Συνέντευξη Κοινοί Θνητοί: “Μας αρέσει να κάνουμε κάτι που δε σου λέει ψέματα, δεν είναι κατεψυγμένο”

Στο κρασί μπορείς να βάλεις νερό, ίσα-ίσα δε βαράει κιόλας, καλύτερα για την υγεία σου. Στη μουσική αν το κάνεις αυτό, ξεφτιλίζεσαι. Είναι σα να μην παραδέχεσαι αυτό που είσαι, να προδίδεις τον εαυτό σου δηλαδή. Και για ποιο λόγο να το κάνεις;

Εν αρχή ην ο λόγος η παρέα. Ή μάλλον η μουσική. Κι ένα δωματιάκι στο Αλιβέρι, από το οποίο ξεκινούν όλα όσα φτάνουν στα δικά μας αυτιά.

Οι συνεργάτες της Κατιούσα υπέβαλαν σε στενό μαρκάρισμα τους “Κοινούς Θνητούς” (για την ακρίβεια, τα δύο από τα πέντε μέλη τους, που ήρθαν στην πρωτεύουσα) και έμαθε την ιστορία τους. Ότι ξεκίνησαν πρώτα ως φίλοι και στην πορεία προέκυψε η μουσική. Συνεχίζουν να εξελίσσονται και δε γράφουν με τον ίδιο τρόπο, όπως δύο και τρία χρόνια πριν, ούτε καν όπως έγραφαν μέχρι χτες. Αρνούνται την ταμπέλα του “χιπ-χοπ”, γιατί αυτό που κάνουν είναι κάτι διαφορετικό, και μάλλον για αυτό αρέσει και σε πολύ κόσμο που δεν έχει καμία εξοικείωση με το είδος. Το βασικό όμως είναι να κάνουν κάτι αυθεντικό, που να μη λέει ψέματα, να μην είναι κατεψυγμένο, να μην κοροϊδεύει το κοινό τους. Γιατί αν βάλεις νερό στο κρασί σου, στη ζωή μπορεί να είναι και σωτήριο, αλλά στη μουσική, θα γίνεις ρεζίλι.

Δεν κάνουν τέχνη, για να βγάλουν λεφτά ή να γίνουν διάσημοι, αλλά για να εκφράσουν τους εαυτούς τους και να πάρουν θέση για όσα γίνονται στον κόσμο, για την αδικία και την εκμετάλλευση, χωρίς να τρέφουν την ψευδαίσθηση ότι φτάνει η μουσική από μόνη της πχ για να σκοτώσει το φασισμό. Εξάλλου, όπως μας είπαν, αν η ζωή ήταν ωραία, οι Κοινοί Θνητοί μπορεί να μην είχαν λόγο ύπαρξης ως μπάντα. Δυστυχώς (ή και ευτυχώς από μια άλλη άποψη) έχουν και φροντίζουν να κινούνται μακριά από τα στερεότυπα του είδους και τις Συμπληγάδες μεταξύ “γκλαμουριάς ως λάιφ-στάιλ” και ενός αδιέξοδου, τεχνητού “αντεργκράουντ”.

Τα παιδιά από τους Κοινούς Θνητούς (τον Αντώνη και το Βασίλη) νιώθαμε να τα ξέρουμε ήδη από τα τραγούδια τους. Η συνέντευξη μαζί τους κύλησε σα μια ευχάριστη, φιλική συζήτηση, με παλιούς γνωστούς. Αλλά ήταν μεστή, με ουσία και ενδιαφέρουσες κοινωνικές-πολιτικές προεκτάσεις. Ελπίζουμε να την ευχαριστηθείτε, όσο κι εμείς.

Γνωρίστε μας λίγο τους εαυτούς σας, πείτε μας λίγα λόγια για εσάς, πώς ξεκινήσατε και πώς επιλέξατε αυτό το είδος μουσικής.

Βασίλης: Μεγαλώσαμε στον ίδιο τόπο, έχουμε πάει στα ίδια σχολεία, σχεδόν όλοι στην μπάντα, και παίζουμε μουσική από 13 χρονών μαζί με τα παιδιά. Παίζαμε μουσική, άλλο είδος βέβαια, ελληνικό ροκ, ξένο, και είχαμε ένα συγκρότημα στην κωμόπολή μας που παίζαμε στα μαγαζιά, κάναμε συναυλίες, ήταν ωραία. Έτσι ξεκινήσαμε, μουσικά έτσι ξεκίνησε, αλλά παρέα κάνουμε από μικρά παιδιά, από δέκα χρονών.

Πείτε μας για όλα τα μέλη της μπάντας.

Βασίλης: Γράφω στίχους, τραγουδάω, παίζω κιθάρα.

Αντώνης: Γράφω τη μουσική, φτιάχνω τα όργανα και τον ήχο. Είναι επίσης ο Μήτσος, που γράφει στίχους και ραπάρει. Και ο Τάσος, που κάνει σκρατς και ραπάρει, παίζει και αυτός όργανα στις ηχογραφήσεις, οι περισσότερες είναι με μουσικά όργανα. Κάνουμε λίγο από όλα, ό,τι μπορεί ο καθένας κάνει. Και η Παναγιώτα που ραπάρει και φτιάχνει τις ζωγραφιές για τα κομμάτια. Όλοι κάτι κάνουμε.

Βασίλης: Οι lead singers, είμαι εγώ και ο Μήτσος. Οι στίχοι που τραγουδάει ο Μήτσος είναι δικοί του. Οι στίχοι που τραγουδάω εγώ είναι δικοί μου. Ο καθένας γράφει τους στίχους του.

-Δε σας γράφει κανείς άλλος στίχους;

Βασίλης: Όχι, όχι, εμείς. Μουσική, φωνή, τα πάντα. Και μουσική παραγωγή, τα πάντα. Βασικά, ό,τι ακούς είναι αποτέλεσμα από ένα μικρό δωματιάκι στο Αλιβέρι.

-Θνητοί ναι, κοινοί όχι. Τα συγκροτήματα συνήθως δεν προτιμάν ελληνικό όνομα, από άποψη απεύθυνσης. Αλλά για εσάς πώς προέκυψε;

Βασίλης: Στα ελληνικά γράφουμε, είμαστε επηρεασμένοι και από την ελληνική μουσική, στα ελληνικά τραγουδάμε, με εξαίρεση την Παναγιώτα. Το όνομα ήρθε εξαιτίας ενός κομματιού που λέγεται “Κοινοί θνητοί”, από εκεί το εμπνευστήκαμε, επειδή μας πρεσβεύουν όλα αυτά που έλεγε το κομμάτι. Έμεινε έτσι κι ως ένδειξη ταπεινοφροσύνης για το χιπ-χοπ ή τη μουσική γενικότερα, για να δείξουμε ότι μέσα από τους απλούς ανθρώπους, τους κοινούς θνητούς, μπορεί να αλλάξει κάτι, να μην περιμένει ο κόσμος από θεούς και δαίμονες.

-Γιατί καταλήξατε στο χιπ-χοπ ως μορφή;

Βασίλης: Ακριβώς χιπ-χοπ δεν το λες, γιατί εγώ τραγουδάω στα κομμάτια. Επίσης δεν το λες και μουσικά ακριβώς χιπ-χοπ, γιατί οι μελωδίες και η μουσική χτίζονται με έναν άλλο τρόπο, όπως θα γινόταν σε ένα ροκ κομμάτι ή σε ένα έντεχνο κομμάτι. Έχει στοιχεία κι από την ελληνική παραδοσιακή μουσική, ακούς και λαούτο, θα ακούσεις και μπαγλαμά, θα ακούσεις και μπουζούκι, ό,τι θέλεις έχει. Βασικά είναι ένα fusion μουσικό, απλά επειδή έχει το ραπ, λένε ότι είναι χιπ-χοπ, ενώ δεν έχει καμία σχέση.

-Στο ραπάρισμα όμως καταλήξατε από άποψη ή έτυχε;

Αντώνης: Πιστεύω είναι πιο άμεσο, για αυτό.

Βασίλης: Είναι πολύ εύκολο να πεις αυτά που θες, σε σχέση με τα άλλα μουσικά είδη το χιπ-χοπ έχει ένα πλεονέκτημα, ότι μπορείς να πεις πολλά πράγματα σε μικρό χρονικό διάστημα και να καταλάβει ο άλλος τι θέλεις να πεις, με απλά λόγια. Στην ουσία είναι λαϊκό και το χιπ-χοπ.

-Καταλήξατε στο χιπ-χοπ λόγω της ταξικότητας του είδους της μουσικής του;

Αντώνης: Δεν ξεκινήσαμε και είπαμε θα κάνουμε χιπ-χοπ. Ξεκίνησα εγώ να γράφω μουσικές, τις έστειλα στο Βασίλη, ίσως να βόλευε έτσι, με αυτόν τον τρόπο, και έδεσε ωραία.

Βασίλης: Απλά εγώ έγραφα στίχους και με διευκόλυνε εκείνη την ώρα να γράφω στίχους που να ραπάρονται.

-Λύνεται έτσι και μια δική μας απορία. Στο χιπ-χοπ δε χρειάζεται να έχεις καλή φωνή, αλλά εσείς έχετε πολύ καλές φωνές. Είστε αυτοδίδακτοι;

Βασίλης: Ναι, όλοι αυτοδίδακτοι. Το χιπ-χοπ σαν είδος δεν τραγουδιέται ακριβώς, για αυτό το λένε ραπ. Πιάνει κανείς ρυθμό για να πει αυτό που θέλει. Ας πούμε ο Μήτσος είναι αυτός που ραπάρει στην μπάντα και χρησιμοποιεί τη φωνή του με χιπ-χοπ τεχνική. Εγώ επειδή είμαι συνηθισμένος από το ροκ και από την έντεχνη ελληνική μουσική, τραγουδάω, γιατί αυτό ξέρω να κάνω. Επομένως καλή μπορεί να είναι και η φωνή που ραπάρει. Απλά εσύ τη λες καλή, γιατί είναι μελωδική και τραγουδάει, είναι τραγουδιστό χιπ-χοπ.

Αντώνης: Έχει και ρεφραίν. Ενώ τα περισσότερα χιπ-χοπ κομμάτια δεν έχουν.

-Έχετε συναντήσει τείχος καχυποψίας γύρω από τη μορφή που επιλέγετε; Να έρθει κάποιος να σας πει, εσείς ραπάρετε, εγώ δεν μπορώ να τα ακούσω αυτά.

Αντώνης: Οι περισσότεροι ξέρεις τι μας λένε; Εγώ δεν ακούω χιπ-χοπ, αλλά εσάς σας ακούω. Και του λέμε: μας ακούς, γιατί δεν είμαστε χιπ-χοπ.

-Ούτε έχετε βρει κάποιο ηλικιακό τείχος, πχ ότι στους νέους είναι πιο προσιτό ενώ οι μεγάλοι ξινίζουν;

Βασίλης: ε ανάλογα, από μια ηλικία και μετά… Αν βάλω ένα τραγούδι στη γιαγιά μου, θα μου πει, μπράβο παιδί μου, πολύ ωραίο. Αλλά άτομα που είναι μιας μεγαλύτερης ηλικίας, μπορεί να μην καταλάβουν τι λες, γιατί είναι πολύ γρήγορο για αυτούς το ραπάρισμα.

-Ο στίχος σας δεν είναι εύπεπτος. Πιστεύετε ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να παίρνει θέση και τι απεύθυνση έχει αυτό στο κοινό;

Αντώνης: Ο καλλιτέχνης πρέπει να δίνει στον κόσμο να καταλάβει πράγματα τα οποία τον πάνε μπροστά. Αυτό τις περισσότερες φορές δεν το παίρνει ο κόσμος. Είτε γιατί αδιαφορεί και του αρέσει να ακούει πιο εύπεπτα πράγματα ή το μηδενίζει, γιατί σου λέει εσείς γράφετε για αυτό το λόγο. Εμείς όσο περνάει ο καιρός, δίνουμε πολλή έμφαση, πρώτα κοιτάμε αυτό και μετά όλα τα άλλα. Το τι θα πούμε και πώς θα μεταφερθεί.

Βασίλης: Δεν υπάρχει είδος μουσικής που να μην εκπροσωπεί κάτι και να μην κάνει πολιτική προπαγάνδα, κανένα. Ακόμα και το σκυλάδικο προάγει τον πολιτισμό του “σκυλάδικου”. Σε “μορφώνει” με αυτό που έχει να σου δώσει. Όλοι κάνουν ένα μικρό αγώνα, είτε καλό, είτε κακό. Αλλά δεν υπάρχει κάτι που να μην εκπροσωπεί τίποτα. Όλα εκπροσωπούν ένα μέρος της κοινωνίας.

-Σήμερα υπάρχει πολιτικό τραγούδι, πάει από το κακό στο χειρότερο, υπάρχει αλλά δεν το μαθαίνουμε γιατί δεν προωθείται;

Αντώνης: Γενικά δεν υπάρχει, όχι πολύ. Υπάρχουν λίγοι, που δεν προωθούνται και μένουν στην αφάνεια.

-Η γνώμη σας για το χιπ-χοπ το 2018 στη χώρα;

Βασίλης: Τα λόγια είναι περιττά.

Αντώνης: Από τη μια προβάλλονται τα λεφτά, τα ναρκωτικά, η μαγκιά, η αλητεία κι από την άλλη το ψευτοεπαναστατικό, αντεργκράουντ και αυτόνομο. Που δεν είναι καθόλου αντεργκράουντ.

Βασίλης: Βασικά, είναι πολύ κόντρα με το ίδιο το είδος και τον τρόπο που δημιουργήθηκε σαν είδος το να προβάλλεις μέσω του χιπ-χοπ τις καδένες και το χρυσάφι και τις βαλίτσες με τα λεφτά. Αυτό είναι αντι-χιπ-χοπ, όχι χιπ-χοπ. Το βλέπεις, το λέει μόνο του το βίντεο-κλιπ, είναι ό,τι χειρότερο έχουμε δει. Πώς εκφράζεται ένα νέο παιδί σήμερα με όλα τα προβλήματα που έχει, με όλα αυτά που γίνονται στον πλανήτη, και αυτό που του δίνουν να “σκεφτεί” είναι αυτό: τι ωραία είναι η βαλίτσα που έχω και κοίτα πώς αστράφτει η καδένα μου η χρυσή.

-Από τη μια είναι η βαλίτσα με τα λεφτά και από την άλλη το άντεργκραουντ με τους αλήτες, τα ναρκωτικά στο δρόμο, αλλά ποιο δρόμο τελικά.

Βασίλης: Κοίτα, θα σου πούνε σίγουρα κάποια πράγματα, κι είναι πιο ευαίσθητοι από τους άλλους, θα σου πούνε σάπιο το ένα, σάπιο το άλλο, σκατά εδώ, σκατά εκεί, αλλά στο τέλος αφήνουν μια απαισιοδοξία, μια γενική ματαιοδοξία και δεν υπάρχει καμία λύση, να πάμε να αυτοκτονήσουμε όλοι.

-Δεν είναι πιο επικίνδυνο αυτό;

-Είναι και τα δύο εξίσου επικίνδυνα, για τα παιδιά κυρίως, εκεί γίνεται η ζημιά.

-Το τραγούδι πώς το χτίζετε; Ξεκινάτε με το ρυθμό και χτίζετε πάνω σε αυτόν ή από το στίχο;

Βασίλης: Εξαρτάται. Έχει τύχει να έχω έτοιμο στίχο και να ταιριάξει σε μια μουσική, αλλά αυτό συμβαίνει ελάχιστες φορές. Πρώτα ξεκινά η μουσική πάντα και μετά ο στίχος.

Αντώνης: Το αντίστροφο είναι πολύ δύσκολο.

Βασίλης: Γιατί ο στίχος έχει ένα ρυθμό κι οι συλλαβές είναι μετρημένες.

Έχετε στο μυαλό σας κάτι,ένα θέμα πχ και μετα κολλάνε οι στίχοι;

Βασίλης: Κατά καιρούς στις συζητήσεις που κάνουμε, λέμε ότι πρέπει να γράψουμε κάτι και για αυτό. Το ερέθισμα έρχεται από κάτι που θα συμβεί στον κόσμο. Πολλές φορές γίνεται και το εξής ωραίο. Θα γράψει ο Αντώνης μια μουσική και ταιριάζει σε μένα σε συγκεκριμένους στίχους που έχω στο μυαλό μου. Για άλλη μουσική μου ταιριάζει άλλος στίχος. Σου βγάζει μια ψυχολογία, σου δημιουργεί ένα διαφορετικό συναίσθημα.

-Ποια ήταν η ανάγκη, γιατί από αυτήν βγαίνουν πράγματα, να γίνει αυτή η μπάντα; Πώς η ανάγκη έγινε ιστορία (και δεν έγινε σιωπή μετά).

Βασίλης: Δύσκολη ερώτηση.

-Ρωτάμε, γιατί αυτό που με άγγιξε στο στίχο και τη μουσική ήταν ακριβώς αυτό, ο σίχος ήταν μεν ταξικός, με νόημα, αλλά είχε συμβολισμό, δεν ήταν κάτι στο πιάτο, είχε ένα συμβολισμό.

Αντώνης: Αυτό είναι κι επιλογή. Το έχουμε συμφωνήσει κιόλας ότι δε θέλουμε να έχουμε τέτοιο στίχο. Αλλά δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι συγκεκριμένο ως ανάγκη που το δημιούργησε.

Βασίλης: Ανάγκη έκφρασης έχουμε όλοι.

Αντώνης: Όταν κάθισα να γράφω μουσική, είχα την ανάγκη να το κάνω. Αυτό που έχει καταλήξει όμως να είναι τώρα το συγκρότημα, δεν το είχαμε αποφασίσει από πριν, είναι εξέλιξη. Δε μαζευτήκαμε τέσσερα άτομα και είπαμε ότι θέλουμε να φτιάξουμε ένα συγκρότημα που να είναι έτσι κι έτσι, αυτό ήρθε από μόνο του, μες στο χρόνο, με τα συμπεράσματα που βγήκαν. Δε γράφουμε στίχους και μουσική, όπως το κάναμε δυο χρόνια πριν, ούτε καν όπως γράφαμε μέχρι χτες.

-Και για ποιο λόγο πρέπει να υπάρχουν οι Κοινοί Θνητοί; Θέλετε να πονέσετε κάποιους;

Βασίλης: Μέρος της κοινωνίας είμαστε, μες στην κοινωνία ζούμε, αυτά που γίνονται στην κοινωνία δε γίνεται να μη σε αγγίζουν, εκτός κι αν είσαι αναίσθητος, δε γίνεται να μην τα δεις και να μην αγωνιστείς, να μιλήσεις για αυτά. Ο λόγος που θέλω εγώ να υπάρχουν οι “Κοινοί Θνητοί” είναι γιατί μου αρέσει πολύ η μουσική, μου αρέσει να γράφουμε και να παίζουμε μουσική, αλλά μου αρέσει επίσης να ξέρω πως κάνουμε κάτι που δε σου λέει ψέματα, δε σε κοροϊδεύει, δεν είναι κατεψυγμένο, που κι η ίδια η διαδικασία του έχει πολύ ενδιαφέρον. Ενώ το λάιφ-στάιλ που προβάλλει το άλλο, σε κοροϊδεύει μες στα μούτρα σου.

-Τι καλλιτεχνικές επιρροές έχετε;

Βασίλης: Πάρα πολλές. Και χιπ-χοπ. Εγώ έχω επηρεαστεί αρκετά από το λόου-μπαπ, από τους Active Member, από ξένη μουσική πολύ από 60’s και 70’s, από Pink Floyd από Doors, το Ρόρι Γκάλαχερ πάρα πολύ, από την ελληνική μουσική από συγκροτήματα που παίζαμε όταν ήμασταν μικρότεροι, τις “Τρύπες”, “Μωρά στη Φωτιά”, τον Παύλο Σιδηρόπουλο, κ.ά.

Αντώνης: Παλιά είχαμε ψύχωση με τα ”Μωρά στη Φωτιά”, παίζαμε όλη τη δισκογραφία τους. Με ελληνικό και ξένο ροκ μεγαλώσαμε. Και λίγο πιο παραδοσιακή μουσική, ρεμπέτικα κτλ, εγώ δηλαδή έπαιζα πολλά χρόνια ρεμπέτικα, στην Πάτρα που σπούδαζα, τώρα τελευταία έχω σταματήσει. Γενικά λίγο από όλα, αυτό είναι το ωραίο, δεν έχουμε φτιάξει τίποτα καινούριο εμείς, δεν είμαστε εφευρέτες μουσικού είδους, παίρνουμε στοιχεία από κάθε είδος.

-Αλλάξατε τη μουσική ή σας άλλαξε αυτή;

Βασίλης: Ισχύουν και τα δύο.

-Τεχνικά είναι πιο εύκολο για μια ερασιτεχνική παρέα να δημιουργήσει κάτι ή θα την φάνε τα κυκλώματα και η αφάνεια;

Αντώνης: Λόγω της τεχνολογίας είναι πολύ εύκολο μια παρέα με λίγα χρήματα να πάρει ένα βασικό εξοπλισμό και να κάνει παπάδες. Το θέμα είναι ότι αυτό δεν προωθείται. Αφότου βγει ένα κομμάτι, για να μας ακούσει κάποιος πέρα από την παρέα μας, παίζουν ρόλο οι συγκυρίες. Αν δεν είχαμε βγάλει το κομμάτι “του Κόσμου οι λαοί” και δεν το είχαν παίξει κάποια ραδιόφωνα, ίσως κι εσείς εδώ να μη μας ξέρατε. Κάποιοι θα πιαστούν από κάπου για να τραβηχτούν προς τα πάνω και θα χάσουν το νόημα ή οι συγκυρίες θα το φέρουν. Ενώ δε θα έπρεπε να είναι έτσι. Θα έπρεπε το καλό τραγούδι, με την ωραία μουσική και τους ωραίους στίχους να υπάρχει κάποια δομή που να το προβάλλει στην κοινωνία.

-Η στράτευση ενός καλλιτέχνη περιορίζει το κοινό του; Θα σας άκουγε ποτέ ένας δεξιός και κατά πόσο σας αφορά αυτό;

Αντώνης: Όντως μας ακούνε δεξιοί, μπορεί και ακροδεξιοί. Υπάρχει κι ένα σχόλιο στο Youtube, στο “του Κόσμου οι Λαοί” που το σβήσαμε, αλλά άκου τι έλεγε: “τι ωραίο κομμάτι, ωραίοι οι στίχοι… το δικτάτορα το Φιντέλ τι τον θέλατε στην αρχή;” Κατάλαβες; Αυτός δεν κατάλαβε τι άκουσε. Τι μπορεί να βρήκε σε αυτό το κομμάτι και να του άρεσε;

Βασίλης: Δε βρίσκεις λογική. Να καταλαβαίνει τι λέμε και να είναι ακροδεξιός, είναι λίγο μυστήριο. Αλλά γίνεται, ίσως γιατί τους αρέσει η μουσική, το τραγούδι… και εκλαμβάνει αλλιώς κάποια πράγματα, δεν μπορώ να μπω στο μυαλό του.

-Δε σας αφορά λοιπόν να ανοίξετε το κοινό και να βάλετε λίγο νερό στο κρασί σας;

Αντώνης: Μα δε θέλουμε να γίνουμε μουσικοί, για να βγάλουμε λεφτά. Εμείς κάνουμε αυτό που μας αρέσει. Καθόμαστε σπίτι, πίνουμε καφέ, συζητάμε, γράφουμε ένα τραγούδι, το ανεβάζουμε στο YouTube, αυτό κάνουμε.

Βασίλης: Στο κρασί μπορείς να βάλεις νερό, ίσα-ίσα δε βαράει κιόλας, καλύτερα για την υγεία σου. Στη μουσική αν το κάνεις αυτό, νομίζω ξεφτιλίζεσαι. Είναι σα να μην παραδέχεσαι αυτό που είσαι, να προδίδεις τον εαυτό σου δηλαδή. Και για ποιο λόγο να το κάνεις;

-Για τα λεφτά και τη φήμη θα έλεγε κάποιος.

Βασίλης: Μα τότε δε θα σε ακούνε. Μα αυτά που λέμε, είναι δυνατόν να το κάνουμε αυτό; Θα σου πούνε, μουρλοί είναι αυτοί; Λένε το ένα και κάνουν το άλλο;

Αντώνης: Άμα αλλάξουμε, εσείς δε θα μας ξανακούσετε.

-Θα λένε, ξεπουλήθηκαν μετά τον πρώτο τους δίσκο.

Αντώνης: Ναι, το κλασικό. Εν τω μεταξύ αυτό το ξεπούλημα δεν παίζει. Μόνο για την αφρόκρεμα των καλλιτεχνών.

-Ούτως ή άλλως βιοπορίζεστε από αλλού.

Αντώνης: Ναι, ναι.

-Και πώς βγαίνει ο συνδυασμός; Βιοπάλη και τέχνη;

Βασίλης: όποτε προλαβαίνεις..

Αντώνης: αυτό δε μας πιέζει. Μας πάει λίγο πίσω, αλλά το κάνουμε όποτε μπορούμε. Τα ωράρια μπορεί να μη συμπίπτουν καμιά φορά, ο Βασίλης είχε πάει Αυστραλία για εννιά μήνες, αλλά δε μας πειράζει. Βρίσκεται χρόνος.

-Το λέμε πιο πολύ γιατί υπάρχει μια λογική ότι αν κάποιος σκοτώνεται στη δουλειά, δεν τον αφορά τόσο το κομμάτι της δημιουργίας μετά.

Βασίλης: Όχι, το αντίθετο. Όσο χειρότερες είναι οι καταστάσεις στη δουλειά, τόσο πιο εύκολο είναι να γράψεις κομμάτι, τόσο πιο πολλά νεύρα θα έχω, για να γράψω ένα στίχο.

Αντώνης: Ναι, γιατί δε λέμε: τι ωραία που είναι η ζωή, τι ωραία περνάω.

Βασίλης: Αν ήταν ωραία η ζωή, δε θα υπήρχε και το συγκρότημα.

Αντώνης: Κι εμείς έχουμε περάσει στο αντίθετο τώρα. Έχουμε κομμάτια, και τα δημοσιεύουμε σιγά-σιγά, για να μην τα κάψουμε.

-Ο Παύλος Φύσσας με τις κόκκινες ρίμες του τις πλήρωσε με τη ζωή του. Πιστεύετε ότι η μουσική είναι απάντηση στο φασισμό και τι οφείλουμε να κάνουμε για μην πάει χαμένη η ”θυσία” του Παύλου;

Βασίλης: Από μόνη της η μουσική, ένα τραγούδι, ένα συγκρότημα, δεν μπορεί να κάνει κάτι.

Αντώνης: Ούτε να σκοτώσει κάποιο φασίστα, ούτε το φασισμό.

Βασίλης: Όπως έχει ειπωθεί πολύ σωστά, οι ποιητές οργανώνουν το κοινωνικό συναίσθημα. Με το συναίσθημα πλησιάζεις εκεί. Η τέχνη βοηθάει αλλά δε δίνει τη σπρωξιά, ο αγώνας είναι έξω. Στη μουσική μπορείς ίσως και ρομαντικά μερικές φορές να περιγράψεις το πρόβλημα και γιατί να το πολεμήσεις, αλλά θα το πολεμήσεις έξω, όχι στη μουσική.

-Είχατε ποτέ ιδιαίτερο θετικό ή αρνητικό σχόλιο που έχετε ξεχωρίσει;

Αντώνης: Θετικά σχόλια μπορεί να έρχεται κάποιος και να μας λέει διάφορα.

Βασίλης: Εμείς ψιλογελάμε τώρα με αυτά.

Αντώνης: Σε προσωπικό επίπεδο, γνωριζόμαστε με πολλούς από αυτούς που μας ακούνε, κάπου έχουμε βρεθεί, συζητάμε. Αλλά στο διαδίκτυο, επειδή υπάρχει αυτή η ανωνυμία, υπάρχουν τρελά σχόλια, που κάποια από αυτά τα σβήνουμε, γιατί δεν υπάρχει λόγος να φαίνονται καν.

Βασίλης: Αλλά στη συντριπτική πλειοψηφία είναι καλά.

Αντώνης: Ένας έλεγε πχ ότι θα σας στείλουμε στη Μακρόνησο.

Βασίλης: Ή άλλος το αγαπάει το κομμάτι, τι ωραία που τα λέτε, αλλά γιατί να πάρετε τόσο πολύ ακραία θέση.

Αντώνης: Ή ότι οι ιδεολογίες είναι κακές.

-”Και θα χαρίσω το τραγούδι όπου γουστάρω”. Σε ποιους αφιερώνετε το τραγούδι σας λοιπόν;

Βασίλης: Αναφέρει το κομμάτι μέσα όλους αυτούς που γουστάρω. Στον ποιητή που ήταν πάντοτε ένα στιχάκι, λέω ένα “γεια” στον Παπάζογλου πχ, κι όποιος το κατάλαβε, το κατάλαβε. Είναι όλα αυτά που μου έχουν κάνει εντύπωση και μου αρέσουν. Το καλό το αφήνω για το τέλος, για την τελευταία πρόταση. Μερικές φορές όταν γράφω ένα κομμάτι, δε σκέφτομαι τι θέλω να γράψω, βγαίνει από μόνο του. Ούτε μπορώ να σκεφτώ τι θα απαντήσω, αν με ρωτήσουν γιατί το έγραψες. Βγαίνει από μόνο του, σα να μην ξέρω τι κάνω. Παιδιά δεν έχω ιδέα… Ακούω τη μουσική και σκέφτομαι να γράψω κάτι για αυτό. Κι άμα γράψω σαχλαμάρες, ο Αντώνης θα με χτυπήσει…

-Πχ με την “Κραυγή” το μυαλό μας πήγε στην Παλαιστίνη.

Βασίλης: Εμένα στη Συρία.

Αντώνης: Το ίδιο πράγμα είναι…

-Το κομμάτι “Δεν είμαστε λίγοι” είναι μια συνεργασία με τους Urban Pulse. Ξεκινήσατε δηλαδή συνεργασίες και με άλλες μπάντες, αυτό δίνει άλλη ώθηση και στους δυο σας.

Βασίλης: Είχαμε παίξει με τα παιδιά στη Θεσσαλονίκη.
Αντώνης: Είναι φίλοι μας, τα βρίσκουμε πολύ καλλιτεχνικά. Έγραψα τη μουσική κι άφησε ο καθένας το κουπλέ του.

-Με ποιους άλλους καλλιτέχνες θα συνεργαζόσασταν;

Αντώνης: Με όσους γνωριζόμαστε, έχουμε προσωπική επαφή, έχουμε συνεργαστεί ή το έχουμε στα σκαριά. Δεν έχουμε επαφή με κάποιον πολύ γνωστό, ούτε έχουμε τη ματαιοδοξία να μπει κάπου το όνομά μας, γιατί οι περισσότερες συνεργασίες έχουν τέτοια κίνητρα, να μπει το μικρό όνομα δίπλα στο μεγάλο.

-Θα μπορούσε να γράφεις κάτι και να είχες κάποιο συγκεκριμένο στο μυαλό σου να το λέει.

Αντώνης: Ένα κομμάτι μας πχ το έχουμε στείλει στον Πέτρο που είναι μαθητής στη Β’ Λυκείου. Το στήνουμε το κομμάτι είναι στα σκαριά…

-Πώς ήταν η εμπειρία από τη συμμετοχή σας στα μαθητικά Φεστιβάλ της ΚΝΕ;

Αντώνης: Ήρθαμε σε δύο εδώ στην Αθήνα, ήταν πολύ ωραία, νέος κόσμος, με ιδεολογία, με λόγο, όχι απλά για τη μουσική.

Βασίλης: Όσο πιο νέο είναι το κοινό, τόσο πιο συγκινητικό είναι για εμάς.

-Γιατί δεχτήκατε να δώσετε συνέντευξη στην Κατιούσα;

Αντώνης: γιατί δίνει βολή στους βολεμένους…

Οι φωτογραφίες είναι της Filio Magenta.

Ευχαριστούμε πολύ το καφέ “My Hood” στην Πανόρμου, για τη φιλοξενία.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: