφή και για έρωτα επέμενε. Και είναι κυρίως μέσα από την εικονοποίηση των κρατουμένων και τις υπέροχες επανεκτελέσεις της «Καντάτας» του Μ.Θεοδωράκη, σε εξαιρετική ερμηνεία από τον Αρίσταρχο Παπαδανιήλ, που η δίψα αυτή για ζωή και για έρωτα αποκτά σχεδόν σωματική υπόσταση. Καθοριστική σε αυτή την προσέγγιση είναι και η συμβολή του Άρη Ζέρβα, στο βιολοντσέλο και την ενορχήστρωση, πάνω στην αρχική ιδέα του Αρίσταρχου Παπαδανιήλ να παρουσιαστεί η Καντάτα σε μια λιτή εκδοχή μόνο για φωνή και τσέλο. Το βιολοντσέλο δεν συνοδεύει απλώς τη φωνή, αλλά αναδεικνύει την ποιητικότητα και τον λυρισμό, αλλά και τη δραματικότητα του έργου. Όπως γράφει ο Ιάκωβος Καμπανέλλης: «Ερωτευόμασταν κοιτάζοντας απλώς με το βλέμμα τις γυναίκες στο απέναντι στρατόπεδο και η απόσταση δεν ήταν εμπόδιο, ούτε τα ηλεκτροφόρα σύρματα που μας χώριζαν. Έρωτας στο Μαουτχάουζεν ήταν το αλληλοκοίταγμα. Αυτές ήταν οι ώρες του έρωτα εκεί: το αλληλοκοίταγμα μέσα από τα μεγάλα και βαθουλωμένα μάτια, που ήταν πιο μεγάλα και πιο βαθιά από άλλοτε, για να χωρούν τον φόβο». Και αυτόν ακριβώς τον έρωτα η ταινία δεν αρκείται να τον αφηγηθεί. Τον μεταφέρει στην εικόνα, τον χορογραφεί μέσα από την κίνηση των σωμάτων, τα βλέμματα και την απόσταση που τα χωρίζει. Στο «Άσμα Ασμάτων» ο Αρίσταρχος τον ερμηνεύει με τόση ζεστασιά, ώστε μπορούμε σχεδόν να αισθανθούμε το σπινθήρισμα της ζωής μέσα στο κολαστήριο του θανάτου. Και μέσα από το «μην είδατε την αγάπη μου» είναι σαν να αναζητούμε μαζί του αυτή την αγάπη, έτσι ώστε ο έρωτας να μην παρουσιάζεται απλώς ως μια ανάμνηση ή μια στιγμή τρυφερότητας, αλλά ως μια ακόμη μορφή αντίστασης απέναντι σε έναν μηχανισμό που επιδίωκε να αφαιρέσει από τον άνθρωπο καθετί ανθρώπινο.
Αυτή η αντίσταση παίρνει διαφορετική μορφή στον «Αντώνη», στη «Σκάλα του Θανάτου». Ο Αντώνης δεν φοβάται, γιατί μοιάζει να ξέρει πως, αν δεν δείξεις φόβο απέναντι στο τέρας του φασισμού, το αποσυντονίζεις. Του χαλάς τον μηχανισμό του, το βγάζεις από την κανονικότητά του, από εκείνη τη σχέση εξουσίας που στηρίζεται ακριβώς στον τρόμο και στην υποταγή. Και μέσα από αυτή την άρνηση του φόβου, έστω και για μια στιγμή, το νικάς. Και αν στον «Αντώνη» ο φόβος σπάει και μαζί του κλονίζεται, έστω στιγμιαία, ο μηχανισμός της εξουσίας, στον «Δραπέτη» βλέπουμε σχεδόν την αντίστροφη λειτουργία του: έναν φόβο πιο ύπουλο, που δεν επιβάλλεται μόνο με τη βία αλλά έχει ήδη εγκατασταθεί στη συνείδηση και οδηγεί στην υποταγή. Εκεί δεν έχουμε μόνο τον τρόμο των κρατουμένων απέναντι στους διώκτες τους, αλλά και την υποταγή των ίδιων των Γερμανών πολιτών σε ένα καθεστώς που είχε εγκαταστήσει μέσα τους έναν άλλο φόβο, πιο ύπουλο από τον άμεσο φόβο της βίας, γιατί είχε ήδη μετατρέψει την υποταγή σε κανονικότητα. Και το νήμα της κινηματογραφικής αφήγησης, φτάνει ως το «Άμα τελειώσει ο πόλεμος μην με ξεχάσεις», γιατί αυτή η έκκληση έχει το δικό της ιδιαίτερο νόημα. Η έκκληση να μην επέλθει η λήθη είναι ίσως και η λύτρωση.

Μια ταινία που δεν μπορώ εύκολα να την κατατάξω σε ένα συγκεκριμένο είδος, καθώς είναι και ντοκιμαντέρ, έχει και ποίηση και λυρισμό και αφήγηση, ενώ ταυτόχρονα εικονοποιεί το παράλογο με μια ιδιαίτερη κινηματογραφική γλώσσα που παραπέμπει στο ίδιο το παράλογο. Με αποτέλεσμα οι σκηνοθέτες όχι μόνο να σέβονται τα κείμενα του Καμπανέλλη, αλλά και να μεταδίδουν την ποιητικότητά τους και τη διεισδυτική ματιά τους πίσω από τη θηριωδία.

Η ταινία των Παναγιώτη Κουντουρά και Αρίσταρχου Παπαδανιήλ συνεχίζει σήμερα την πορεία της σε κινηματογράφους και φεστιβάλ στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Και μαζί της προβάλλεται το οκτάλεπτο «ΙΝΤΕ8Λ» των Αρίσταρχου Παπαδανιήλ και Γιάννη Χλεμπάκου, ένας φόρος τιμής στον ιστορικό κινηματογράφο ΙΝΤΕΑΛ, που ύστερα από 102 χρόνια συνεχούς λειτουργίας έκλεισε τις πόρτες του. Μια μικρή ταινία που καταγράφει τις τελευταίες του προβολές, με τη μουσική του Μίμη Πλέσσα, αλλά που για μένα λειτουργεί ταυτόχρονα και σαν διαμαρτυρία απέναντι σε μια πραγματικότητα που αφήνει ιστορικές κινηματογραφικές αίθουσες να χάνονται, αντί να δημιουργεί και να προστατεύει φυσικούς χώρους στους οποίους μπορούν να προβάλλονται ταινίες που επιδιώκουν τον διάλογο, τη σκέψη και την αφύπνιση του κοινού.

Και αυτό αποκτά ίσως ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε έναν κόσμο που κινδυνεύει διαρκώς από τη λήθη. Γιατί, όπως έγραφε και ο Καμπανέλλης, το μεγάλο πρόβλημα είναι να «ντουφεκίσουμε» και να κρεμάσουμε σε δημόσια θέα τον φασισμό. Τα πρόσωπα μπορεί να εντοπίζονται και ενίοτε να πιάνονται. Οι ιδέες όμως είναι αυτές που ξεγλιστρούν και στο τέλος γλιτώνουν. Και ίσως γι’ αυτό, αν θέλουμε να μιλάμε για τέχνη σήμερα, μέσα στους πολύ δύσκολους καιρούς μιας φασιστικοποίησης που απλώνει όλο και περισσότερο τα δίχτυα της στις σύγχρονες κοινωνίες, το σίγουρο είναι ότι τέτοια τέχνη την έχουμε απόλυτη ανάγκη. Δύο νέοι δημιουργοί μάς την παραδίδουν και ίσως αυτή να είναι και η πιο ελπιδοφόρα παρακαταθήκη αυτής της προσπάθειας να κρατηθεί ζωντανή η μνήμη.
