Το άγνωστο λογοκριμένο τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη για τον Στάλιν: «Και συ βρε Στάλιν αρχηγέ του κόσμου το καμάρι…»

Υπογραμμίζεται από τον Μάρκο η αποδοχή, η λαϊκή αποδοχή που απολάμβανε ο κομμουνιστής ηγέτης, από τους λαούς της ΕΣΣΔ αλλά και πολλά εκατομμύρια ανθρώπων σε πολλές γωνιές του πλανήτη. Ο Μάρκος, αν και αντίθετος πολιτικά, αναγνώριζε την ανωτερότητα των κομμουνιστών και αυτού, του νέου, που έφεραν οι ιδέες τους.

Μετά την εγκαθίδρυσή της, η φασιστική δικτατορία της 4ης Αυγούστου, καταργεί το ένα μετά το άλλο δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες και γεμίζει τις φυλακές και τα ξερονήσια με κομμουνιστές και άλλους δημοκράτες αγωνιστές, που χαρακτηρίζονται «επικίνδυνοι» από το καθεστώς. Φιμώνεται ο Τύπος, εκτός από τα έντυπα που δέχονται δουλικά να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον φασίστα Μεταξά, και εφαρμόζεται άγρια λογοκρισία στο θέατρο, τον κινηματογράφο, το βιβλίο, σε κάθε πνευματική και καλλιτεχνική έκφραση και εκδήλωση, άρα και στο τραγούδι.

Στο «υπουργείο Τύπου», επιτροπές που απαρτίζονται από δημοσιογράφους, λογοτέχνες, καλλιτέχνες και άλλους «πρόθυμους» υποταχτικούς, κόβουν και ράβουν το παραγόμενο πολιτιστικό προϊόν, έτσι που… να μην αντιβαίνει εις τας εθνικόφρονας αντιλήψεις. Απέναντι στο καθεστώς αυτό της λογοκρισίας πολλοί δημιουργοί για να συνεχίσουν να εκφράζονται αναγκάζονται να αυτολογοκριθούν.

«Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς»: (Από αριστερά) Στράτος Παγιουμτζής, Μάρκος Βαμβακάρης, Γιώργος Μπάτης, Ανέστος Δελιάς

Εκείνη την εποχή ο Μάρκος Βαμβακάρης καταξιώνεται καλλιτεχνικά, ηχογραφεί δίσκους, δουλεύει σε μαγαζιά-κέντρα διασκέδασης απολαμβάνοντας υψηλές αμοιβές και έχει αρχίσει να ζει τη ζωή που ονειρευόταν από τότε που δούλευε ως εκδορέας στα σφαγεία της Αθήνας και του Πειραιά (από το 1923 ως το 1935) για να βιοποριστεί και να βοηθήσει την οικογένειά του.

Ο Μάρκος γράφει το συγκεκριμένο τραγούδι το 1936 και το ηχογραφεί, πιθανότατα, το 1937. Για να ακριβολογούμε, ηχογραφεί ένα τραγούδι με την ίδια μουσική αλλά με εντελώς διαφορετικούς στίχους, όπως θα δούμε παρακάτω. Οι στίχοι, πριν λογοκριθούν, από τον ίδιο το Μάρκο, έχουν ως εξής:

Θέλω να γίνω ισχυρός ωσάν τον Μουσολίνι
ωσάν τον Χίτλερ ζόρικος π’ ούτε ψιλή δε δίνει.

Σαν τον Κεμάλ που έκανε μεγάλη την Τουρκία
και κάνουν κόζι οι Έλληνες κι έχουνε απορία.

Κι εσύ βρε Στάλιν αρχηγέ του κόσμου το καμάρι
όλοι οι εργάτες σ’ αγαπούν γιατ’ είσαι παλικάρι.

Ο Μάρκος πλέκει στη ρίμα του τα ονόματα τεσσάρων ηγετών που, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, καθόρισαν την πορεία των κρατών και των λαών τους και σφράγισαν μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, χωρίς να μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα ότι τους θαυμάζει κιόλας, τουλάχιστον όχι όλους, με τον ίδιο τρόπο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι για τον Χίτλερ, το Μουσολίνι και τον Κεμάλ χρησιμοποιεί επίθετα που τονίζουν την επιβολή («ισχυρός»-«ζόρικος»-«μεγάλη Τουρκία») ενώ, αντίθετα, με το δίστιχο για τον Στάλιν υπογραμμίζεται από τον Μάρκο η αποδοχή, η λαϊκή αποδοχή που απολάμβανε ο κομμουνιστής ηγέτης, από τους λαούς της ΕΣΣΔ αλλά και πολλά εκατομμύρια ανθρώπων σε άλλες χώρες.

“Κι εσύ βρε Στάλιν αρχηγέ του κόσμου το καμάρι/ όλοι οι εργάτες σ’ αγαπούν γιατ’ είσαι παλικάρι”

Είτε αρέσει σε κάποιους, είτε όχι (για το τεταρτοαυγουστιανό καθεστώς ούτε ψύλλος στον κόρφο του…), εκείνη την εποχή  μάζες καταπιεσμένων προλετάριων σε κάθε γωνιά του πλανήτη εμπνέονται και εμψυχώνονται από τα ταξικά αδέλφια τους, που έσπασαν τις αλυσίδες της εκμετάλλευσης και χτίζουν το πρώτο σοσιαλιστικό κράτος στον κόσμο, στην ΕΣΣΔ, στη χώρα της οποίας ο Στάλιν ανέλαβε τα ηνία της εξουσίας μετά το θάνατο του ηγέτη της Οχτωβριανής Επανάστασης Βλαδίμηρου Λένιν.

Αυτή η αντίθεση (επιβολή-αποδοχή) δεν είναι τυχαία. Όχι βέβαια επειδή ο Μάρκος ήταν κομμουνιστής – κάθε άλλο. Βασιλικός ήταν ο άνθρωπος κι ορκισμένος εχθρός του Ελ. Βενιζέλου, όπως αναφέρει ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του (Αγγελικής Βέλλιου – Κάϊλ «Μάρκος Βαμβακάρης – Αυτοβιογραφία», εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1978) και εκτός αυτού είχε εκδηλώσει τα αισθήματά του γράφοντας και τραγούδι για το βασιλιά) . Όμως, όπως είδαμε σε προηγούμενη ανάρτησή μας, ο Μάρκος, αν και αντίθετος πολιτικά, αναγνώριζε την ανωτερότητα των κομμουνιστών και αυτού, του νέου, που έφεραν οι ιδέες τους. Χαρακτήριζε τους κομμουνιστές σοβαρούς και, παρά το ότι εκείνη την εποχή ο ίδιος κατακτούσε την κορυφή της καλλιτεχνικής καταξίωσης, κοινωνικά-ταξικά ένιωθε τουλάχιστον άβολα (αν όχι μειονεκτικά) απέναντί τους. Και αυτό είχε να κάνει με τον τρόπο ζωής του ίδιου και της πλειονότητας του σιναφιού του, τις καταχρήσεις (ναρκωτικά, αλκοόλ), την παραβατική και συχνά ακόμα και εγκληματική συμπεριφορά που τη χαρακτήριζε, κάτι που είναι εμφανές σε όποιον διαβάσει την αυτοβιογραφία του.

«Πού να το παρουσιάσω αυτό το πράμα στο Μεταξά! Μόνος μου το απόριψα το λοιπόν κι έβαλα τα λόγια της Π ο ν η ρ ή ς. Ωραίο χασάπικο, πήγε πολύ καλά το 1936 και τώρα το ’πε ο Μιχάλης ο Χατζηαντωνίου στη Μιούζικ Μποξ πριν τέσσερα πέντε χρόνια» λέει ο Μάρκος, το 1969, αναφερόμενος στο ίδιο τραγούδι.

Για να παρακάμψει, λοιπόν, το σκόπελο της μεταξικής λογοκρισίας ο Μάρκος αντικαθιστά τους παραπάνω στίχους με άλλους, δημιουργώντας ένα τελείως διαφορετικό τραγούδι, που δισκογραφικά θα ερμηνεύσει πρώτος ο Στράτος Παγιουμτζής (με δεύτερη φωνή του Μάρκου), που με τον Μάρκο, τον Γιώργο Μπάτη και τον Ανέστο Δελιά έχουν φτιάξει εκείνη την εποχή την ρεμπέτικη κομπανία που φέρει το όνομα «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς»:

Εγώ για σε βρε πονηρή θα πάω να μαστουρώσω σουρώσω
μες στο δικό σου μαχαλά με όλους θα μαλώσω.

Επτά η ώρα μου ’χες πει για να σε περιμένω
ψεύτρα γιατί με γέλασες δεν το καταλαβαίνω.

Μέσα στη συνοικία σου με όλους θα μαλώσω
κι από το σόι που ’μπλεξα γρήγορα θα γλυτώσω.

Μ’ έμπλεξες συ κι η μάνα σου γιατ’ είχα παραδάκια
σκύλα πώς με κατέστρεψες με πότισες φαρμάκια.

«Γεια σου Μάρκο, χασαπάκι!» ακούγεται να λέει, όχι τυχαία, η φωνή του Στράτου Παγιουμτζή, μετά τα δυο πρώτα δίστιχα.  Όταν ηχογραφήθηκε το τραγούδι δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ο Μάρκος Βαμβακάρης δούλευε στα σφαγεία.

Εδώ η «Πονηρή» από τη φωνή του Μιχάλη Χατζηαντωνίου:

Ανάμεσα στο ηχογραφημένο τραγούδι (και στις δυο εκτελέσεις, με Στράτο και Χατζηαντωνίου) και τους στίχους που δίνει ο Μάρκος στην αυτοβιογραφία του, υπάρχει μια διαφορά. Το γραπτό «μαστουρώσω» στον πρώτο στίχο αντικαθίσταται από το ηχογραφημένο «σουρώσω», πιθανότατα από τον ίδιο το Μάρκο, που γνωρίζει πολύ καλά πώς δουλεύει το σύστημα της μεταξικής λογοκρισίας, ίσως όμως και όχι: «Αν είναι δύο λέξεις κακές οι οποίες πρέπει για να βγούνε, κι οι ίδιοι μπορούνε να τις βγάλουνε. Αν είναι πολύ στο απορίπτει τελείως. Η μουσική δεν χάνεται, δεν την απορίπτουν, τα λόγια μόνο».

Το τραγούδι που δεν μπόρεσε να ηχογραφήσει όπως ήθελε ο Μάρκος επί Μεταξά, έρχεται να ερμηνεύσει 75 χρόνια μετά, το 2011, με γνώση, ευαισθησία και μεράκι, ο Στέλιος Λιανδράκης, ένας μουσικός, τραγουδοποιός και τραγουδιστής που «χαμηλόφωνα» ξεδιπλώνει τη δική του αξιοπρόσεχτη πορεία από την Καισαριανή, όπου οι παλιότεροι τον αποκαλούν ακόμα «Jimmy Hendrix των Αθηνών». Το τραγούδι «Θέλω να γίνω ισχυρός» ακούγεται με τους πρωτότυπους στίχους, όπως το εμπνεύστηκε και το «πρωτοέγραψε» πάνω στο μπουζούκι του ο μεγάλος Μάρκος Βαμβακάρης.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: