«Το Χοιροστάσιο»: Το αριστούργημα του Πιερ Πάολο Παζολίνι – Επετειακή επανέκδοση 50 χρόνων

Ο Παζολίνι με την ταινία του Χοιροστάσιο προτείνει και έναν άλλο τύπο κανίβαλου: τον φιλήσυχο κανίβαλο της διπλανής πόρτας, που μπορεί μεν να μην καταβροχθίζει ανθρώπινα κοψίδια (αν και αυτό ερευνάται), ωστόσο με τις πράξεις του, σε συμβολικό επίπεδο, κατασπαράζει τον συνάνθρωπό του, ακόμη κι αν αυτός είναι το ίδιο του το παιδί.

Οι ταινίες του Παζολίνι είναι ουσιαστικά ένας ποιητικός-κυνικός κόσμος  βυθισμένος στον ακραίο ερωτισμό και τ’ ανεξέλεγκτα πάθη. Μοναδικές, ωμές, αιρετικές. Προκαλούσαν και προκαλούν μέχρι σήμερα αντιδράσεις κυρίως των φασιστών, αλλά και των θρησκόληπτων.

Στο καταγγελτικό και προκλητικό «Χοιροστάσιο» (1969),  ο Παζολίνι εκφράζεται μέσω μιας πολιτικής και φιλοσοφικής συζυγίας.  Η ταινία υπήρξε εν πολλοίς ο προάγγελος του «Σαλό». Της τελευταίας και, κατά πολλούς, σημαντικότερης ταινίας του. Εκείνης που για πολλούς τον καταδίκασε σε θάνατο, αλλά επικύρωσε την αθανασία του στο κινηματογραφικό στερέωμα.

Xοιροστάσιο (Porcile, Ιταλία – Γαλλία, 1969, 98′)

Σε κάποια απροσδιόριστη αρχαϊκή εποχή, ένας ερημίτης στις πλαγιές της Αίτνας γίνεται ανθρωποφάγος, λήσταρχος, καταδικάζεται σε θάνατο και κατασπαράσσεται από ζώα. Στη Γερμανία του ‘60 ο διαφορετικός και απροσάρμοστος γιος ενός βιομηχάνου καταβροχθίζεται από γουρούνια πληρώνοντας τις σοδομιτικές του τάσεις. Το Χοιροστάσιο είναι η διπλή παράλληλη αφήγηση αυτών των δύο σκοτεινών παραβολών. Από τη μία καταγγελία μιας κοινωνίας κανιβαλικής απέναντι στα απείθαρχα παιδιά της, από την άλλη μαύρη ιδεολογική κωμωδία του αδιέξοδου, η ταινία καταλήγει σε ανησυχητικά ερωτηματικά για την παρακμή της μεταναζιστικής Ευρώπης. Εξού και η σχετική υποτίμηση της αξίας της στην εποχή της.

«Εκείνη την εποχή γερνούσα, μιας και είχα περάσει τα σαράντα, χάνοντας εντελώς τις ελπίδες μου, γιατί έβλεπα την Ιταλία να γίνεται χώρα ηλίθια και χωρίς μέλλον, γιατί έβλεπα την κρίση του Κομμουνιστικού Κόμματος, και μ’ είχε καταλάβει κάτι σαν χιουμοριστική φρονιμάδα, που κατά βάθος με έσωσε. Όταν κάποιος βλέπει κομμάτια της ταινίας, μπορεί να τα βρει πνευματώδη ή διασκεδαστικά, αλλά στο σύνολό τους είναι παγερά. Η ιδέα της εναλλαγής των δύο ιστοριών είναι η αρχική ποιητική ιδέα που μ’ ερέθισε και μ’ έκανε να φτιάξω την ταινία· αυτή η σχέση ανάμεσα στα γεμάτα και στα κενά.»

Χοιροστάσιο Porcile
Σκηνοθεσία Πιερ Πάολο Παζολίνι
Σενάριο Πιερ Πάολο Παζολίνι
Πρωταγωνιστές  Πιερ Κλεμέντι, Ζαν-Πιερ Λεό, Αν Βιαζέμσκι, Αλμπέρτο Λιονέλο, Ούγκο Τονιάτσι, Μάρκο Φερέρ
Κυκλοφορία      1969
Διάρκεια             99′
Προέλευση         Ιταλία, Γαλλία
Γλώσσα                Ιταλικά

Ο Γερμανός ερευνητής E. Volhard στο βιβλίο του “Kannibalismus” διακρίνει την ανθρωποφαγία σε τέσσερις κατηγορίες: τη γαστρονομική (σε περιόδους πολέμων ή λιμών, εξαιτίας της έλλειψης άλλης τροφής), την ποινική (τα μέλη κάποιας φυλής τρώγουν εκείνους που ασχολούνται με μαγεία), τη μαγική (στηρίζεται στην πεποίθηση ότι όποιος τρώγει ανθρώπινη σάρκα αποκτά υπερφυσικές ιδιότητες, έχει ιαματικά οφέλη ή κερδίζει όλη τη δύναμη και τα χαρίσματα του σκοτωμένου) και τη λειτουργική (στο πλαίσιο μιας λατρευτικής τελετής).

Ο Pasolini με την ταινία του Χοιροστάσιο προτείνει και έναν άλλο τύπο κανίβαλου: τον φιλήσυχο κανίβαλο της διπλανής πόρτας, που μπορεί μεν να μην καταβροχθίζει ανθρώπινα κοψίδια (αν και αυτό ερευνάται), ωστόσο με τις πράξεις του, σε συμβολικό επίπεδο, κατασπαράζει τον συνάνθρωπό του, ακόμη κι αν αυτός είναι το ίδιο του το παιδί. Η ταινία γυρίστηκε το 1969 (μετά το “Θεώρημα” και πριν από τη “Μήδεια”) και είναι από τις πιο συμβολικές και “σχηματικές” του δημιουργού. Πραγματεύεται το θέμα της ανθρωποφαγίας (κυριολεκτικής και μεταφορικής), με την παράλληλη ανάπτυξη δύο κανιβαλικών ιστοριών.

Η υπόθεση

Πρώτη ιστορία: Η ταινία ξεκινάει με έναν χωρικό της Σικελίας του 15ου αιώνα (Pierre Clementi), ο οποίος αναζητά σε μια έρημο το φαγητό του (τελικά βρίσκει μια πεταλουδίτσα και αργότερα ένα φιδάκι, τα οποία και καταβροχθίζει). Στη συνέχεια συναντά έναν φίλο του (Franco Citti) και, επειδή οι πεταλούδες και τα φίδια όσο νά ΄ναι δε σε κρατάνε, αναζητά μαζί του ανθρώπινα θηράματα για να κορέσει την πείνα του. Τελικά συναντούν μερικούς δύστυχους, τους οποίους σκοτώνουν, ψήνουν και αργότερα κατατρώγουν. Έλα όμως που στην έρημο κυκλοφορεί και μια άλλη συμμορία κανίβαλων… Η συμμορία συλλαμβάνει τους δύο φίλους και στήνει μια θρησκευτική τελετή, στην οποία τους δίνει ένα μάθημα που δε θα ξεχάσουν ποτέ.

Δεύτερη ιστορία: Βρισκόμαστε στη Γερμανία του ΄68. Ένας ιδεαλιστής και επηρεασμένος από τις ιδέες του Μάη του ΄68 νεαρός (Jean-Pierre Leaud) αντιμετωπίζει έντονα ψυχολογικά προβλήματα, γιατί αφενός δεν έχει καμία επικοινωνία με τους γονείς του και, αφετέρου, η φίλη του δεν του κάθεται. Ο πατέρας του (Alberto Lionello) είναι ένας ζάμπλουτος επιχειρηματίας που κατά βάθος είναι ένα αμοραλιστικό και κρυπτοναζιστικό ανθρωπάριο (φοράει μάλιστα και μουστακάκι αλά Χίτλερ). Δε διστάζει να συνεργαστεί και με πρώην πρωτεργάτες του Γ΄ Ράιχ προκειμένου να επιτύχει τα επιχειρηματικά του σχέδια. Ο γιος του δεν αντέχει να ζει σε ένα τέτοιο νοσηρό περιβάλλον και, αντιδρώντας, κλείνεται στον εαυτό του και παθαίνει αφασία. Κάποτε συνέρχεται και συγχρόνως νιώθει μια παρόρμηση να επισκεφτεί το χοιροστάσιο του πατέρα του (το οποίο είναι ένα από τα αγαπημένα του μέρη!). Εκεί όμως, για κακή του τύχη, τα γουρούνια τον κάνουν μια χαψιά.

Τι θέλει να πει ο ποιητής;

“Ο κανιβαλισμός είναι ένα σημειολογικό σύστημα όπως και το σεξ στο “Θεώρημα”. Είναι μια μορφή εξτρεμισμού σπρωγμένου στα όρια του σκανδάλου, της ανταρσίας και του τρόμου. Είναι πάλι, ένα σύστημα συναλλαγής ή, αν προτιμάτε, τέλειας άρνησης΄ άρα μια μορφή γλώσσας, μια τερατώδης άρνηση επικοινωνίας”, σημειώνει ο δημιουργός. Η ταινία είναι κατ΄ ουσίαν μια πραγματεία πάνω στο ανέφικτο της ανθρώπινης επικοινωνίας. Από τη μια, οι κανίβαλοι του Μεσαίωνα δεν μπορούν να επικοινωνήσουν με άλλους ανθρώπους, γιατί πολύ απλά τους τρώγουν. Από την άλλη, τα μέλη της μεταπολεμικής Γερμανίας είναι κι αυτά ανίκανα να επικοινωνήσουν, γιατί οι παλαιότεροι εμφορούνται ακόμη από τις ιδέες του ναζισμού (αν και δεν το ομολογούν), ενώ οι νεότεροι απορρίπτουν κάθε ολοκληρωτισμό και εκστασιάζονται με τις υποσχέσεις ελευθεριότητας του Μάη.

Ο Pasolini με το Χοιροστάσιο διατυπώνει ένα απαισιόδοξο σχόλιο για την εποχή του. Μας λέει ότι, παρόλο που ο κόσμος γνώρισε τις ναζιστικές θηριωδίες και τη φρίκη του πολέμου, δε φαίνεται να έχει διδαχτεί τίποτα απ΄ όλ΄ αυτά. Παραμένει το ίδιο τερατώδης και μακάβριος, όπως στην εποχή του Μεσαίωνα, που οι άνθρωποι τρώγονταν -κυριολεκτικά- μεταξύ τους. Ο πολιτισμός της σύγχρονης εποχής (όπως τα μεγαλοπρεπή αρχιτεκτονήματα, οι πίνακες ζωγραφικής, οι καλαίσθητοι κήποι που βλέπουμε στην ταινία) δεν είναι παρά το ευγενές πέπλο που καλύπτει τεχνηέντως την υποβόσκουσα τερατωδία. Ακόμη και τα κουαρτέτα του Beethoven που ακούγονται δεν είναι ικανά να καλύψουν το θόρυβο από τον εκκωφαντικό ξεπεσμό του μεγαλέμπορα και των ναζιστών φίλων του και, συνεκδοχικά, του σύγχρονου ανθρώπου.
Ελπίδα για βελτίωση δε διαφαίνεται στον ορίζοντα. Ο μόνος ήρωας της ταινίας που έχει μείνει αλώβητος από τη γενικευμένη ανηθικότητα (ο γιος) τελικά γίνεται μεζεδάκι για τα γουρούνια. (Η σημειολογία είναι προφανής: ο κόσμος είναι ένα απέραντο χοιροστάσιο που κατασπαράσσει ακόμη και τα πιο εκλεκτά μέλη του -μάλλον ιδίως αυτά).
Να σημειώσουμε όμως, ότι αυτή η προβληματική σε καμιά περίπτωση δεν παρουσιάζεται με τρόπο μίζερο και καταθλιπτικό. Αντιθέτως, όλες οι σκηνές είναι διανθισμένες με μια διάχυτη ελαφράδα, που μερικές φορές μάλιστα αγγίζει τα όρια του χονδροειδούς αστείου. Ο Pasolini με το μαύρο, παγερό χιούμορ του πλάθει ουσιαστικά μια ακραία παρωδία. Και δε θα μπορούσε να πράξει αλλιώς, γιατί κάθε μεγάλος δημιουργός γνωρίζει ότι το χιούμορ είναι ο πιο αποτελεσματικός και ύπουλος τρόπος για να πει κανείς τα σοβαρότερα πράγματα. (Για να θυμηθούμε και τον Wolf Bierman, ένα αστείο στην πραγματικότητα δεν είναι και τόσο αστείο).

Αισθητική αποτίμηση της ταινίας

Η σκηνοθεσία υπηρετεί υποδειγματικά το νόημα της ταινίας (έχουμε αυτό που λέμε ταύτιση μορφής και περιεχομένου). Ο Pasolini παραθέτοντας συνεχώς δύο αντίθετες δραματουργικά ενότητες (τους κανίβαλους του Μεσαίωνα και τους ναζιστές του σήμερα), αντί να προκαλεί σύγχυση στον θεατή, καταφέρνει να τον κάνει κοινωνό της σκέψης του και να του προσφέρει το συμπέρασμα στο πιάτο (ότι δηλαδή οι διαφορετικές χρονολογικά σκηνές είναι κατά βάθος ίδιες, αφού η ανθρωποβόρα φύση μας παραμένει απαράλλαχτη στο διάβα των αιώνων).
Τα σκηνικά και τα κοστούμια -ειδικά της σύγχρονης Γερμανίας- παρουσιάζονται σκόπιμα κακόγουστα έως kitsch. Ο Pasolini γελοιοποιεί τους ήρωές του εντάσσοντάς τους σε ένα βαρυφορτωμένο baroque σκηνικό, το οποίο φαντάζει τόσο γελοίο όσο και οι ίδιοι. Αν παραλληλίζαμε τα πλάνα της ταινίας με πίνακες ζωγραφικής, τότε αυτοί σίγουρα θα ανήκαν στους Otto Dix και George Grosz, που με τo έργο τους παρώδησαν τους γερμανούς αστούς, απεικονίζοντάς τους ως καρικατούρες, αφού με την ηθική τους απάθεια άφησαν το ναζισμό να οργιάσει.

Όλες οι ερμηνείες διαπνέονται από έναν έντονο σαρκασμό και μια διάθεση σχεδόν “γελοιογραφική”. Ξεχωριστή μνεία να κάνουμε στον Jean-Pierre Leaud (που είχε κάνει το ντεμπούτο του στα 400 Χτυπηματα του Francois Truffaut) ο οποίος, παρόλο που παίζει κατά κάποιον τρόπο έναν σύγχρονο “Μεσσία”, δε βάζει στην ερμηνεία του τίποτα το σοβαροφανές και το πομπώδες.

Όσον αφορά τη μουσική, ακούμε μερικά μεσαιωνικά τραγούδια (στην ιστορία των κανίβαλων) καθώς και Beethoven (στη σύγχρονη ιστορία). Πιο συγκεκριμένα -και αν δεν απατώμαι- ακούμε αποσπάσματα από το κουαρτέτο op. 18 σε φα μείζονα. Η ηχητική αυτή υπόκρουση δένει τέλεια ως αντίστιξη στα όσα διαδραματίζονται στην οθόνη (από τη μια έχουμε τη βαρβαρότητα των ναζί και από την άλλη την πιο εκλεπτυσμένη μουσική έκφραση).

Συμπέρασμα

Παρ΄ όλο που προσπαθούμε να κρυφτούμε κάτω από τη μασκαράτα του πολιτισμού μας, όλοι στην πραγματικότητα είμαστε κανίβαλοι. (Κι αν δε με πιστεύετε, σας παραπέμπω στο βιβλίο του Martin Monestier “Κανίβαλοι: ιστορικά στοιχεία και παράδοξα για την ανθρωποφαγία χθες και σήμερα” όπου μεταξύ άλλων παρουσιάζονται και μερικές εξαίσιες συνταγές ανθρωποφαγίας, για την περίπτωση που βρεθεί κάποιος σε ανάγκη -εγώ ξετρελάθηκα με τις τηγανητές σπλήνες περιχυμένες με σως βλέννας -δοκιμάστε τις και θα με θυμηθείτε! Bon appetit!!).
Θράσος Τσουρούλας

Καπιταλισμός, ένα απέραντο “Χοιροστάσιο” δυσωδίας και σήψης

Κριτική από τον Μάκη Γεφυρόπουλο

Ο κινηματογράφος είναι η τέχνη εκείνη που μπορεί να διατηρήσει  αναλλοίωτα στη ζωή τα οράματα ανθρώπων που έχουν  από καιρό αφήσει την εφήμερη επίγεια περιπλάνηση τους, αποτελώντας μία καλλιτεχνική μηχανή του χρόνου, απαράμιλλης αισθητικής αξίας. Τα καρέ κρύβουν μέσα τους ζωντάνια, τις ιδέες των δημιουργών τους, οι οποίες και μεταβιβάζονται στις επόμενες γενιές,  υφαίνοντας  αριστοτεχνικά το συλλογικό ασυνείδητο στην ανώτερη του βαθμίδα.

Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι (5 Μαρτίου 1922- 2 Νοεμβρίου 1975) ήταν ένας σπουδαίος καλλιτέχνης, με εξαίσια κριτική ματιά, με έργα που βρίθουν από προβληματισμούς, πολιτικούς συμβολικούς στοχασμούς και μία ευαισθησία που καθηλώνει. Χαρακτηρίστηκε ως ένας αιρετικά εκκεντρικός, μα οι ταινίες του είναι γεμάτες με εικόνες μέγιστης ανθρωπιστικής ευκρίνειας που κεντρίζουν άμεσα την καρδιά του θεατή, μιλώντας  του απευθείας , χωρίς μεσάζοντες στο νου, θέτοντας προβληματικές, ενεργοποιώντας δράσεις, «δολοφονώντας» την απάθεια.

Η πλειοψηφία των ταινιών  (κομψοτεχνήματα όπως το ΘεώρημαΤο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο ή το Σαλό) του γεννημένου στην Μπολόνια, Ιταλού σκηνοθέτη, διακρίνονται από μία κυνική ωμότητα. Μια οργισμένη ωμότητα που κοχλάζει, όμοια με την ομορφιά της Φύσης, που για τον Μαρξιστή διανοούμενο είναι ιερή, η αυθεντική πηγή των ανθρώπινων συναισθημάτων.

Καταπιάνεται με δύσκολα θέματα όπως είναι η θρησκεία, ο έρωτας, η καταπίεση του φασισμού, με ενδελεχή τρόπο, αφήνοντας στην άκρη την ασφάλεια της μέσης οδού, κύριο εργαλείο πολλών σύγχρονών του. Απεχθάνεται την αδράνεια και τον σταδιακό εκφυλισμό της ιταλικής κοινωνίας, τη διάβρωση του ντόμπρου προλεταριάτου της νιότης του και τη μετατροπή του σε ένα άβουλο κοπάδι. Σιχαίνεται την συγκεντρωτική δύναμη  των αστών με μικροαστική νοοτροπία και φασιστική σκέψη. Πολέμιος όλων  εκείνων που απομυζούν τα κεφάλαια του λαού προς ίδιον όφελος.

Στη ταινία του, Χοιροστάσιο (Porcile,1969), ο ευφυής Παζολίνι ανακρίνει το καπιταλιστικό σύστημα και την κτηνωδία που προκαλεί στη συντριπτική πλειονότητα του λαού, με μόνη εξαίρεση , των ιδιοκτητών εκείνων που ευημερούν, ταΐζοντας τα γουρούνια τους με ανθρώπινη σάρκα. Η ετυμηγορία του είναι κατηγορηματική, βρίσκοντάς τους ένοχους, χωρίς κανένα ελαφρυντικό, καταδικάζοντάς τους στην πυρά της κοινωνικής συνείδησης.

Ο καπιταλισμός είναι ένα απέραντο χοιροστάσιο δυσωδίας από τα κόπρανα που άλλοτε ήταν όνειρα για έναν καλύτερο κόσμο και σήψης  ευγενέστερων αξιών που κάποτε στόχευαν στην ευημερία μίας ειρηνικότερης κοινωνίας.

 

ΤΟ ΧΟΙΡΟΣΤΑΣΙΟ ΤΟΥ ΑΚΡΑΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

Η ταινία αφηγείται δύο παράλληλες ιστορίες που εκτυλίσσονται σε διαφορετικές εποχές, αλλά η συμβολική τους ταυτίζεται σε ένα αδήριτο πλέγμα που προκαλεί θυμηδία , γιατί περιγράφει μία τραγωδία. Η ζωή του ανθρώπου είναι μία σκέτη τραγωδία, καθότι κωμική σε όλη την εξέλιξη της.

Στην πρώτη ιστορία συναντάμε, στην μεταπολεμική Γερμανία, την οικογένεια του βιομηχάνου, κυρίου Κλοτς (Αλμπέρτο Λιονέλο) και τις περιπέτειες τους καθώς κινδυνεύουν με αφανισμό, ύστερα  από την έλευση ενός νέου και ισχυρότερου επιχειρηματία , του Χερντχίτσε (Ούγκο Τονιάτσι).

Σαν να μην του έφταναν τα παιχνίδια εξουσίας, ο Κλοτς ανησυχεί για την πνευματική κατάσταση του ευαίσθητου γιου του Γιούλιαν (Ζαν-Πιερ Λεό), ο οποίος παρουσιάζεται απροσάρμοστος στις απαιτήσεις που απορρέουν από τη κοινωνική θέση του πατέρα του και αδιάφορος στα ερωτικά κελεύσματα της ακτιβίστριας αρραβωνιαστικιάς του, Ίντα (Αν Βιαζέμσκι).

Ο Γιούλιαν , αντιθέτως,  αρέσκεται να επισκέπτεται συχνά πυκνά το οικογενειακό χοιροστάσιο, βρίσκοντας καταφύγιο, από τις απογοητεύσεις της καθημερινότητας του,  στην ερωτική φωλίτσα των γουρουνιών . Τα χαριτωμένα γουρουνάκια , ωστόσο μάλλον βαριούνται τον ακαμάτη κτηνοβάτη και τον καταβροχθίζουν , χωρίς να αφήσουν πίσω τους,  ούτε καν κάποιο κουμπάκι από τα ρούχα του. Βλέπετε για τα γουρούνια, σε αντίθεση με τα πιο επιλεκτικά γούστα των αφεντικών τους, όλες οι τροφές είναι καλοδεχούμενες.

Η ζωή κλείνει το μάτι πονηρά στον «φιλοσοφημένο»  αυθάδη κύριο Κλοτς, που ενώ καταφέρνει να διασώσει την περιουσία του ερχόμενος  τελικά σε συμφωνία με τον άσπονδο φίλο του, Χερντχίτσε, χάνει τον μοναχογιό του και μάλιστα χωρίς να το πάρει είδηση. Η «επιτυχία»  απαιτεί ανθρωποθυσίες στο βωμό του αδηφάγου οικονομικού τερατουργήματος .

Στη δεύτερη ιστορία που εφάπτεται μέσω του μοντάζ, με την πρώτη, μεταφερόμαστε στην Μεσαιωνική Ιταλία του 15ου  αιώνα, κάπου στην ηφαιστιογενή Σικελία, για να παρακολουθήσουμε τις παράξενες περιπέτειες ενός νέου άνδρα (Πιερ Κλεμέντι), ο οποίος φαίνεται να έχει δραπετεύσει από την «ασφάλεια» της ανθρώπινης κοινωνίας. Είναι ένα αγρίμι που κινείται διαρκώς. Τρέφεται με φυτά και ζώα, ενώ δε αργεί η ώρα που δολοφονεί περαστικούς ταξιδιώτες για να τους φάει αργότερα με την ησυχία του.

Γύρω του μαζεύονται και άλλοι παράνομοι, που επίσης αρέσκονται να καταβροχθίζουν ανθρώπινες λιχουδιές, δημιουργώντας μία συμμορία  κανιβάλων. Οι κανίβαλοι τρομοκρατούν την «εύρυθμη» τάξη, αναγκάζοντας τις Αρχές να προβούν σε ενέργειες καταπολέμησής τους.  Τελικά ένα απόσπασμα οπλισμένων εκπροσώπων του νόμου, με προεξέχοντες  τους ιερείς , κατορθώνουν να παγιδεύσουν τα μιάσματα, εξοντώνοντας τα.

Και έτσι η ειρήνη και η κανονικότητα επιστρέφουν για μία ακόμη φορά στον κόσμο της Ιερής Εξέτασης και του σκοταδισμού…

 

ΘΕΟΣ ΜΠΑΜΠΟΥΛΑΣ  ΚΑΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ, ΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΙΣΟΥΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΑΓΑΠΗ

Στο φιλμ γίνεται δριμεία αναφορά στον κώδικα ηθικής που αποπνέει η άλλοτε Αναγεννησιακή Ιταλία, του ιουδαιοχριστιανικού κώδικα  του Σπινόζα. Γεμάτος  με προσποίηση και υστεροβουλία , δηλαδή τρόπος θέασης των πραγμάτων, με ρίζες από τον μισάνθρωπο Μεσαίωνα, που έχει εμβολιαστεί στις φλέβες της καθεστηκυίας τάξης καθιστώντας την σκληρή και αδιάφορη στα ζητήματα που ταλανίζουν τον απλό άνθρωπο.

Κατά τον Σπινόζα λοιπόν, η έρευνα σταματάει στην εκλογίκευση του Θεού, στην ανακάλυψη δηλαδή του Θεού σύμφωνα με την λογική και όχι εξαιτίας της άκριτης πίστης.  Πέρα από αυτό το σημείο επικρατεί μονάχα το χάος και οι δαίμονες που κατοικούν σε αυτό. Ο σώφρων άνθρωπος αρκείται να μείνει στα ήδη γνωστά πεφωτισμένα όρια του κόσμου, αρνούμενος να υποπέσει στην αμαρτία του αγνώστου.

Η καλοσύνη είναι επιβεβλημένη από κάποιο θείο, εξωτερικό γνώρισμα και όχι αποτέλεσμα της  ατομικής καλλιέργειας του πνεύματος. Η τήρηση της τάξης βασίζεται στον φόβο της απειλής των κυρώσεων, στον τρόμο που προκαλεί η πιθανή παραβίαση των άτεγκτων εντολών των Δικαστών και εκείνες πολύ περισσότερο του ίδιου του Θεού.

Είναι όμως αυθεντική μία τέτοια καλοσύνη; Η ηθική που συγχέεται με την αμαρτία, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία συγκεκαλυμμένη ανηθικότητα. Πράττουμε το καλό επειδή έτσι έχουμε διδαχτεί από το περίγυρο, τους δασκάλους μας και φυσικά ακούγοντας την καρδιά μας. Η πράξη αγάπης δεν είναι καταναγκασμός, αναβλύζει πηγαία, χωρίς να την μαγαρίζουν ποταπές σκέψεις περί απώλειας του Παραδείσου και της επικείμενης τιμωρίας του Καθαρτηρίου. Η ψευδεπίγραφη αγάπη και ο μεταμφιεσμένος «ουμανισμός» δεν πρέπει να παίρνουν μετωνυμικά τη θέση της πνευματικότητας και της ατόφιας ελεύθερης βούλησης.

Η φεουδαρχία έπεσε, το κίβδηλο πορσελάνινο οικοδόμημα θρυμματίστηκε και νέες δυνάμεις αναδύθηκαν στην επιφάνεια, φέρνοντας τα πάνω κάτω. Ο καπιταλισμός ήταν ο φορέας της αλλαγής και άρα ο μεγαλύτερος εχθρός του τοτινού status quo. Αντιμετωπίστηκε εχθρικά από την Εκκλησία και τους «θεσμούς της αγάπης», όπως ήταν η Ιερή Εξέταση, μα τελικά οι αντιστάσεις συντρίφτηκαν.

Οι ορμές του καινούριου κοινωνικοοικονομικού συστήματος ήταν τόσο ασυγκράτητες που επεκτάθηκαν και μέσα στις τάξεις της κοσμικής «ιεροσύνης», εκσυγχρονίζοντας την. Η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος έγινε επιχείρηση, ίσως η μεγαλύτερη και η πιο προσοδοφόρα, αν φέρουμε στο μυαλό μας την «υπέρλαμπρη» Αγία Τράπεζα της Ρωμαιοκαθολικής Αυτοκρατορίας του Πάπα.

Σε αντίθεση με τον Σπινόζα, η ηθική του Μαρκήσιου Ντε Σαντ τολμάει και ταξιδεύει σε αχαρτογράφητα ύδατα , εκεί που δεν υπάρχουν όρια και ο ακραίος φιλελευθερισμός μετατρέπεται σε αδηφάγο κανιβαλισμό. Το κακό είναι επιλογή και ενδημεί παρά τη γνώση της ενδεχόμενης τιμωρίας που αποφέρει  και αυτό το γνωρίζουν άριστα οι καπιταλιστές της ιστορίας μας.

Το φιλμ εξάλλου είναι μία πρώτης τάξης ευαγγελική παραβολή.

 

Η ΣΥΖΕΥΞΗ ΠΑΛΑΙΟΥ-ΝΕΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΚΑΝΙΒΑΛΙΣΜΟΣ

Ο κύριος Κλοτς είναι ο παραδοσιακός καπιταλίστας, με εκλεπτυσμένους τρόπους, φιλοσοφικές ανησυχίες, ένας ιδιόμορφος «ανθρωπιστής». Είναι περισσότερο φεουδάρχης παρά πραγματικό οικονομικό αρπακτικό, σε αντίθεση με τον παλιό φίλο του και νυν εχθρό κύριο Χερντχίτσε.

Ο συγκεκριμένος είναι ένας τεχνοκράτης, ανηλεής επιχειρηματίας που δεν διαθέτει τις πνευματικές ανησυχίες του άλλου, αντίθετα είναι ικανότατος στην οικονομική και όχι μόνο αφαίμαξη των ανθρώπων που τον περιβάλλουν. Είναι ένας θαυμαστής του Χίτλερ, που μάλιστα συμμετείχε σε ναζιστικά  «επιστημονικά» πειράματα βασανισμού Ρώσων, Εβραίων και λοιπών εχθρών του ολοκληρωτικού συστήματος.

Η σχέση του ναζισμού με την άρχουσα τάξη είναι φανερή.

Όμως η αρχική τους κόντρα εξανεμίζεται πολύ γρήγορα, εν ριπή οφθαλμού, καθώς τα κοινά τους συμφέροντα είναι πολλά περισσότερα από τις μικρές διαφορές τους, ενώ το ηθικό ποιόν τους είναι καμωμένο με παρόμοια υλικά. Άλλωστε όλα τα γουρούνια είναι ίδια, ανεξαρτήτως χρώματος.

Η απόφαση τους να επεκτείνουν την περιουσία τους, συνεργαζόμενοι, είναι μία φυσιολογική διαδικασία μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής αλυσίδας. Οι επιχειρήσεις από χοιροστάσια και αυτοκινητοβιομηχανίες μέχρι περίπτερα καταβροχθίζουν η μία την άλλη, σε ένα ατέλειωτο φαγοπότι που στοχεύει στην διαρκή απορρόφηση των μικρότερων στο στομάχι των ισχυρότερων, μέχρι στο τέλος να παραμείνει μονάχα ένας παγκόσμιος υπερ-κολοσσός.

Όπως και ο Κρόνος έτσι και ο καπιταλισμός, τρώει τα παιδιά του. Ο Γιούλιαν γίνεται βορά στις ορέξεις των γουρουνιών και όλοι εμείς στις γιγαντιαίες καταπιόνες ενός αδίστακτου τέρατος.

Το Χοιροστάσιο θέτει προ των ευθυνών του το καπιταλιστικό σύστημα, που για τον Παζολίνι είναι ένα τεράστιο χοιροστάσιο, με κανίβαλους ιδιοκτήτες με αχόρταγες ορέξεις. Ο χοιροκαπιταλισμός διψάει για αίμα και δεν γνωρίζει όρια και φραγμούς.

ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΑ, ΒΙΟΙ ΑΝΤΙΘΕΤΟΙ

Ο καπιταλισμός μετράει λίγους αιώνες ζωής, μα πολλοί πιστεύουν ότι αποτελεί μία άχρονη, παγιωμένη κατάσταση. Όπως και αν έχει η πραγματικότητά μας είναι δομημένη σύμφωνα με τις αρχές του.

Εκμετάλλευση της υπεραξίας και του ιδρώτα των εργατών, καταστρατήγηση των ατομικών δικαιωμάτων, ένας υπέρμετρος αριβισμός. Τα μεγαλύτερα οικονομικά θαύματα της εποχής μας είναι χτισμένα από εκατόμβες νεκρών. Ζέχνουν αίμα, πόνο και πτωμαΐνη.

Μέσα σε αυτό τον κόσμο δεν χωρούν ευαισθησίες, όπως είναι ο έρωτας, η αλληλεγγύη ή η ειρήνη. Ο ανθρωπισμός κρίνεται ως αντιπαραγωγικός και για αυτό πετιέται στο καλάθι των αχρήστων. Ο Γιούλιαν είναι μία τέτοια περίπτωση. Αισθάνεται εγκλωβισμένος μέσα στο χρυσό κλουβί του, οι ανθρώπινες σχέσεις είναι ψεύτικες και τρομακτικές και για αυτό επιλέγει τη συντροφιά των γουρουνιών. Έχασε τη ζωή του, μα διατήρησε λίγη από την αξιοπρέπεια του.

Όπως και η συμμορία των κανίβαλων, έτσι και ο σύγχρονος άνθρωπος νιώθει καταπίεση, χωρίς προσωπική ζωή και χώρο δημιουργικής ανάπτυξης της προσωπικότητας του, νιώθει μόνος, αποξενωμένος από την υπόλοιπη κοινωνία. Ένα τιποτένιο γρανάζι στην σιδερένια μηχανή, που καλύπτει μονάχα τις βασικές του ανάγκες, καταδικασμένος να πεθάνει μικρός και ασήμαντος σαν ένας μικροσκοπικός κόκκος άμμου στην αχανή έπαυλη του πλούσιου αφεντικού του.

Η φαντασία της τόλμης και η αγάπη για ένα καλύτερο αύριο δεν έχουν θέση στον κόσμο των τεχνοκρατών, η γραφειοκρατία δολοφονεί κυριολεκτικά τον έρωτα. Ο ίδιος ο Παζολίνι ήταν μία ασίγαστη καλλιτεχνική φύση, ένας βαθύτατος ουμανιστής γεμάτος με αγάπη. Ασφυκτιούσε στο συντηρητικό περιβάλλον της Ιταλίας, ενώ στα έργα του δεν παρέλειπε να αναπολεί τη χαμένη επαναστατικότητα των συμπατριωτών του.

Η ζωή του έμοιαζε με εκείνη του ασώτου υιού Γιούλιαν της ταινίας, καθώς μεγάλωσε μέσα σε μία πατριαρχική οικογένεια, με τον αξιωματικό πατέρα του, Κάρλο,  να τον πιέζει συνεχώς να ακολουθήσει στρατιωτική σταδιοδρομία. Ανέπτυξε αντιμιλιταριστική ιδεολογία, βρίσκοντας καταφύγιο στη γαλήνη της φύσης και τους απλούς ανθρώπους της Καζάρσα. Αγάπησε τις τέχνες και τα γράμματα, μα κυρίως τους ηθικούς κώδικες της υπαίθρου που οδηγούσαν σε μία πιο αισιόδοξη μέρα.

Όπως και ο νεαρός Κλοτς, έτσι και ο εμπνευστής του βρήκε τον θάνατο από κάποιους «γουρουνανθρώπους». Δολοφονήθηκε στην Όστια της Ρώμης, από φασίστες που ενοχλήθηκαν από την αντιφασιστική του ταινία Σαλό, που έμελλε να είναι και η τελευταία του.

Ωστόσο έζησε τη ζωή του όρθιος και ευθυτενής, με αξιοπρέπεια και όχι γονυπετής, κάθιδρος , λουσμένος στη μιζέρια. Και συνεχίζει να μας διδάσκει μέσα από την ελεγεία της σκηνοθετικής του τεχνικής. Αν αυτό δεν είναι νίκη επί των εκπροσώπων του θανάτου, τότε ο υποφαινόμενος δε γνωρίζει τι μπορεί να είναι.

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Αντίθετα με ότι πιστεύουν οι υποστηρικτές του, ο καπιταλισμός δεν είναι αιώνιος, ούτε έχουμε φτάσει στο τέλος της ιστορίας. Για όσο υπάρχει δράση, θα υπάρχει αντίδραση και ενάντια σε κάθε απάνθρωπη πρακτική, θα ξεπηδάει σαν αδάμαστο άτι, η ζωή μέσα από την φλογισμένη επανάσταση.

Ο χοιροκαπιταλισμός είναι γέρος και μέσα του ενδημούν μυριάδες παθογένειες (ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι, φτώχεια, ανεργία, οικονομική κρίση αξιών) που τον κατατρώνε , μα όπως όλοι οι ηλικιωμένοι, είναι πεισματάρης , αρνούμενος να παραδώσει τα όπλα στον νέο κόσμο που θα αναδυθεί από μέσα του. Έναν κόσμο αταξικό που κυοφορείται ήδη και θα είναι εντιμότερος από τον παλιό.

Ο σηπόμενος γεροκαπιταλίστας είναι ασθενέστερος σε σχέση με το «ένδοξο» παρελθόν του, μα αυτό δε σημαίνει ότι δεν είναι επικίνδυνος. Το χοιροστάσιο λειτουργεί κανονικά και οι κανίβαλοι ιδιοκτήτες του  εξακολουθούν να ταΐζουν τα γουρούνια τους  με φρέσκια ανθρώπινη τροφή.

Είναι στο χέρι μας να αντιδράσουμε, ακολουθώντας τη καθάρεια ματιά του Παζολίνι και να φτιάξουμε από την αρχή τον κόσμο μας πάνω σε πιο στέρεες, ανθρωπιστικές βάσεις. Επαφίεται στη δράση μας να ανατρέψουμε τους κανίβαλους, ρίχνοντάς τους στα ίδια τα κόπρανα, γευόμενοι έτσι από πρώτο χέρι τη σήψη  που οι ίδιοι καλλιέργησαν.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: