Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα: «Η σύντομη ζωή των προγόνων μας» της Βισουάβα Σιμπόρσκα
“Δεν ήταν πολλοί αυτοί που έφταναν τα τριάντα.
Στα γεράματα προνόμιο είχαν οι πέτρες και τα δέντρα.
Η παιδική ηλικία διαρκούσε όσο αυτή των κουταβιών του λύκου.
Έπρεπε να βιάζεσαι, να προλάβεις να ζήσεις
πριν βασιλέψει ο ήλιος,
πριν πέσει το πρώτο χιόνι…”
Η Πολωνή Βισουάβα Σιμπόρσκα, υπήρξε μία από τις σπουδαιότερες ποιήτριες που αναδείχθηκαν στην Ευρώπη, κατά το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα. Εκτός από ποιήματα, έγραψε δοκίμια και έκανε μεταφράσεις.
Γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου 1923 στο Κούρνικ του Πόζναν, αλλά η πόλη με την οποία συνδέθηκε μια ολόκληρη ζωή ήταν η Κρακοβία, όπου πέθανε το Φεβρουάριο του 2020.
Σπούδασε φιλολογία, μετά τη λήξη του β’ παγκόσμιου πολέμου και στη συνέχεια κοινωνιολογία, όμως, αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές της για βιοποριστικούς λόγους.
Εργάστηκε σε διάφορα έντυπα και δημοσίευσε, μεταξύ των άλλων, χρονογραφήματα και δοκίμια.
Η δημιουργική της πορεία άρχισε, ουσιαστικά, από τα μέσα της δεκαετίας του 1950.
Το 1996 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Έργα της – Ποιητικές συλλογές: Γι’ αυτό ζούμε (1952), Ερωτήσεις που θέτεις στον εαυτό σου (1954), Το κάλεσμα στον Γέτι (1957), Αλάτι (1962), Χίλιες δυο χαρές (1967), Παν ενδεχόμενο (1972), Μεγάλος αριθμός (1976), Άνθρωποι στη γέφυρα (1986), Τέλος και αρχή (1993), Στιγμή (2002), Άνω και κάτω τελεία (2005), Εδώ (2009), Αρκετά (2012).
Το ποίημα “Η σύντομη ζωή των προγόνων μας” της Βισουάβα Σιμπόρσκα, είναι από την ποιητική συλλογή “Άνθρωποι στη γέφυρα” (1986) και εμπεριέχεται στο βιβλίο “Η ζωή εδώ και τώρα” (εκδόσεις Καστανιώτη — 2021), με ποιήματα απ’ όλες τις συλλογές της Βισουάβα Σιμπόρσκα, σε επιλογή και μετάφραση της Μπεάτα Ζουλκιέβιτς – Σιακαντάρη.
Η σύντομη ζωή των προγόνων μας
Δεν ήταν πολλοί αυτοί που έφταναν τα τριάντα.
Στα γεράματα προνόμιο είχαν οι πέτρες και τα δέντρα.
Η παιδική ηλικία διαρκούσε όσο αυτή των κουταβιών του λύκου.
Έπρεπε να βιάζεσαι, να προλάβεις να ζήσεις
πριν βασιλέψει ο ήλιος,
πριν πέσει το πρώτο χιόνι.Δεκατριάχρονες γεννήτειρες παιδιών,
τετράχρονοι ιχνηλάτες φωλιών πουλιών στις καλαμιές,
εικοσάχρονοι οδηγοί κυνηγιού —
πριν από λίγο ακόμα δεν υπήρχαν και ήδη δεν υπάρχουν.
Τα άκρα του απείρου συνενώνονταν γρήγορα.
Οι μάγισσες μασούσαν ξόρκια
με όλα τα δόντια της νιότης τους ακόμα.
Μπροστά στα μάτια του πατέρα ανδρωνόταν ο γιος.
Μπροστά στις κόγχες των ματιών του παππού γεννιόταν ο εγγονός.Εξάλλου τα χρόνια τους δεν τα μετρούσαν.
Μετρούσαν τα δίχτυα, τα σκεύη, τις καλύβες, τα πελέκια.
Ο χρόνος, τόσος γενναιόδωρος για οποιοδήποτε αστέρι στον ουρανό,
προς αυτούς άπλωνε σχεδόν άδειο χέρι
και γρήγορα το μάζευε, σαν να το μετάνιωνε.
Ένα βήμα ακόμη, δυο βήματα
κατά μήκος του στραφταλίζοντος ποταμού
που πηγάζει απ’ το σκοτάδι και στο σκοτάδι βυθίζεται.Δεν υπήρχε στιγμή για χάσιμο,
ούτε ερωτήσεις για αναβολή ούτε και καθυστερημένες αποκαλύψεις υπήρχαν,
εκτός αν είχαν προλάβει να τις βιώσουν νωρίτερα
Η σοφία δεν μπορούσε να περιμένει τα γκρίζα μαλλιά.
Έπρεπε να βλέπει καθαρά προτού χυθεί άπλετο φως
και ν’ ακούει κάθε φωνή προτού αυτή ηχήσει.Το καλό και το κακό —
λίγα ήξεραν γι’ αυτά, κι όμως τα πάντα:
όταν το κακό θριαμβεύει, το καλό κρύβεται·
όταν το καλό φανερώνεται, το κακό καιροφυλακτεί.
Κανένα απ’ τα δύο δεν μπορεί να καταβληθεί,
ούτε να απομακρυνθεί σε απόσταση χωρίς επιστροφή.
Γι’ αυτό όπου χαρά, εκεί και πρόσμειξη με τον τρόμο,
όπου απόγνωση, εκεί ποτέ δίχως κρυφή ελπίδα.
Η ζωή, όσο πολύ και να διαρκεί, πάντα θα είναι σύντομη.
Πάρα πολύ σύντομη για να της προστεθεί οτιδήποτε άλλο.
“Κυριακή πρωί μ’ ένα ποίημα”: Δείτε όλα τα ποιήματα εδώ.
