Ζαχαρωμένος Κοσμοπολιτισμός
Αφοσίωση στην πατρίδα και κοινή υπερηφάνεια φέρνουν τους ανθρώπους κοντά, βοηθώντας τους να αντέξουν τις προκλήσεις, ενώ η αγάπη για την κοινή ελευθερία τους επιτρέπει να βλέπουν τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους ως μέρος του κοινού καλού και τους βοηθούν να αντισταθούν στην αδικία και την τυραννία.
Κι ανάμεσα στα διάφορα βίντεο που εμφανίζονται στο διαδίκτυο, ένα από μια συναυλία έκανε ιδιαίτερη εντύπωση εξαιτίας του κοινού της. Το οποίο τραγουδά με τόσο πάθος και ένταση κάθε λέξη του τραγουδιού που και ο ανίδεος θεατής συγκινείται. Η αναζήτηση πληροφοριών ταυτοποίησε τη χώρα, Λίβανο, και το τραγούδι, μεταφρασμένο από αραβικά στα αγγλικά, ήταν το «εμείς αρνούμαστε να πεθάνουμε», που αποτέλεσε εμβληματικό τραγούδι αντίστασης για το Νότιο Λίβανο στον πόλεμο με το Ισραήλ το 2006 και αναβιώνει σε περιόδους έντασης στη Μ. Ανατολή. Κάποιοι στίχοι του «αρνούμαστε να πεθάνουμε/πες τους ότι θα παραμείνουμε …/θα παραμείνουμε εδώ/ακόμα κι αν όλος ο κόσμος σβήσει» ανοίγουν τον ορίζοντα σ’ έναν κόσμο ανυποχώρητης θέλησης, αδάμαστης αντίστασης, ακατάβλητης απόφασης να υπερασπιστεί τη γη του. Κι αυτός ο κόσμος πέρα εκεί στη Μ. Ανατολή σμίγει με τον κόσμο εδώ σ’ εμάς που τραγουδά ο Μ. Θεοδωράκης με το ποίημα του Γ. Ρίτσου, «και τούτοι μες στα σίδερα κι εκείνοι μες στο χώμα/ …τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας/δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει».
Και είναι αυτά λόγια που κουβαλούν τον πόνο των ανθρώπων και την αδιάρρηκτη πίστη στον αγώνα που εξακολουθεί να ζει σε κάθε καρδιά. Αφοσίωση στην πατρίδα και κοινή υπερηφάνεια φέρνουν τους ανθρώπους κοντά, βοηθώντας τους να αντέξουν τις προκλήσεις, ενώ η αγάπη για την κοινή ελευθερία τους επιτρέπει να βλέπουν τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους ως μέρος του κοινού καλού και τους βοηθούν να αντισταθούν στην αδικία και την τυραννία. Η βαθιά ριζωμένη σύνδεση με τη γη, το χώμα της πατρίδας γίνεται ο πρωταρχικός μοχλός αντίστασης, μετατρέποντας τη γη σε κεντρικό στοιχείο της ταυτότητας και της μνήμης της κοινότητας, όπως βλέπουμε με την αντίσταση των Παλαιστινίων ή τη δική μας στα χρόνια της γερμανικής κατοχής. Κι αυτή η σύνδεση με την πατρίδα έχει ακόμα έναν απελευθερωτικό χαρακτήρα για πολλούς λαούς που υφίστανται ξένη καταπίεση και συνδέεται με την κοινωνική και ταξική πάλη. Είναι οι αγώνες εναντίον της αποικιοκρατίας που έφεραν στο προσκήνιο την εθνική απελευθέρωση, και στάθηκαν περήφανα στα πόδια τους εκατομμύρια άνθρωποι από την αφρικανική μέχρι την ασιατική ήπειρο.
Και αν ο καπιταλισμός μιλά τόσο πολύ για πολυπολιτισμικότητα και ενοποίηση συνόρων είναι γιατί περισσότερο τον ενδιαφέρει η απρόσκοπτη επέκταση του κεφαλαίου και η παγκόσμια εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης χωρίς αντιστάσεις. Προωθώντας μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, και εν μέσω κατευθυνόμενης αισιοδοξίας για την εντεινόμενη παγκοσμιοποίηση, έναν κοσμοπολιτισμό που επικαλείται το άνοιγμα σε έναν ευρύτερο κόσμο, την ηθική σημασία της υπέρβασης του τοπικού, την αποσύνδεση από συγκεκριμένο τόπο, κυρίως αποσκοπεί στην αποξένωση των εργαζομένων, στην αδυναμία τους να συνδεθούν μεταξύ τους, στην απόσπασή τους από κάθε συγκεκριμένο και υλικό, για να μην οργανώνονται και αγωνίζονται. Είναι που οι καπιταλιστές όταν δεν τους ευνοεί ο εθνικισμός να συσπειρώσουν τους εργάτες και τις τάξεις που εκμεταλλεύονται πίσω από τα συμφέροντα της αστικής τάξης προσπαθούν να εμπνεύσουν έναν κοσμοπολιτισμό, δηλ. μια βούληση που υποτίθεται δρα στην κλίμακα της ανθρωπότητας. Για να αγνοούνται οι υλικές ανισότητες που διαμορφώνουν τους τρόπους με τους οποίους διαφορετικοί άνθρωποι μπορούν να ανήκουν σε συγκεκριμένες ομάδες ή τάξεις.
Μεγάλο μέρος της ελκυστικότητάς του κοσμοπολιτισμού για την κυρίαρχη τάξη προέρχεται από την ιδέα ότι αυτός, σαν μια εκδοχή της ηθικής καλοσύνης, μπορεί να επιτευχθεί χωρίς αλλαγή στις βασικές πολιτικές ή οικονομικές δομές που θεωρούνται εξωτερικές ως προς το άτομο. Σαν να πρόκειται για μια πολιτισμική προτίμηση, προσωπική στάση ή ηθική επιλογή, σηματοδοτώντας μια άμεση σύνδεση μεταξύ του ατόμου και, έτσι αόριστα, του κόσμου στο σύνολό του, με μια αφηρημένη ισότητα μεταξύ των ανθρώπων.
Τα κυρίαρχα ρεύματα της κοσμοπολίτικης θεωρίας βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην εμπειρία τακτικών ταξιδιωτών που δουλεύουν σε διάφορα μέρη του κόσμου, δημιουργούν κοινότητες ομογενών, όπου επιχειρηματίες, ψηφιακοί νομάδες, ακαδημαϊκοί, εργαζόμενοι σε ανθρωπιστικές οργανώσεις διαφόρων εθνικοτήτων αναμειγνύονται. Η μετακίνηση πέρα από τα όρια της χώρας κάποιου είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν συγκεκριμένων δικτύων και δεσμών, υλικών πόρων και της υποστήριξης που παρέχεται στα άτομα από τα κράτη τους, ακόμα και για έκδοση διαβατηρίων. Οι κοσμοπολίτικες θεωρίες εστιάζουν σε σκέψεις μιας αφηρημένης ισότητας μεταξύ όλων των ανθρώπων, χρήσιμες για θεωρίες μιας αόριστης δικαιοσύνης και γενικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αποφεύγουν να συμπληρώνονται με τις υλικές συνθήκες και τους κοινωνικούς θεσμούς που καθιστούν δυνατή αυτή την κοσμοπολίτικη κατοίκηση του κόσμου και την κάνουν πολύ πιο πιθανή για ορισμένους από ό,τι για άλλους.
Οι άνθρωποι όμως συνδέονται όχι με την επίκληση μιας γενικής ανθρώπινης φύσης, αλλά σε συγκεκριμένες συνθήκες και με διαπροσωπικές σχέσεις και κοινωνικούς θεσμούς, όπως γλώσσα, κράτος, θρησκεία που έχουν δημιουργήσει. Αυτό που ονομάζεται ανθρώπινη φύση είναι ιστορικά και κοινωνικά διαμορφωμένη, είναι «το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων» και είναι μέσω της συνειδητής και παραγωγικής εργασίας που ο άνθρωπος μετασχηματίζοντας τη φύση ταυτόχρονα μεταβάλλει τη δική του αναπτύσσοντας τις ικανότητές του. Σε επίπεδο λοιπόν τόσο των ατόμων όσο και του πολιτισμού οι άνθρωποι μεταμορφώνονται από τις ιστορικές διαδικασίες αλληλεπίδρασης.
Ωστόσο, μετακινούμενοι μεταξύ διαφορετικών τόπων, οι κοσμοπολίτες αισθάνονται ότι επηρεάζονται και επηρεάζουν, θεωρούν ότι κατοικούν τον κόσμο ως σύνολο και ότι συνδέονται μ’ αυτόν. Κάθε χώρα όμως γι’ αυτούς τις περισσότερες φορές είναι μόνο το φόντο της ιστορίας τους, τους παρέχει το έδαφος της διαφορετικότητας που τους χαρακτηρίζει ως κοσμοπολίτες, χωρίς να τους αφορά πραγματικά.
Είναι και που ο κοσμοπολιτισμός στην πραγματικότητα εξαρτάται από τα προνόμια και έχει ταξικό πρόσημο. Συχνά αναφέρεται σε έναν ηθικό προσανατολισμό των ατόμων, δηλ. ότι πρέπει να σκέφτονται και να ενεργούν με έντονο ενδιαφέρον για όλη την ανθρωπότητα. Κι αυτό που μοιάζει με ελεύθερη ατομική επιλογή συχνά καθίσταται δυνατό από το κεφάλαιο, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό. Η ταξική συνείδηση των κοσμοπολιτών περιλαμβάνει εκτός από προνόμια και την ψευδαίσθηση ότι η εμπειρία της ποικιλομορφίας και της κινητικότητας αποκαλύπτει τον κόσμο στο σύνολό του. Νοιάζονται για τα μακρινά θύματα καταστροφών και αδικιών κι έτσι συμμετέχουν και νιώθουν εγγύτερα τους τον κόσμο. Κι όμως, τίποτα από αυτά δεν κάνει τον κόσμο ένα σύνολο ούτε τον αποκαλύπτει σε όλη του την ολότητα, αφού η αποσπασματική θεώρηση των γεγονότων, η εκ του ασφαλούς παρουσία σ’ αυτά και η αδυναμία αναγνώρισης δομών, ταξικών διαιρέσεων και συγκρούσεων, ιμπεριαλιστικών δράσεων ως αιτίων αφήνει χώρο μόνο για ηθικές ερμηνείες.
Σε αντιδιαστολή, ο διεθνισμός της εργατικής τάξης, των εκμεταλλευομένων και καταπιεσμένων δεν είναι συνώνυμος με την τάση για κυριαρχία και διεθνή εκμετάλλευση που οργανώνεται από τους καπιταλιστές, αλλά βασίζεται στην ιδέα της αδελφοποίησης μεταξύ των λαών, προωθεί τη συνεργασία μεταξύ των εργατικών τάξεων όλων των χωρών τονίζοντας την ιδέα ότι το προλεταριάτο στον αγώνα του για χειραφέτηση πρέπει να είναι η κινητήρια δύναμη για την χειραφέτηση όλων των κοινωνιών. Ο διεθνισμός αποδέχεται το «ανήκειν» σε μια ομάδα όπως έθνος-κράτος, λαός, εργατική τάξη κι επιβεβαιώνει τη σημασία των ταξικών αγώνων και τη διεθνή τους διάσταση. Ο διεθνισμός σφυρηλατεί συμμαχίες μεταξύ εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και εργατικών κινημάτων. Είναι οι προλετάριοι όλων των χωρών που ενώνονται με τους κοινούς αγώνες τους στις χώρες τους.
Ο κοσμοπολιτισμός, από την άλλη πλευρά, συνδέεται με τις έννοιες της ιδιαιτερότητας και της μοναδικότητας και διαμορφώνεται κυρίως με οικονομικούς, πολιτιστικούς και θεωρητικούς όρους, κατανοώντας την ανθρωπότητα ως ένα συνονθύλευμα μεμονωμένων ατόμων. Το στερεότυπο του μετανάστη, κατά προτίμηση λευκού, που έχει ασφάλεια ταξιδιού με βίζα στις περισσότερες χώρες, επιτρέποντάς του να συνδυάσει την ευκολία της εξ αποστάσεως εργασίας με έναν πλανόδιο τρόπο ζωής προβάλλεται ως πρότυπο μιας ζωής ελεύθερης από καταναγκασμούς που υπερβαίνει τα όρια οποιουδήποτε κράτους και τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού, αμφισβητώντας τις έννοιες του «ανήκειν» και της «ταυτότητας». Πόσο μεγάλη όμως είναι αυτή η αυταπάτη το αναδεικνύει η σύγκριση με τους μετανάστες τους αιτούντες άσυλο, οι αξιώσεις των οποίων για ασφάλεια δεν μπορούν να ξεφύγουν από τα όριά τους, τη φτώχεια και τις διώξεις. Ο αιτών άσυλο ακινητοποιείται από το κράτος στα σύνορα, στα κέντρα κράτησης και στις φυλακές. Για να σταλεί το μήνυμα σ’ αυτούς τους ανθρώπους της επιστροφής στη χώρα τους, ακόμα και αφού προσφερθούν σαν φθηνό εργατικό δυναμικό.
Γιατί αυτό που ενδιαφέρει την κυρίαρχη τάξη σ’ έναν κόσμο παγκόσμιου καπιταλισμού, όπου τίποτε δεν είναι σταθερό, για να μην αναπτύσσονται δεσμοί αλληλεγγύης και συναδελφικότητας κι επομένως διεκδικήσεις κι αγώνες μέσα από οργάνωση και ενότητα να μην είναι εφικτοί, για να διαλυθούν οι ταξικές συγκρούσεις, είναι η διαμόρφωση παγκόσμιων καταναλωτών και πειθήνιων εργαζομένων.
Οι πόλεμοι όμως στη γειτονιά μας, Ουκρανία και Μ. Ανατολή κάνουν επιτακτική την ανάγκη οργάνωσης μιας διεθνούς αλληλεγγύης ενάντια σ’ αυτήν την κατάσταση που επιβάλλεται από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και φυσικά δεν αντιμετωπίζεται με τις ζαχαρωμένες ηθικές προτροπές ενός κοσμοπολιτισμού που αναζητεί θεωρητικά την ανθρωπιά παντού όπου γης. Είναι η διεθνής αλληλεγγύη μεταξύ των λαών σε σχέση με ένα σχέδιο υπέρβασης του καπιταλιστικού συστήματος, είναι η αλληλεγγύη στους αγώνες και στην αναβίωση ενός διεθνισμού στην εποχή της παγκοσμιοποίησης που πρέπει να ξαναφέρει στο προσκήνιο την έννοια του λαού που ορίζεται από την ιστορία των αγώνων του, μέσα στο σύνθετο σύνολο που σχηματίζεται από τάξεις και έθνη.
