Έφυγε από τη ζωή ο Χρήστος Κυριαζής σε ηλικία 68 ετών…

Οι δισκογραφικές απέρριπταν τα τραγούδια του για πολλά χρόνια, αλλά αυτός κατάφερε να κερδίσει το κοινό με την δουλειά του και να μιλήσει στην καρδιά του κόσμου, χωρίς να τον προωθεί κανένας.

Ο Χρήστος Κυριαζής έφυγε από τη ζωή, μετά από άνιση μάχη με τον καρκίνο, σε ηλικία 68 ετών. Βύθισε στο πένθος τον καλλιτεχνικό κόσμο και άφησε πίσω τα ΜΜΕ να μην ξέρουν ποιο κλισέ να διαλέξουν για να τον περιγράψουν: λαϊκός τραγουδιστής με στοιχεία ροκ; Ή μήπως παλιός ροκάς που έπιασε τον παλμό του λαϊκού τραγουδιού;

Ο Χρήστος Κυριαζής ήταν μια ιδιαίτερη περίπτωση που δε χωρούσε στα στεγανά του καλλιτεχνικού χώρου. Ένας σταρ που δεν έχει καν δικό του λήμμα στη Βικιπαίδεια. Ξέρουμε ότι γεννήθηκε στον Πειραιά, “ξημερώματα τ’ Απρίλη” του ’53, τον ανακάλυψε ο Βλάσης Μπονάτσος, ότι το πραξικόπημα τον έκανε να στραφεί στην επιπλοποιία κι ότι έφυγε για σπουδές στην Ιταλία. Ήταν κατά βάση αυτοδίδακτος, έδωσε πολλά τραγούδια του σε πολλούς σπουδαίους ερμηνευτές και έκανε τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου να ερωτευτεί το “βράδυ Σαββάτου” και να το ζητήσει από τον ίδιο.

Έγραψε μικρούς ύμνους που μιλούσαν στις καρδιές πολλών. Τραγούδια-σταθμούς για τους ερωτευμένους και τους καψούρηδες, για αυτούς που αναζητούν το άλλο τους μισό, αλλά δεν μπορούν να ξεπεράσουν ποτέ τη μάνα τους. Και ήταν τόσα και τόσο καλά, που ο ίδιος επέλεγε ανέκαθεν να λέει μόνο τα δικά του. Μετά τα πρώτα δειλά βήματα με διάφορα συγκροτήματα (τις “Πρόκες”, “Mirabilis Zalapa”, “What a pity”), ξεκίνησε τη δεκαετία του ’80 την προσωπική του δισκογραφία και έκανε το “μπαμ” με τον δίσκο “Μου θυμίζεις τη μάνα μου” και την ομώνυμη επιτυχία.

Οι ελαφριές εκπομπές της πρωινής ζώνης θυμήθηκαν τη σχέση που είχε με τη Βάνα Μπάρμπα, για την οποία λέγεται πως έγραψε ένα από τα πιο δημοφιλή τραγούδια του -που ξεκινά μάλιστα με ήχους από το Ederlezi του Μπρέγκοβιτς: Έχω κλάψει, για πολλές γυναίκες έχω κλάψει, μα για σένα πιο πολύ…

Στην πραγματικότητα, όμως, ο Κυριαζής κρατούσε συνειδητά τη ζωή του μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, ενώ τα τελευταία πολλά χρόνια είχε αποσυρθεί γενικά από το προσκήνιο. Έτσι οι δικές του σπάνιες συνεντεύξεις είναι η καλύτερη πηγή για την πορεία του και το πώς δυσκολεύτηκε να πείσει τις μεγάλες δισκογραφικές εταιρίες, που απέρριψαν πολλές φορές τη δουλειά του και τα κομμάτια που τους έστελνε. Αλλά αυτός επέμεινε…

 

Πάντα δίπλα μου ήταν η κιθάρα. Και έγραφα. Και από τότε πάντα λέω μόνο τα δικά μου. Είχα δώσει και στη  Minos πολλά τραγούδια μου. Στους Χαράλαμπο Γαργανουράκη, Κούτρα, Θέμη Ανδρεάδη, σε πολλούς. Λίγο μετά στον Μαργαρίτη. Να σου πω για τον Βλάση Μπονάτσο πως μας ανακάλυψε πολύ νωρίτερα: στο κλαμπ Hobby, Πλατεία Αμερικής, υπόγειο, βαράγαμε σαν τρελοί, είχε έρθει και με παρατηρούσε πώς έλεγα τους στίχους. Μου λέει μετά: Έρχεσαι μαζί μου; Έχω ένα συγκρότημα, τους Πελόμα Μποκιού.

Έπαιζα μόνο δικά μου. Μας παίρνουν support οι Πελόμα στο Τσιν Τσιν, Ακαδημίας και Ζωοδόχου Πηγής. Το είχε ένας εφοπλιστής, ο Αθανασίου, τρομερός. Γίνεται χαμός. Έρχονται συγκροτήματα, τους έκανε εντύπωση ο στίχος. Ένα πρωί, είδα τα τανκς. Στο Τσιν Τσιν ήμαστε κατά το ήμισυ Πρόκες, λεγόμασταν Mirabilis Jalapa, ένα φυτό λατινικό. Γίνεται το πραξικόπημα. Καίγονται όλα. Ξεκινώ την ιστορία με τα έπιπλα και πάει καλά. Από τον πρώτο δίσκο που έκανα στη Λύρα ακούει ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου το Βράδυ Σαββάτου και μου λέει το θέλω. Με πήρε πρώτα ο Αχιλλέας Θεοφίλου και μετά ο Βασίλης. Άρχισε να ακούγεται το όνομά μου. Μου λέει ο Αντώνης ο Τουρκογιώργης να κάνουμε και άλλο δίσκο. Κάναμε ενορχήστρωση από τηλεφώνου, άκου τα μπετά (μπάσο ντραμς), του έλεγα εγώ πιο αργά ή πιο γρήγορα και τα έφτιαχνε.

Ύστερα από κάποιους δίσκους, λοιπόν, του στέλνω τα κομμάτια από το Μου θυμίζεις τη μάνα μου. Μου λέει, ρε συ, εδώ κάτι γίνεται. Λες άλλα πράγματα, Χρήστο. Έλα να τα πεις. Τα λέω, αρχίζει ο Αντώνης να τα πηγαίνει σε εταιρείες.

 

Αλλά απαντούν όλοι όχι. Δεν καταλαβαίνουν, μου λέει. Μήπως με αγαπάς απλά πολύ; τον ρωτάω. Έρχεται μια μέρα να πάρει έπιπλα ο Γιώργος Πολυχρονίου με τη Μάγκυ. Μου λέει: Έχεις τίποτε, δώσε.

Τους αρέσουν και τα πηγαίνουν στη Sony, στη μόνη όπου δεν είχε πάει ο Αντώνης. Δεν ενδιαφέρθηκαν. Περνάνε δύο μέρες, χτυπάει το τηλέφωνο, ήταν ο παραγωγός Γιαρμενίτης: Δεν μου αρέσει, αλλά το άκουσε η γυναίκα μου και την ακούω σε πολλά. Θα τυπώσουμε 2.000. Και 500, του λέω. Αρχίσανε από την εταιρεία να μου κάνουνε δώρα. Δεν είχα πάρει χαμπάρι, με τα μαγαζιά και το τρέξιμο, ήμουν σε ξύλα μέσα, πέρασε κάνα πεντάμηνο να γίνει επιτυχία

Ήταν επιλογή μου να αποσυρθώ και να συνεχίζω να γράφω στο στούντιο παρ’ όλες τις προτάσεις που είχα για εμφανίσεις, γιατί δεν το ένιωθα! Όσο αφορά τα τραγούδια χαίρομαι ιδιαίτερα που ακούγονται ακόμα και σήμερα. Ποτέ δεν είχα πρόβλημα με κανέναν. Αντιθέτως, θέλω να ευχαριστήσω τους ραδιοφωνικούς σταθμούς που παίζουν τα τραγούδια μου!”.

Μπορεί τα τραγούδια του να θεωρούνται “ελαφριά”, αλλά έχουν μια σπάνια ευαισθησία, που μίλησε στην καρδιά του κοινού, χωρίς μάνατζερ και δισκογραφικές να τον προωθούν για να τον επιβάλουν. Το κατάφερε μόνος του με τα τραγούδια του, και αυτά αφήνει πίσω του για να τον θυμόμαστε νοσταλγικά.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: