Ο Ιλιένκοφ, ο Χέγκελ και ποια φιλοσοφία χρειαζόμαστε πραγματικά σήμερα

Η πιο εύπεπτη φιλοσοφία είναι η φιλοσοφία που δεν ξεφεύγει από τα όρια των υλικών όρων ζωής του αναγνώστη της. Είναι η φιλοσοφία εκείνη που δεν τον κάνει να σκεφτεί έξω από τα πλαίσια και που η όποια κριτική, εγκλωβίζεται στα στενά περιθώρια που σου αφήνει ο καπιταλισμός να του ασκήσεις κριτική.

Έγραφε σε ένα άρθρο του ο Σοβιετικός φιλόσοφος Ιλιένκοφ, ότι οι νέοι χρειάζονται (σ.σ. είτε το καταλαβαίνουν είτε όχι) μια φιλοσοφία, μια θεωρία, που να τους εξοπλίζει με αισιοδοξία, γνώση και δύναμη για να αλλάξουν τον κόσμο. Και έγραφε μετά ο ίδιος ότι ανάμεσα στα φιλοσοφικά συστήματα που δε χρειάζονται γιατί έχουν αντιδραστικό περιεχόμενο, συγκαταλέγονται αυτά των Νίτσε και Σοπενχάουερ. Αλήθεια, αυτοί όπως και μερικοί άλλοι «διάσημοι» φιλόσοφοι δεν είναι προοδευτικοί; Δεν έχουν συνεισφέρει θετικά στην σκέψη της ανθρωπότητας;

Όχι, είναι η απάντηση. Βέβαια, η συμπυκνωμένη αυτή απάντηση χρήζει επεξήγησης, ανάλυσης, για να γίνει κατανοητή.

Όταν δίδασκε στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου ο Χέγκελ τη διαλεκτική του μέθοδο, στο δίπλα αμφιθέατρο την ίδια ώρα, δίδασκε και ο Σοπενχάουερ. Ο πρώτος συγκέντρωνε τόσους φοιτητές που δεν έφτανε ο χώρος της αίθουσας και ο δεύτερος τους μετρούσε με τα δάχτυλα των δύο χεριών. Ο λόγος για αυτό, ήταν ότι ο Χέγκελ δίδασκε Μεταφυσική και Λογική, μιλούσε και έγραφε για την Ιδέα και το Πνεύμα που κατανοεί και επιστρέφει στον εαυτό του, για την ιστορία της ανθρωπότητας που δεν είναι παρά η πορεία προς την κατάκτηση της Ελευθερίας, ενώ ο Σοπενχάουερ μιλούσε για μια ανύπαρκτη, δήθεν υπεριστορική και άχρονη δύναμη της Βούλησης που διατρέχει τα πάντα και που κάνει τους ανθρώπους να υποφέρουν βουλιάζοντας σε ένα ανερμάτιστο πέλαγος μιζέριας και ανταγωνισμού.

Σκεπτόμενος λοιπόν τις δύο φιλοσοφίες, αντιλαμβάνεται κανείς ότι μια σημαντική διαφορά τους έγκειται στο πώς προσεγγίζουν το ζήτημα της ανθρώπινης κοινωνίας και ιστορίας. Ο μεν θετικά και υπό το πρίσμα μιας διαλεκτικής προόδου, κι ο δε αρνητικά, υπό το πρίσμα μιας απαισιοδοξίας και της κατίσχυσης της ατομικότητας.

Αν πάρουμε μάλιστα και την περίπτωση του Νίτσε, θα δούμε ότι και αυτός ο Γερμανός φιλόσοφος εξέφρασε μια αντίληψη καθαρά ατομικιστική, στη βάση του υποκειμενισμού του, θέτοντας στο επίκεντρο το Εγώ και αποδίδοντάς του την ιδιότητα του δημιουργού της πραγματικότητας, προκρίνοντας την ιδέα του Υπεράνθρωπου, ο οποίος δήθεν συγκροτεί τον κόσμο του μέσα από την επιβολή του Εγώ του, σε αντίθεση προς τον μέσο, κανονικό «ανθρωπάκο» που απλώς υφίσταται μια ζωή που δεν εξουσιάζει.

Επανέρχομαι στον Ιλιένκοφ. Τι μπορεί σήμερα να εμπνεύσει έναν νέο άνθρωπο; Μια, δυο, μερικές απαισιόδοξες και αντιδραστικές αντιλήψεις που απλώς αναπαράγουν τους υλικούς όρους μιας ζωής που ήδη ζει, καθαγιάζοντας την ατομικότητα; Ή μια φιλοσοφία που θα του φωτίσει την διέξοδο από τον λαβύρινθο της σύγχρονης ζωής; Που θα τον ωθήσει να γίνει κυρίαρχος του εαυτού του και συλλογικά να χτίσει μια κοινωνία που είναι ουσιαστικά, πραγματικά, αληθινά ανθρώπινη;

Ο Χέγκελ, αναδύθηκε και ανδρώθηκε σε ένα περιβάλλον το οποίο καθορίστηκε φιλοσοφικά από τον Διαφωτισμό και πολιτικά από τη Γαλλική Επανάσταση. Συνολικά, ο γερμανικός ιδεαλισμός ήταν ένα ρεύμα που αποτελούσε τη γερμανική εκδοχή του Διαφωτισμού. Ο Χέγκελ, αντλώντας ο,τι πιο θετικό υπήρχε στα συστήματα των Καντ, Φίχτε και Σελινγκ, χωρίς φυσικά να κάνει συρραφή στο πλαίσιο ενός εκλεκτικισμού, σηματοδότησε για την παγκόσμια σκέψη μια ολότελα νέα, ανώτερη βαθμίδα.

Ο λογικός του πυρήνας, δηλαδή η διαλεκτική, κουβαλώντας μια μακρά παράδοση που χάνεται μέσα στους αιώνες, γίνεται ύστερα καύσιμο για την απόλυτη φιλοσοφία της Πράξης, τον μαρξισμό. Εκεί αποβάλλει κάθε μυστικοποίηση, κάθε ιδεαλιστικό περίβλημα και απελευθερώνεται, απελευθερώνοντας την ίδια τη διαδικασία της γνώσης από τα δεσμά και τους περιορισμούς της.

Μέχρι και τις αρχές του ’90, στο φόντο μιας γενικότερης πολιτικής ζύμωσης των νέων ανθρώπων, υπήρξε και μια λίγο πολύ ενασχόληση με τη θεωρία. Η φυσιογνωμία των πολιτικών υποκειμένων, ατομικών και συλλογικών ήταν πολύ διαφορετική σε σύγκριση με το σήμερα κι αυτό εν μέρει -ίσως εν πολλοίς- είχε να κάνει με την ενασχόλησή τους με τη θεωρία. Ανεξάρτητα από το ποια θεωρία είναι αυτή.

Σήμερα, η θεωρία λείπει. Λείπει και ως μορφή ενασχόλησης των πολιτικών υποκειμένων και ως πεδίο σοβαρής αντιπαράθεσης. Σε έναν κόσμο που βυθίζεται ολοένα περισσότερο στη σήψη και την παρακμή του καπιταλισμού, το να ασχολείσαι με την φιλοσοφία κατανοείται εσφαλμένα ως ελιτίστικη πολυτέλεια.

Να σημειωθεί εδώ πως το σύστημα το ίδιο, που κατά τα άλλα προωθεί την μαζική αποπολιτικοποίηση ως παθητική πολιτική στάση, ταυτόχρονα προωθεί και την ανώδυνη για το ίδιο φιλοσοφία, σερβίροντάς την στους wannabe διανοούμενους σαν τάχα φιλοσοφία που απελευθερώνει το πνεύμα.

Έτσι πχ, στα πανεπιστήμια είναι εξαιρετικά δημοφιλής η φιλοσοφία του Χάιντεγκερ ή της Άρεντ, του Ντεριντά και του Φουκώ, του Νίτσε ή της σχολής της Φρανκφούρτης (για όσους φλερτάρουν με τον δυτικό, απονευρωμένο μαρξισμό).

Από την άλλη, ο μαρξισμός όταν διδάσκεται, διδάσκεται τσεκουρεμένος, έχοντας πρώτα το καθηγητικό κατεστημένο αποσπάσει τεχνηέντως το επιστημονικό από το επαναστατικό σκέλος του, πράγμα κανονικά αδύνατο, μιας και η επαναστατική αναγκαιότητα κατανοείται και αποδεικνύεται επιστημονικά μονάχα ως αντικειμενικός ιστορικός νόμος.

Άρα, η φιλοσοφία που ο καπιταλισμός προωθεί ιδιαίτερα στα νέα παιδιά είναι η φιλοσοφία η βολική για το ίδιο, αυτή που δεν βάζει στο επίκεντρο το σύστημα αλλά διάφορες πλευρές του εποικοδομήματος, χωρίς καν να τοποθετεί την κριτική της στην σωστή βάση, δηλαδή στο έδαφος συγκεκριμένων σχέσεων παραγωγής.

Αυτή η φιλοσοφία που παίρνει διάφορες ειδικές μορφές, μπορεί να είναι μεταμοντέρνα, φιλελεύθερη, συντηρητική, νεοφασιστική, αναρχική ακόμα, μα ποτέ μαρξιστική, έστω κι αν μερικές φορές φοράει το προσωπείο του μαρξισμού (πχ τροτσκισμός).

Ύστερα βέβαια, γιατί το πρόβλημα δεν παραμένει εκεί, υπάρχει και το θέμα του τι διαβάζουν οι περισσότεροι από αυτούς που κάποτε αποφασίζουν να πάρουν στα χέρια τους ένα έργο φιλοσοφίας.

Εμπιστευόμενοι πιθανότατα τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους και τα πιο mainstream ονόματα, θα καταλήξουν να διαβάζουν Νίτσε ή κάποιον άλλον υπαρξιστή, πχ Καμύ ή Σαρτρ, κάποιον που να «σπάει» τη βαριά και κάπως μουντρούχα φιλοσοφία, με λίγη τέχνη ή ψυχανάλυση.

Και σε αυτή την περίπτωση, ο μαρξισμός βγαίνει ο «ρηγμένος» και είναι φυσιολογικό.

Η πιο εύπεπτη φιλοσοφία είναι η φιλοσοφία που δεν ξεφεύγει από τα όρια των υλικών όρων ζωής του αναγνώστη της. Είναι η φιλοσοφία εκείνη που δεν τον κάνει να σκεφτεί έξω από τα πλαίσια και που η όποια κριτική, εγκλωβίζεται στα στενά περιθώρια που σου αφήνει ο καπιταλισμός να του ασκήσεις κριτική.

Λ. Σ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: