Κώστας Βίρβος: Για τις κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις του λαϊκού τραγουδιού

Το λαϊκό τραγούδι είναι τραγούδι που γίνεται από το λαό για να τραγουδηθεί από το λαό. Ο στίχος του διαφέρει από εποχή σε εποχή. Κι αυτός δέχεται διάφορες επιδράσεις που σημαδεύουν τον τόπο μας. Κύρια επιδράσεις πολιτικές και κοινωνικές.

Το λαϊκό τραγούδι θα ήταν πολύ φτωχό χωρίς τον Κώστα Βίρβο. Χαρακτηρίστηκε  δικαιότατα ποιητής του λαϊκού μας τραγουδιού. Υπήρξε ανανεωτής και αναμορφωτής του. Εμπλούτισε τη θεματολογία και το περιεχόμενό του με τις μεγάλες στιγμές του τόπου, Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιο, την πολιτική προσφυγιά, τη μετανάστευση της μεταπολεμικής Ελλάδας, τους καημούς, τα βάσανα αλλά και τις ελπίδες, τους πόθους και τα όνειρα του λαού. Έγραψε εκατοντάδες τραγούδια που θα βγαίνουν με πολλές αφορμές στα χείλη, και θα τραγουδιούνται όσο θα υπάρχει λαός.

Κώστας Βίρβος: Για τις κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις του λαϊκού τραγουδιού

Ο Κώστας Βίρβος

Σήμερα συμπληρώνονται δυο χρόνια από τη μέρα που έφυγε από τη ζωή. Ο Κώστας Βίρβος γεννήθηκε στα Τρίκαλα, στις 29 του Μάρτη 1926 και «έφυγε» στις 6 του Αυγούστου 2015. Με αφορμή την επέτειο παρουσιάζουμε ένα κείμενο από την Αυτοβιογραφία του, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της ΚΝΕ «Οδηγητής» τον Γενάρη του 1986. Ο μεγάλος μας στιχουργός γράφει για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του λαϊκού τραγουδιού.

***

Το λαϊκό τραγούδι είναι αυτό που λέει η ίδια η λέξη. Είναι τραγούδι που γίνεται από το λαό για να τραγουδηθεί από το λαό. Από τότε που υπάρχει ελληνικό έθνος υπάρχει και λαϊκό τραγούδι όσο όμως περνούν τα χρόνια αλλάζει μορφή. Άλλο ήταν το 1900, άλλο μετά τη μικρασιατική καταστροφή, άλλο το 1930, άλλο με την εμφάνιση του Τσιτσάνη και αργότερα του Καλδάρα, άλλο στην περίοδο 1950-60 και άλλο σήμερα. Ο στίχος του επίσης διαφέρει από εποχή σε εποχή. Κι αυτός δέχεται διάφορες επιδράσεις που σημαδεύουν τον τόπο μας. Κύρια επιδράσεις πολιτικές και κοινωνικές.

Μέχρι το 1945 δεν υπήρχαν καν επαγγελματίες στιχουργοί. Οι ίδιοι οι συνθέτες έγραφαν τους στίχους των τραγουδιών με δική τους έμπνευση, ή παίρνοντας φράσεις, ακόμα και ολόκληρα στιχάκια από το δημοτικό τραγούδι, ακόμη και από τα ημερολόγια. Ο Βαμβακάρης π.χ. έχει χρησιμοποιήσει σε πολλά τραγούδια του στίχους ημερολογίων.

Κώστας Βίρβος: Για τις κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις του λαϊκού τραγουδιού

Απόστολος Καλδάρας

Το κυρίως σώμα του λαϊκού τραγουδιού αποτελείται από ερωτικά τραγούδια. Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει και σε μια μεγάλη παρεξήγηση, επειδή τα ερωτικά τραγούδια ήταν πολλά και σημαντικά δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι το λαϊκό τραγούδι ήταν μόνο ερωτικό, της φυλακής και του τεκέ. Αυτή την εντύπωση την καλλιέργησαν όσοι είχαν συμφέρον να περιορίσουν τη σημασία του και τη μεγάλη θεματολογική του δύναμη. Επειδή λοιπόν η ερωτική πλευρά του λαϊκού τραγουδιού είναι γνωστή και πολυσυζητημένη, ρίχνω το βάρος του σημειώματός μου στις κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις του.

Μέχρι το 1945 τα τραγούδια με κοινωνικό περιεχόμενο ήταν μετρημένα στα δάχτυλα χωρίς όμως να έχουν γραφεί συνειδητά.

Παράδειγμα:

«… Όσοι έχουνε πολλά λεφτά δεν ξέρω τι τα κάνουν
άραγες σαν πεθάνουνε μαζί τους θα τα πάρουν;…»

(Μάρκος Βαμβακάρης 1935)

ή

«Μαράθηκε η καρδούλα μου από την αδικία
παλιοζωή παλιόκοσμε και παλιοκοινωνία»

(Απόστολος Χατζηχρήστος 1939)

Το λαϊκό τραγούδι πέρα από τον τεράστιο ψυχαγωγικό ρόλο, που έπαιξε και που παίζει στο πλατύ λαϊκό κοινό, άρχισε σιγά-σιγά να κοινωνικοποιείται και να πολιτικοποιείται. Αυτό άρχισε ενσυνείδητα στην εποχή 1941-1944 με τα αντάρτικα τραγούδια.

Χαράλαμπος Βασιλειάδης (Τσάντας)

Μέχρι τώρα δεν ξέρω γιατί τα τραγούδια αυτά τα εντάσσουν μόνο σε άλλες κατηγορίες π.χ. επαναστατικά ή εμβατήρια. Πουθενά μέχρι σήμερα δεν αναφέρεται ότι είναι και λαϊκά τραγούδια, ενώ είναι πέρα για πέρα. Δεν είναι τυχαίο ότι το «Βροντάει ο Όλυμπος αστράφτει η Γκιώνα» το έγραψε ο Άκης Σμυρναίος (καπετάν Κεραυνός), φτασμένος λαϊκός μουσικοσυνθέτης που πέθανε πρόπερσι. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι το «Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα» τόγραψε επί τούτου η ποιήτρια Σοφία Μαυροειδή – Παπαδάκη (παραγγελία που λέμε) χωρίς να έχει παρθεί από κάποια ποιητική συλλογή. Όλα σχεδόν τα αντάρτικα τραγούδια επώνυμα ή από άγνωστους δημιουργούς γράφτηκαν από το λαό για το λαό. Εδώ πρέπει να τονίσω και να ξεδιαλύνω μια παρεξήγηση που κάνουν ορισμένοι, ότι λαϊκό τραγούδι είναι αυτό που παίζεται με μπουζούκια. Αυτό είναι μεγάλο λάθος. Συνήθως το λαϊκό τραγούδι παίζεται με μπουζούκι μα όχι πάντοτε, όπως ένα ελαφρό τραγούδι δεν είναι λαϊκό επειδή του βάλαν και ένα μπουζουκάκι.

Στο ’41-’44 γράφτηκαν και άλλα λαϊκά αντιστασιακά τραγούδια που αυτά παίζονταν και στα κέντρα όπως π.χ. ο «Σαλταδόρος» του Γενίτσαρη και άλλα. Ο Τσιτσάνης επίσης είχε γράψει δύο αντάρτικα τραγούδια που τα έπαιζε κρυφά στο κέντρο του στη Θεσσαλονίκη και τα οποία δεν βρέθηκαν ακόμη ολόκληρα.

Κώστας Βίρβος: Για τις κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις του λαϊκού τραγουδιού

Κώστας Βίρβος – Βασίλης Τσιτσάνης

Το λαϊκό μας τραγούδι από τις αρχές του 1945 μέχρι αρχές 1946 περνάει μια ύφεση. Στις αρχές του ’46 που άνοιξε το εργοστάσιο της Κολούμπια, αφού έγινε μια επιλογή των ψυχαγωγικών τραγουδιών που γράφτηκαν στην Κατοχή, άρχισε η γραμμοφώνησή τους σε δίσκους που διαρκεί μέχρι σήμερα. Τώρα έχουμε πολλά εργοστάσια παραγωγής δίσκων, όχι πολυεθνικά. Συγχρόνως με το άνοιγμα του εργοστάσιου άρχισε να δουλεύει και η λογοκρισία. Με τη διαφορά ότι τώρα έκοβε αφενός τα τραγούδια του τεκέ και της φυλακής όπως στη δικτατορία του Μεταξά, πλην όμως είχε και αυστηρές εντολές μήπως περάσει και κάποιο στιχάκι προοδευτικό. Την εποχή εκείνη γράφτηκαν ίσως τα ωραιότερα τραγούδια, προπαντός ρεμπέτικα.

Κώστας Βίρβος: Για τις κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις του λαϊκού τραγουδιού

Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου

Οι δυο βασικοί του κλάδοι είναι το ρεμπέτικο και το βυζαντινό. Το πρώτο είναι τραγούδι των συνωστιζόμενων στα λιμάνια και των παράνομων που συγκεντρώνονταν στα αστικά κέντρα του Πειραιά, της Σύρας, της Θεσσαλονίκης, των Τρικάλων. Μέσα σ’ αυτό εντάσσεται και το μάγκικο ή μόρτικο το οποίο χρησιμοποιεί στο στίχο λέξεις «αργκό». Την «αργκό» έγινε απόπειρα να την κάνουν ολοκληρωμένη διάλεκτο όπως τα «Καρλιαντά» αλλά χωρίς επιτυχία. Από τη μισοτελειωμένη αυτή διάλεκτο ορισμένες λέξεις χρησιμοποιούνται ακόμα π.χ. σταλός (χρήμα), χασπί (πάψε), γκανίκι (γκόμενα), σλαμ (φύγε ή φεύγουμε), μπανίζω (βλέπω). Τις δυο τελευταίες λέξεις τις συνάντησα και σε ένα τετράστίχο του χρονογράφου Αποστόλη Σπήλιου που το είχε γράψει στο Αντάρτικο για την Καρδίτσα.

Πρέπει να ήταν κάπως έτσι:

«Πόλη του “σλαμ” σε χαιρετίζω
δεν σ’ έσωσε ο βάλτος κι η Ριζάβα
Κι απ’ τα ψιλόκορφα βουνά εσέ “μπανίζω”
των Γ’ρουνοφάγων σκλάβα».

Ψάχνω να βρω από πού έμαθε τις λέξεις αυτές και τις έχει στο τετράστιχό του. Το «μπανίζω» ήταν λίγο πολύ γνωστό, όσο για το «σλαμ» πιστεύω ότι είναι λέξη κάποιας συντεχνίας που αργότερα ελληνοποιήθηκε. Πάντως αποδείχνεται ότι όποιοι έμαθαν αυτές τις λέξεις στο Σπήλιο ήταν παιδιά του λαού κι αν ήταν μπουζουξήδες ακόμα καλύτερα.

Κώστας Βίρβος: Για τις κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις του λαϊκού τραγουδιού

Μπάμπης Μπακάλης

Η δεύτερη μεγάλη κατηγορία του λαϊκού μας τραγουδιού είχε το βυζαντινό που έχει τις ρίζες του σε αρχαιοελληνικά μέλη (φρύγιος, λύδιος…). Εδώ εντάσσεται και το μεγαλύτερο μέρος του Μικρασιατικού Λαϊκού τραγουδιού με το τσιφτετέλι και τον καρσιλαμά (αντικρυστός), ρυθμοί αναμφίβολα ελληνικότατοι. Το βυζαντινό τραγούδι μακρόσυρτο και έχει στίχους πονεμένους, είναι γραμμένο κατά κανόνα σε «δρόμους» σαφώς δε επηρεασμένο και από το δημοτικό μας τραγούδι. Αυτό μεγαλούργησε στη δεκαετία 1949-60 οπότε και γίνεται πιο πολιτικό και κοινωνικό συνειδητά. Τραγούδια γραμμένα μέσα στον εμφύλιο παίρνοντας σαφή προοδευτική θέση όπως το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» και το σ’ ένα «Βράχο φαγωμένο» του Καλδάρα, το «Κάποια μάνα αναστενάζει», το «Κάνε λιγάκι υπομονή» ή το «Μπρος στο ρημαγμένο σπίτι» του Τσιτσάνη, το «Για στάσου χάρε να σου μιλήσω» και το «Χτυπούν καμπάνες θλιβερά» των Μπακάλη – Βίρβου έχουν γραφεί τα περισσότερα σε «δρόμους» όπως και αρκετά άλλα.

Κώστας Βίρβος: Για τις κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις του λαϊκού τραγουδιού

Χρήστος Κολοκοτρώνης

Τότε οι στιχουργοί έχουν γίνει πια επαγγελματίες με πρώτο σε εμφάνιση κατά τη γνώμη μου, το Λελάκη από τη Δραπετσώνα. Μετά εμφανίστηκε ο Μπάμπης Βασιλειάδης (Τσάντας), η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, εγώ και ύστερα ο Κολοκοτρώνης. Ο Λελάκης και ο Βασιλειάδης δεν έγραψαν τραγούδι με πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Η Ευτυχία επίσης κάτι λίγα πολύ αργότερα, όπως τα «Συρματοπλέγματα βαριά» σε μουσική Μπ. Μπακάλη και το «Φάτε πλούσιοι παράδες» σε μουσική Θ. Δερβενιώτη. Το βάρος πέφτει σε μένα αρχικά και μετά όταν γράφαμε για την εξαθλίωση του λαού εξαιτίας του εμφύλιου και στο στιχουργό X. Κολοκοτρώνη. Στιχουργοί υπήρχαν και μερικοί άλλοι τότε, που εμφανίστηκαν από το 1955 και μετά όπως ο Δαλέζιος και ο Ζήτης. Τους άλλους δεν τους θυμάμαι. Πολλοί στιχουργοί του λεγάμενου ελαφρού τραγουδιού γράφουν και λαϊκούς στίχους προπαντός ο Κώστας Μάνεσης.

Στη δεκαετία του 1950, εκτός από τα τραγούδια που αναφέρονται έμμεσα στον εμφύλιο, άρχισαν μετά να γράφονται σε απελπισμένο ύφος στίχοι που διεκτραγωδούσαν και τραγουδούσαν την εξαθλίωση του ελληνικού λαού συνειδητά και ξεκάθαρα.

Προσωπικά εγώ στην εποχή εκείνη έγραψα πλείστα όσα τέτοια τραγούδια.

Αναφέρω μερικά:

«Περιπλανώμενη ζωή
Περιπλανώμενο κορμί
απ’ τις βαθιές του τις πληγές το αίμα αργοσταλάζει
και τώρα που ζητώ στοργή κανείς δεν με κοιτάζει»
(Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης)

«Ο θάνατος είναι γλυκός για τους βασανισμένους
ετούτος ο παλιοντουνιάς είναι για ορισμένους»
(Μουσική: Απόστολος Καλδάρας)

«Δεκαπέντε χρόνια τώρα
δεν ανάσανα μια ώρα
από το σαράντα ένα ως ετούτη τη στιγμή
μ’ έχουν βρει χιλιάδες μπάρες μ’ έχουν πνίξει οι καημοί»
(Μουσική: Μπάμπης Μπακάλης)

«Του φτωχού τον πόνο
ο φτωχός τον νιώθει μόνο»
(Καλδάρας)

Και αμέτρητα άλλα τέτοια τραγούδια.

Στα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1950, αρχίζει η τρομερή αιμορραγία της μετανάστευσης, κάτι που δεν μπορούμε να μην το επισημάνουμε και να μην το τραγουδήσουμε. Τότε έγραψα πολύ μεγάλα τραγούδια, γιατί είχα την τύχη να έχουν τα περισσότερα για ερμηνευτή τον Στέλιο Καζαντζίδη, τον Μπιθικώτση και ακόμα την Γκρέυ, τον Γαβαλά, την Πόλυ Πάνου και άλλους. Η δεκαετία του 1950 εκτός από την ουσιώδη θεματολογία της φημίζεται και για τους θαυμάσιους τραγουδιστές και τραγουδίστριες που είχε. Μαζί με τους παραπάνω κρατούσαν ακόμα ο Τσαουσάκης, η Μπέλλου (που κρατάει ακόμα), η Νίνου, η Χρυσάφη, η Μαίρη Λίντα, ο Τζουανάκος και τόσοι άλλοι.

Κώστας Βίρβος: Για τις κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις του λαϊκού τραγουδιού

Και ερχόμαστε στο σήμερα που δυστυχώς στο λαϊκό τραγούδι επικρατεί ένα χάος, για το οποίο σε καμιά περίπτωση δε φταίνε οι καλοί στιχουργοί, συνθέτες και ερμηνευτές. Το πιο μεγάλο φταίξιμο έχουν οι πολυεθνικές εταιρίες, οι οποίες για να πουλήσουν, ρίχνουν στην αγορά οτιδήποτε που αυτές το θεωρούν εμπορικό. Και έχουμε το φαινόμενο τραγούδια αξιόλογα (γιατί υπάρχουν) να πνίγονται. Και να ακούγονται άλλα τραγούδια καταστροφικά.

Ευθύνη έχουν και τα μαζικά μέσα ενημέρωσης γιατί δεν τοποθετήθηκαν κατάλληλοι άνθρωποι στις κατάλληλες θέσεις. Παράδειγμα στα διοικητικά συμβούλια των ΕΡΤ δεν υπάρχουν εκπρόσωποι των στιχουργών και συνθετών και άλλα πολλά. Για να μη μακρηγορώ υπάρχουν σήμερα αξιόλογοι στιχουργοί, συνθέτες και τραγουδιστές και πρέπει να παλέψουμε μέσα από τους συνδικαλιστικούς μας φορείς ακόμα και ο καθένας μόνος του, να μπουν τα πράγματα σε τάξη και να ξανακουστεί το καλό λαϊκό τραγούδι.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: