Στον παράδεισό μου ξένος

“Τον παράδεισό μου βρήκα στου ντελάλη τις φωνές,
στο σφυρί τον είχαν βγάλλει κερδοσκόποι και ληστές…”

Με ριχτό μπουφάν στον ώμο
ένα βράδυ βροχερό
έψαχνα να βρω τον δρόμο
στον παράδεισο να βγώ.
Σε μιάν έρημη αλάνα
– μια εικόνα ζοφερή –
μια ξυπόλητη τσιγγάνα
μού ‘δωσε την διαδρομή.

Με σπασμένο το κατάρτι
και σκισμένο το πανί
ακολούθησα τον χάρτη
κι έφτασα σ’ ένα νησί
με παράδεισο να μοιάζει
– μια εικόνα θεική.

Βγήκα αργά στην ακτή μαγεμένος για λίγο
μια φωνή δυνατή μου φωνάζει να φύγω
Τι γυρεύεις, μου λέει. σ’ ένα όνειρο ξένο,
τον παράδεισο έχουν κάπου αλλού πουλημένο.

Σαν δαρμένο σκυλί που σαστίζει, τα χάνω,
στο παλιό μου κλουβί επιστρέφω και ψάχνω.
Δεν μπορεί, κάπου αλλού ο παράδεισος θα ‘ναι,
όνειρα του κιλού κάνω και με μεθάνε.

Στους ασβεστωμένους τοίχους
Στiς βιτρίνες της Ερμού,
σ’ αρωματισμένους στίχους
ενός νέου στιχουργού,
τον παραδεισό μου ψάχνω
μα τον πούλησαν αλλού.

Στους λουλουδιασμένους κήπους,
στην ανάσα της φωτιάς,
στου συνοστισμού τους ρύπους
στη βουή της αγοράς,
τον παραδεισό μου ψάχνω
στους καημούς της προσφυγιάς.

Τον παράδεισό μου βρήκα στου ντελάλη τις φωνές,
στο σφυρί τον είχαν βγάλλει κερδοσκόποι και ληστές.

Στις ξεθωριασμένες νότες,
στα τραγούδια της οργής,
σε παληές ξύλινες πόρτες
σ’ όνειρα της παρακμής,
τον παράδεισό μου ψάχνω,
τον πουλήσαν μετρητοίς.

Στις πολύχρωμες τις φάτσες,
στα παρκάκια της Συγγρού,
σ’ απολιθωμένες ράτσες
και στο κλάμα του παιδιού.
Τον παράδεισό μου ψάχνω
μα τον πούλησαν αλλού.

Στα γλωσσάρια και σε γρίφους
στο μυαλό κάποιων τρελών,
στους πανάρχαιους τους μύθους
και στα λόγια των σοφών.
Τον παράδεισό μου ψάχνω,
τον ξεπούλησαν κι αυτόν.


Τον παράδεισό μου βρήκα στου ντελάλη τις φωνές,
στο σφυρί τον είχαν βγάλλει κερδοσκόποι και ληστές.

Γιώργος Σπυρόπουλος
Ηράκλειο Κρήτης

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: