Από το Γένος στο Κράτος κι από τον Όμηρο στον Αισχύλο: Η κοινωνική εξέλιξη στην Αρχαία Ελλάδα μέσα από τη Λογοτεχνία

Το αρχαίο θέατρο μετατράπηκε στο κατεξοχήν πεδίο όπου η κοινωνία αναστοχάστηκε τις δικές της ιδρυτικές βίαιες αντιφάσεις, υπενθυμίζοντας ότι κάθε μεγάλος «πολιτισμός» φέρει ανεξίτηλα πάνω του τα σημάδια των κοινωνικών συγκρούσεων που τον γέννησαν

Στο θεμελιώδες έργο του «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους» (1884), ο Φρίντριχ Ένγκελς, αξιοποιώντας τα ανθρωπολογικά πορίσματα του Lewis H. Morgan, διατύπωσε μια υλιστική ερμηνεία της ιστορικής εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών. Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, οι κοινωνικοί θεσμοί δεν αποτελούν διαχρονικές ή φυσικές μορφές οργάνωσης, αλλά μεταβάλλονται καθώς αλλάζουν οι παραγωγικές δυνάμεις και οι σχέσεις παραγωγής. Η ιστορία της αρχαίας Ελλάδας ερμηνεύεται, επομένως, ως μια διαδικασία μετάβασης από τις πρωτόγονες κοινοτικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης προς την ταξική κοινωνία, την ατομική ιδιοκτησία και το κράτος.

Στο πλαίσιο αυτό, η ομηρική εποχή καταλαμβάνει μια ιδιαίτερα κρίσιμη θέση. Για τον Ένγκελς, δεν αποτελεί ούτε μια πρωτόγονη κοινωνία που παραμένει αμετάβλητη ούτε μια ήδη συγκροτημένη πολιτεία. Αντιθέτως, βρίσκεται στο μεταίχμιο δύο ιστορικών κόσμων. Οι θεσμοί του γένους εξακολουθούν να υφίστανται, όμως οι οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις έχουν ήδη αρχίσει να τους υπονομεύουν. Η ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, της γεωργίας, του εμπορίου και της συσσώρευσης πλούτου δημιουργεί νέες μορφές κοινωνικής ανισότητας και οδηγεί στη σταδιακή αποσύνθεση της παλαιάς κοινοτικής οργάνωσης.

Σύμφωνα με τη μαρξιστική αυτή ερμηνεία, η ομηρική κοινωνία αντιστοιχεί στο ανώτερο στάδιο της βαρβαρότητας, όπου η αρχέγονη κοινωνία των γενών, βασισμένη στους δεσμούς συγγένειας, στη συλλογική οργάνωση και στην απουσία διαμορφωμένων ταξικών θεσμών, εισέρχεται σε περίοδο κρίσης και αποσύνθεσης. Αντίθετα, η κλασική αθηναϊκή πόλη αντιπροσωπεύει τη μετάβαση στον πολιτισμό, δηλαδή την πλήρη επικράτηση της ατομικής ιδιοκτησίας, της πατριαρχικής οικογένειας, της ταξικής διαίρεσης και του οργανωμένου κράτους.

Η μετάβαση αυτή δεν υπήρξε ούτε γραμμική ούτε ειρηνική. Αντίθετα, σημαδεύτηκε από συγκρούσεις ανάμεσα σε παλαιές και νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Οι δεσμοί αίματος που συγκροτούσαν το γένος υποχωρούν σταδιακά μπροστά στις σχέσεις ιδιοκτησίας και στην ανάγκη συγκρότησης μιας πολιτικής εξουσίας ικανής να προστατεύει τον νέο τρόπο παραγωγής και τις νέες κοινωνικές ανισότητες. Έτσι, η εξουσία μεταφέρεται από τις συγγενικές κοινότητες σε θεσμούς που εδράζονται πλέον στην επικράτεια, στον νόμο και στον καταναγκασμό.

Τα ομηρικά έπη αποτυπώνουν ακριβώς αυτή τη μεταβατική ιστορική στιγμή. Στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια εξακολουθούν να επιβιώνουν οι παραδοσιακοί θεσμοί του γένους, όμως παράλληλα αναδύονται νέα στοιχεία: η συσσώρευση πλούτου, η ενίσχυση της πολεμικής αριστοκρατίας, η διεύρυνση της ατομικής εξουσίας του βασιλιά και οι πρώιμες μορφές δουλείας. Η κοινωνία παρουσιάζεται ως ένας κόσμος όπου οι παλαιές ισορροπίες διαλύονται χωρίς ακόμη να έχουν αντικατασταθεί πλήρως από τους θεσμούς της πόλης-κράτους.

Κι αν τα ομηρικά έπη καταγράφουν την απαρχή αυτής της ιστορικής κρίσης, τότε η αρχαία τραγωδία δραματοποιεί την ολοκλήρωσή της. Στην Ορέστεια, στην Αντιγόνη, στις Βάκχες και στις Τρωάδες, οι συγκρούσεις ανάμεσα στο γένος και στην πόλη, στο μητρικό και στο πατρικό δίκαιο, στις παλαιές κοινοτικές παραδόσεις και στη νέα κρατική εξουσία αποκτούν δραματική μορφή. Οι τραγικοί ποιητές παρουσιάζουν, μέσα από οικογενειακές συγκρούσεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις, τις βαθιές κοινωνικές αντιφάσεις που συνοδεύουν τη γέννηση της ταξικής κοινωνίας. Έτσι, η ελληνική τραγωδία μπορεί να διαβαστεί, σύμφωνα με την ενγκελσιανή προσέγγιση, όχι μόνο ως λογοτεχνικό έργο, αλλά και ως ίχνος της μαρτυρία των συγκρούσεων που συνόδευσαν τη μετάβαση από την κοινωνία του γένους στην οργανωμένη πόλη-κράτος.

Η «Κοσμοϊστορική Ήττα του Γυναικείου Φύλου»: Από την Πηνελόπη στην Κλυταιμνήστρα

Ο Ένγκελς υποστηρίζει ότι η ανάπτυξη της κτηνοτροφίας και της συστηματικής γεωργίας δημιούργησε πλεόνασμα πλούτου στα χέρια των ανδρών. Αυτό οδήγησε στην κατάργηση του «μητρικού δικαίου» (όπου η περιουσία παρέμενε στο γένος της μητέρας) και στην επιβολή του «πατρικού δικαίου», ώστε τα παιδιά να κληρονομούν τον πατέρα τους.

Η Πηνελόπη ως πέρασμα εξουσίας: Στην Οδύσσεια, η βασιλεία της Ιθάκης δεν μεταβιβάζεται αυτόματα στον Τηλέμαχο. Οι Μνηστήρες διεκδικούν την Πηνελόπη επειδή ο γάμος μαζί της νομιμοποιεί τον έλεγχο του Οίκου.
Στην πρωτόγονη κοινοκτημονική κοινωνία (στο γένος), δεν υπήρχε ατομική ιδιοκτησία. Τα μέσα παραγωγής ανήκαν στη συλλογικότητα. Σε αυτή την κοινωνία η καταγωγή υπολογιζόταν από τη μητέρα, επειδή η μητρότητα είναι πάντα βιολογικά βέβαιη «Mater semper certa est, pater semper incertus est». Η πίστη της Πηνελόπης διασφαλίζει οτι δεν θα υπάρχουν βάσει του μητρικού δικαίου, νέοι διεκδικητές του Οίκου, αλλά εξασφαλίζει και το σταδιακό πέρασμα στο πατρικό δίκαιο.

Με το πέρασμα στο πατρικό δίκαιο, η πίστη της γυναίκας γίνεται επιβεβλημένη, επειδή εξυπηρετεί έναν καθαρά οικονομικό σκοπό: να διασφαλιστεί ότι ο κληρονόμος του πλούτου είναι βιολογικός γιος του πατέρα.
Η μονογαμία δεν επιβλήθηκε ως ηθική αρετή, αλλά ως οικονομικός μηχανισμός. Ήταν η εγγύηση του άνδρα για την πατρότητα και την κληροδοσία της ιδιοκτησίας. Η μονογαμία, στην πραγματικότητα ήταν η σεξουαλική αιχμαλωσία της γυναίκας, ενώ ο άνδρας διατηρούσε το δικαίωμα της εξωσυζυγικής σχέσης (π.χ. με δούλες, εταίρες, αιχμάλωτες πολέμου). Αυτό αποδεικνύει ότι ο στόχος δεν ήταν η αμοιβαία ηθική καθαρότητα, αλλά ο έλεγχος της γυναικείας μήτρας ως «παραγωγού νόμιμων κληρονόμων».

Τραγική πραγμάτωση: Η Ορέστεια του Αισχύλου

Η τριλογία του Αισχύλου (Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες) αποτελεί το σπουδαιότερο λογοτεχνικό ντοκουμέντο της νίκης της πατριαρχίας. Ο ίδιος ο Ένγκελς αναφέρει ρητά την Ορέστεια ως δραματική αναπαράσταση της πάλης ανάμεσα στο μητρικό και το πατρικό δίκαιο:

«Η Ορέστεια του Αισχύλου παριστάνει τη διαμάχη ανάμεσα στο ετοιμοθάνατο μητρικό δίκαιο και το νέο πατρικό δίκαιο που νικούσε και επικρατούσε στην ηρωική εποχή… Η αθώωση του Ορέστη από την Αθηνά συμβολίζει τη νίκη της πατριαρχίας πάνω στη μητριαρχία.»

Η Κλυταιμνήστρα ως φορέας του Μητρικού Δικαίου: Η Κλυταιμνήστρα σκοτώνει τον Αγαμέμνονα επικαλούμενη το αρχέγονο δίκαιο του αίματος, αφού ο Αγαμέμνων θυσίασε την κόρη τους, την Ιφιγένεια. Στον Αγαμέμνονα, η Κλυταιμνήστρα δρα με την αυτοπεποίθηση μιας αυτόνομης ηγεμόνα, αρνούμενη να υποταχθεί στην ανδρική εξουσία.

Ο Φόνος της Μητέρας και η Δίκη στις Ευμενίδες: Ο Ορέστης σκοτώνει τη μητέρα του για να εκδικηθεί τον φόνο του πατέρα του. Στη δίκη στον Άρειο Πάγο, οι Ερινύες εκπροσωπούν το παλαιό μητρικό δίκαιο (η μητέρα είναι ο μόνος πραγματικός συγγενής αίματος), ενώ ο Απόλλωνας, υπερασπιζόμενος τον Ορέστη, φτάνει στο σημείο να αρνηθεί ακόμη και τη βιολογική συγγένεια της μητέρας με το παιδί, λέγοντας ότι η γυναίκα είναι απλώς το «δοχείο» ή η «τροφός» του σπόρου που φυτεύει ο άνδρας. Αυτή είναι η πλήρης ιδεολογική δικαίωση της πατριαρχίας.

«Δεν είναι η μητέρα που γεννά το παιδί, αλλά ο πατέρας… Η γυναίκα είναι απλώς η τροφός του σπόρου.»

Η «Στρατιωτική Δημοκρατία» και η Γέννηση του Κράτους

Στο ανώτερο στάδιο της βαρβαρότητας, η πολιτική εξουσία δεν ασκείται ακόμη από κρατικούς θεσμούς, αλλά από ένα είδος στρατιωτικής δημοκρατίας :

Όπως εξηγεί ο Ένγκελς:

«Ο ομηρικός βασιλεύς δεν είναι απόλυτος μονάρχης. Είναι ο στρατιωτικός αρχηγός, ο ανώτατος ιερέας και ο δικαστής… Η εξουσία του δεν είναι κρατική εξουσία με την νεότερη έννοια, αλλά εξουσία της στρατιωτικής δημοκρατίας που πηγάζει από την οργάνωση των γενών.»

Η κατάρρευση του θεσμού στα Έπη

Η αυθαιρεσία του Αγαμέμνονα: Στην πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας, ο Αγαμέμνων αρνείται να επιστρέψει τη Χρυσηίδα στον πατέρα της, παρά την επιθυμία της συνέλευσης των Αχαιών και τις προειδοποιήσεις του ιερέα του Απόλλωνα. Η στάση αυτή προκαλεί τη θεϊκή τιμωρία με τη μορφή λοιμού στο στρατόπεδο των Αχαιών.

Από ενγκελσιανή σκοπιά, το επεισόδιο αποκαλύπτει ότι ο βασιλιάς δεν λειτουργεί πλέον ως απλός εκπρόσωπος της κοινότητας, αλλά επιχειρεί να επιβάλει την προσωπική του βούληση πάνω στη συλλογική απόφαση. Η στρατιωτική ηγεσία αποσπάται σταδιακά από τον έλεγχο του γένους και μετατρέπεται σε αυτόνομο φορέα εξουσίας. Η σύγκρουση ανάμεσα στον Αγαμέμνονα και τον Αχιλλέα δεν αφορά μόνο την προσωπική τους τιμή, αλλά αντανακλά και την κρίση των παραδοσιακών θεσμών που ρύθμιζαν τις σχέσεις μέσα στην κοινότητα.

Η εξέγερση του Θερσίτη: Στη δεύτερη ραψωδία της Ιλιάδας, ο Θερσίτης, ένας απλός πολεμιστής χωρίς αριστοκρατική καταγωγή, τολμά να καταγγείλει δημόσια τον Αγαμέμνονα και τους άλλους βασιλείς. Τους κατηγορεί ότι ιδιοποιούνται το μεγαλύτερο μέρος της λείας του πολέμου, ενώ οι απλοί πολεμιστές επωμίζονται τις θυσίες και τους κινδύνους.

Η αντίδραση του Οδυσσέα είναι αποκαλυπτική: αντί να αντιμετωπίσει τα επιχειρήματα του Θερσίτη, τον χτυπά δημόσια και τον εξευτελίζει μπροστά στη συνέλευση, ενώ το πλήθος τελικά γελά εις βάρος του. Για τον Ένγκελς, το επεισόδιο συμβολίζει την υποχώρηση της σχετικής ισότητας που χαρακτήριζε την οργάνωση του γένους. Η δημόσια συμμετοχή των απλών μελών περιορίζεται και η αριστοκρατία επιβάλλει την εξουσία της ακόμη και μέσω της βίας. Η φωνή του κοινού ανθρώπου παύει να αποτελεί ισότιμο στοιχείο της συλλογικής λήψης αποφάσεων.

Συνολικά, τα ομηρικά έπη παρουσιάζουν μια κοινωνία στην οποία οι θεσμοί του γένους εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά η πραγματική πολιτική δύναμη συγκεντρώνεται ολοένα περισσότερο στα χέρια μιας πολεμικής αριστοκρατίας, προαναγγέλλοντας τη γέννηση του κράτους.

Η τομή του Κλεισθένη: Από τους δεσμούς αίματος στην πολιτική οργάνωση

Η οριστική μετάβαση από το γένος στην αθηναϊκή πόλη-κράτος ολοκληρώνεται ιστορικά με τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη (508π.Χ.). Ο Κλεισθένης διέλυσε την παλαιά πολιτική ισχύ των αριστοκρατικών γενών αντικαθιστώντας τις 4 παραδοσιακές φυλές (που βασίζονταν στη συγγένεια αίματος) με 10 νέες, τεχνητές φυλές βασισμένες σε αμιγώς εδαφικά κριτήρια (Δήμους). Από υλιστική σκοπιά, η τομή αυτή ήταν καθοριστική: διέκοψε την εξάρτηση των φτωχότερων στρωμάτων από τις αριστοκρατικές οικογένειες των γενών και θεμελίωσε το κράτος πάνω στη γεωγραφική επικράτεια και την ιδιότητα του πολίτη, εδραιώνοντας πλέον την πολιτική εξουσία της

Η τραγική σύγκρουση: Αντιγόνη & Βάκχες

Η τραγική σύγκρουση: από το γένος στην πόλη

Οι μεγάλες τραγωδίες του 5ου αιώνα π.Χ. αποτυπώνουν, σύμφωνα με την ενγκελσιανή ερμηνεία, τις βαθιές αντιφάσεις που γεννά η μετάβαση από την κοινωνία του γένους στην οργανωμένη πολιτεία. Οι παραδοσιακές υποχρεώσεις απέναντι στους συγγενείς (γένος) συγκρούονται με τους νόμους της πόλης, ενώ οι παλαιές θρησκευτικές και κοινοτικές αντιλήψεις αντιπαρατίθενται με τη συγκεντρωτική κρατική εξουσία.

Σοφοκλέους Αντιγόνη

Η Αντιγόνη αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της σύγκρουσης ανάμεσα στο δίκαιο του γένους και στο δίκαιο του κράτους. Θεωρεί ότι το καθήκον προς τον αδελφό της υπερέχει κάθε πολιτικής εντολής. Οι άγραφοι και αιώνιοι νόμοι των θεών επιβάλλουν την ταφή κάθε συγγενή, ανεξάρτητα από τις πολιτικές του πράξεις. Για εκείνη, ο δεσμός αίματος αποτελεί ανώτερη ηθική υποχρέωση από την υπακοή στον άρχοντα.

Αντίθετα, ο Κρέων εκφράζει τη λογική της οργανωμένης πολιτείας. Υποστηρίζει ότι η επιβίωση της πόλης εξαρτάται από την απόλυτη εφαρμογή των νόμων της και ότι κανένας οικογενειακός δεσμός δεν μπορεί να υπερισχύσει της κρατικής εξουσίας. Η παραβίαση της εντολής του ισοδυναμεί με απειλή για τη συνοχή της πολιτείας.

Από ενγκελσιανή σκοπιά, η τραγωδία δεν παρουσιάζει απλώς μια προσωπική αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο ισχυρές προσωπικότητες. Αντίθετα, εκφράζει τη σύγκρουση δύο διαφορετικών ιστορικών μορφών κοινωνικής οργάνωσης: του γένους, όπου κυριαρχούν οι συγγενικοί δεσμοί και τα άγραφα έθιμα, και της πόλης-κράτους, όπου υπέρτατη αρχή γίνεται ο νόμος της πολιτείας.

Ευριπίδη Βάκχες

Στις Βάκχες, η σύγκρουση αποκτά κυρίως θρησκευτικό και πολιτισμικό χαρακτήρα.

Ο Διόνυσος και οι Βάκχες εκφράζουν μια λατρεία, η οποία συνδέεται με τη συλλογικότητα, τη συμμετοχή όλων των μελών της κοινότητας και την προσωρινή κατάργηση των κοινωνικών διαφορών. Η διονυσιακή τελετουργία υπενθυμίζει μορφές ζωής που προηγούνται της αυστηρά οργανωμένης κρατικής εξουσίας και διατηρούν στοιχεία της πρωτόγονης κοινοτικής ισότητας.

Απέναντί τους βρίσκεται ο Πενθέας, βασιλιάς της Θήβας, ο οποίος εκπροσωπεί τη νέα κρατική τάξη. Επιδιώκει να επιβάλει τον ορθολογικό έλεγχο, να περιορίσει τις αυθόρμητες λατρευτικές εκδηλώσεις και να υποτάξει κάθε συλλογική δραστηριότητα στην εξουσία της πόλης.

Η άρνησή του να αναγνωρίσει τη λατρεία του Διονύσου οδηγεί στην τραγική του καταστροφή. Ο διαμελισμός του από τις Βάκχες, ανάμεσά τους και η ίδια του η μητέρα, συμβολίζει, στην ενγκελσιανή ανάγνωση, τη βίαιη σύγκρουση ανάμεσα στις κοινοτικές παραδόσεις και στη νέα κρατική εξουσία. Η τραγωδία δείχνει ότι οι αρχαϊκές μορφές συλλογικής ζωής δεν εξαφανίζονται χωρίς αντίσταση, αλλά επιστρέφουν εκρηκτικά, με διάφορες μορφές, όταν επιχειρείται η ολοκληρωτική καταστολή τους.

Έτσι, τόσο η Αντιγόνη όσο και οι Βάκχες αποτυπώνουν, μέσα από διαφορετικές αφηγηματικές μορφές, το ίδιο ιστορικό φαινόμενο: τη βαθιά κρίση που προκαλεί η μετάβαση από την κοινωνία των συγγενικών δεσμών στην κυριαρχία της πόλης και του κράτους. Η τραγωδία γεννιέται ακριβώς επειδή καμία από τις δύο αρχές δεν μπορεί να επικρατήσει ολοκληρωτικά χωρίς να οδηγήσει στην καταστροφή.

Η δουλεία στην Οδύσσεια

Η Οδύσσεια αντικατοπτρίζει ένα πρώιμο στάδιο αυτής της ιστορικής εξέλιξης. Η δουλεία υπάρχει ήδη, αλλά δεν έχει ακόμη αποκτήσει τον απρόσωπο και μαζικό χαρακτήρα που θα γνωρίσει η κλασική δουλοκτητική πόλη. Ο δούλος εξακολουθεί να είναι ενταγμένος στον οίκο, ο οποίος λειτουργεί ως βασική οικονομική και κοινωνική μονάδα.

Ο Εύμαιος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πατριαρχικής μορφής δουλείας. Αν και είναι ιδιοκτησία του Οδυσσέα, διαθέτει σημαντικές ευθύνες, διαχειρίζεται μεγάλα κοπάδια και παρουσιάζεται ως πρόσωπο υψηλής ηθικής αξίας. Η αφοσίωσή του στον κύριό του δεν στηρίζεται αποκλειστικά στον φόβο αλλά και σε μια προσωπική σχέση που έχει διαμορφωθεί μέσα στον οίκο. Αντίστοιχα, η Ευρύκλεια, τροφός του Οδυσσέα, κατέχει ιδιαίτερα προνομιακή θέση στην οικογένεια. Συμμετέχει στην ανατροφή των παιδιών, γνωρίζει τα μυστικά του οίκου και αναγνωρίζει τον Οδυσσέα από την ουλή του, σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές της Οδύσσειας.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνει, σύμφωνα με τον Ένγκελς, μια μεταβατική μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Η δουλεία δεν αποτελεί ακόμη έναν πλήρως αναπτυγμένο μηχανισμό οικονομικής εκμετάλλευσης. Ο δούλος είναι ιδιοκτησία, αλλά παραμένει οργανικά ενταγμένος στην οικογενειακή κοινότητα. Οι προσωπικές σχέσεις δεν έχουν ακόμη αντικατασταθεί ολοκληρωτικά από τις σχέσεις ιδιοκτησίας.

Η Δουλεία και η Εμπορευματοποίηση του Ανθρώπου
Η εμφάνιση της δουλείας δεν αποτελεί αποτέλεσμα μιας ηθικής παρακμής ή μιας απλής πολιτικής επιλογής, αλλά ιστορική συνέπεια της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της εμφάνισης της ατομικής ιδιοκτησίας. Η κοινωνική οργάνωση μετασχηματίζεται όταν η παραγωγή παύει να καλύπτει αποκλειστικά τις άμεσες ανάγκες της κοινότητας και αρχίζει να δημιουργεί σταθερό οικονομικό πλεόνασμα.
Όπως παρατηρεί ο Ένγκελς στην Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους:

«Μόλις η παραγωγή αναπτύχθηκε τόσο ώστε η ανθρώπινη εργασία να παράγει περισσότερα από όσα απαιτούνταν για τη συντήρηση του εργαζομένου, η προσέλκυση νέων εργατικών χεριών έγινε επιτακτική. Ο πόλεμος τα παρείχε: οι αιχμάλωτοι πολέμου μετατρέπονταν σε δούλους.»

Το απόσπασμα αυτό συνοψίζει τη βασική θέση του Ένγκελς ότι η δουλεία γεννιέται όταν η ανθρώπινη εργασία αποκτά οικονομική αξία. Στις πρωτόγονες κοινοτικές κοινωνίες δεν υπήρχε λόγος να διατηρούνται δούλοι, αφού η εργασία κάθε μέλους επαρκούσε μόλις για την επιβίωσή του. Αντίθετα, όταν η παραγωγή δημιουργεί πλεόνασμα, ο άνθρωπος μπορεί να παράγει περισσότερο από ό,τι καταναλώνει. Από εκείνη τη στιγμή καθίσταται οικονομικά συμφέρουσα η εκμετάλλευση της εργασίας άλλων ανθρώπων.
Ο Μαρξ θα περιγράψει αυτή τη διαδικασία ως την ιστορική μετατροπή της εργατικής δύναμης σε αντικείμενο εκμετάλλευσης. Αν και η πλήρης έννοια του εμπορεύματος αφορά κυρίως τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, η δουλοκτητική κοινωνία εισάγει για πρώτη φορά τη θεμελιώδη αρχή ότι ο άνθρωπος μπορεί να αποτελέσει ιδιοκτησία άλλου ανθρώπου. Δεν εμπορευματοποιούνται μόνο τα προϊόντα της εργασίας αλλά και ο ίδιος ο παραγωγός. Ο δούλος αγοράζεται, πωλείται, ανταλλάσσεται και αποτελεί μέρος του πλούτου του κυρίου του. Η ανθρώπινη ύπαρξη αποκτά οικονομική αξία ανεξάρτητα από την προσωπικότητα ή την κοινωνική της υπόσταση.
Η μεταβολή αυτή συνδέεται άμεσα με τον πόλεμο. Στην πρωτόγονη κοινότητα οι συγκρούσεις είχαν κυρίως χαρακτήρα επιβίωσης ή εκδίκησης μεταξύ συγγενικών ομάδων. Με την ανάπτυξη της ατομικής ιδιοκτησίας αποκτούν οικονομικό περιεχόμενο. Ο πόλεμος μετατρέπεται σε μέσο απόκτησης πλούτου, γης, κοπαδιών και, κυρίως, εργατικού δυναμικού. Οι αιχμάλωτοι δεν θανατώνονται πλέον αλλά διατηρούνται στη ζωή, επειδή η εργασία τους παράγει πλεόνασμα προς όφελος των κυρίαρχων τάξεων. Έτσι, η στρατιωτική επέκταση και η δουλεία γίνονται οργανικά στοιχεία της νέας ταξικής κοινωνίας.

Ο ρόλος του Χρήματος

Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία διαδραμάτισε η εισαγωγή και η εξάπλωση του χρήματος (7ος–6ος αι. π.Χ.). Ο Ένγκελς υπογραμμίζει ότι το χρήμα λειτούργησε ως ο απόλυτος καταστροφέας των παλαιών σχέσεων του γένους.

Με την επικράτηση του χρηματικού εμπορίου, τα πάντα αποκτούν χρηματική τιμή: η γη, τα προϊόντα, αλλά και ο ίδιος ο άνθρωπος. Το χρήμα επέτρεψε τη συσσώρευση πλούτου σε μορφή κινητής περιουσίας, γέννησε το τοκογλυφικό κεφάλαιο και το χρέος με υποθήκη, οδηγώντας ακόμα και ελεύθερους καλλιεργητές στη δουλεία λόγω χρεών πριν από τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα.

Από τον ομηρικό οίκο στη δουλοκτητική κοινωνία

Η εξέλιξη των ελληνικών κοινωνιών κατά τους επόμενους αιώνες οδηγεί στην πλήρη επικράτηση της δουλοκτησίας. Η οικονομία δεν στηρίζεται πλέον αποκλειστικά στον οίκο αλλά στην εκτεταμένη εκμετάλλευση της εργασίας των δούλων στη γεωργία, στα εργαστήρια, στα μεταλλεία και στις δημόσιες υπηρεσίες.

Στην ενγκελσιανή ανάλυση, η αλλαγή αυτή σηματοδοτεί τη μετάβαση από την προσωπική εξάρτηση στην καθολική κυριαρχία των σχέσεων ιδιοκτησίας. Ο δούλος δεν είναι πλέον μέλος της οικογένειας αλλά παραγωγικό εργαλείο. Η αξία του μετριέται με οικονομικά κριτήρια, όπως ακριβώς συμβαίνει με τη γη, τα ζώα ή τα εργαλεία παραγωγής. Ο άνθρωπος μετατρέπεται ο ίδιος σε εμπόρευμα.

 Η εμπορευματοποίηση του ανθρώπου στις Τρωάδες

Ο Ευριπίδης παρουσιάζει στις Τρωάδες τις πιο ακραίες συνέπειες αυτής της ιστορικής εξέλιξης. Μετά την άλωση της Τροίας, οι γυναίκες της ηττημένης πόλης δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως ανθρώπινα πρόσωπα αλλά ως λάφυρα πολέμου που διανέμονται μεταξύ των νικητών.

Η Εκάβη, άλλοτε βασίλισσα της Τροίας, μετατρέπεται σε δούλη του Οδυσσέα. Η Ανδρομάχη αποδίδεται ως προσωπικό κτήμα του Νεοπτόλεμου, ενώ η Κασσάνδρα προσφέρεται στον Αγαμέμνονα ως παλλακίδα. Η επιλογή των νέων κυρίων γίνεται όπως ακριβώς θα γινόταν η διανομή οποιουδήποτε πολύτιμου αντικειμένου της λείας.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η τύχη του Αστυάνακτα. Το παιδί δεν σκοτώνεται για προσωπική εκδίκηση αλλά επειδή θεωρείται πιθανός μελλοντικός διεκδικητής της εξουσίας. Η ζωή του αξιολογείται αποκλειστικά με πολιτικά και στρατιωτικά κριτήρια. Η εξόντωσή του αποκαλύπτει ότι ακόμη και η ανθρώπινη ύπαρξη υποτάσσεται στις ανάγκες της κρατικής και ταξικής κυριαρχίας.

Ο Ευριπίδης παρουσιάζει έτσι μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι έχουν απωλέσει κάθε αυτονομία. Η κοινωνική τους θέση καθορίζεται αποκλειστικά από τη σχέση τους με την ιδιοκτησία και τη στρατιωτική ισχύ. Η κατάκτηση της Τροίας μετατρέπεται σε διαδικασία αναδιανομής όχι μόνο πλούτου αλλά και ανθρώπων.

Η μαρξιστική διάσταση της τραγωδίας

Μέσα από την ενγκελσιανή και μαρξική οπτική, οι Τρωάδες αποτελούν μια δραματική απεικόνιση της αλλοτρίωσης του ανθρώπου στις πρώιμες ταξικές κοινωνίες. Αν και ο Μαρξ χρησιμοποιεί την έννοια της αλλοτρίωσης κυρίως για να περιγράψει την εργασία στον καπιταλισμό, η βασική της λογική διακρίνεται ήδη στη δουλοκτητική κοινωνία: ο άνθρωπος παύει να είναι αυτεξούσιο υποκείμενο και αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο ιδιοκτησίας, ως μέσο παραγωγής και ως εργαλείο εξυπηρέτησης ξένων συμφερόντων.

Η τραγωδία του Ευριπίδη αποκαλύπτει ότι η στρατιωτική νίκη και η οικονομική κυριαρχία θεμελιώνονται πάνω στην αντικειμενοποίηση του ανθρώπου. Οι ηττημένοι δεν χάνουν μόνο την πατρίδα τους· χάνουν την προσωπική τους ταυτότητα, την οικογένεια, την πολιτική τους υπόσταση και τελικά την ίδια την ελευθερία τους. Με τον τρόπο αυτό, οι Τρωάδες αποτελούν μία από τις ισχυρότερες λογοτεχνικές αποτυπώσεις της ιστορικής μετάβασης από την κοινωνία του γένους στη δουλοκτητική κοινωνία, όπου η ατομική ιδιοκτησία και η ταξική εξουσία επιβάλλονται ακόμη και πάνω στο ανθρώπινο σώμα.

Η Τέχνη ως Κατοπτρισμός της Ιστορίας

Η διαδρομή από την ομηρική κοινωνία των γενών στην πόλη-κράτος της κλασικής εποχής, δεν υπήρξε μια γραμμική ή ειρηνική εξέλιξη, αλλά ένας βαθύς κοινωνικός μετασχηματισμός που σημαδεύτηκε από τη βία, την ανατροπή των παλαιών θεσμών και την επιβολή νέων μορφών κυριαρχίας. Η υποταγή της γυναίκας μέσω της πατριαρχίας, η ανάδυση του ταξικού κράτους και η συστηματική εμπορευματοποίηση του ανθρώπου μέσω της δουλείας δεν ήταν τυχαία συμβάντα, αλλά οι απαραίτητες προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση του αρχαίου πολιτισμού.

Η ανυπέρβλητη αξία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, από τα ομηρικά έπη έως τις τραγωδίες του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη, έγκειται στο ότι δεν λειτούργησε ως απλός ιδεολογικός φορέας της νέας τάξης πραγμάτων. Αντίθετα, αποτύπωσε με σπάνια δραματική ένταση τις κραυγές των ηττημένων αυτής της ιστορικής διαδικασίας: της γυναίκας που έχασε την αυτονομία της, του μέλους του γένους που υποτάχθηκε στον απρόσωπο νόμο της Πόλης και του αιχμαλώτου που μετατράπηκε σε εμπόρευμα. Με αυτόν τον τρόπο, το αρχαίο θέατρο μετατράπηκε στο κατεξοχήν πεδίο όπου η κοινωνία αναστοχάστηκε τις δικές της ιδρυτικές βίαιες αντιφάσεις, υπενθυμίζοντας ότι κάθε μεγάλος «πολιτισμός» φέρει ανεξίτηλα πάνω του τα σημάδια των κοινωνικών συγκρούσεων που τον γέννησαν

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: