«Η Μόσχα αντεπιτίθεται»: Η σοβιετική ταινία-ντοκουμέντο για το τσάκισμα του φασισμού που υμνήθηκε στις ΗΠΑ (ΒΙΝΤΕΟ-ΦΩΤΟ)

«Εδώ είναι μια ταινία για να ανυψώσει το ηθικό και το πνεύμα των Αμερικάνων, με το θάρρος ενός λαού που έχει περάσει πολλά…» – Η NEW STAR παρουσιάζει για πρώτη φορά στην πρωτότυπη έκδοσή του το ντοκιμαντέρ «Η Μόσχα αντεπιτίθεται» των Ilya Kopalin και Leonid Varlamov

Για την επέτειο των 75 χρόνων της Αντιφασιστικής νίκης των Λαών και τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο, η NEW STAR παρουσιάζει για πρώτη φορά στην πρωτότυπη έκδοσή του το ντοκιμαντέρ «Η Μόσχα αντεπιτίθεται» των Ilya Kopalin και Leonid Varlamov. Από 30 του Γενάρη στο STUDIO.

“Η Μόσχα αντεπιτίθεται” είναι ένα σοβιετικό ντοκιμαντέρ πολέμου για τη μάχη της Μόσχας που έγινε κατά τη διάρκεια της μάχης τον Οκτώβριο του 1941 – Ιανουαρίου 1942, σκηνοθετημένη από τον Leonid Varlamov και τον Ilya Kopalin. Η ταινία αρχικά έφερε τον τίτλο «Ήττα των Γερμανικών Στρατευμάτων κοντά στη Μόσχα», ο οποίος άλλαξε με την διανομή της ταινίας στην Αμερική. Κέρδισε το βραβείο Όσκαρ για το καλύτερο ντοκιμαντέρ. Από τον Οκτώβριο του 1941 έως τον Ιανουάριο του 1942 χρησιμοποιήθηκε ένας μεγάλος αριθμός από καμεραμέν στην πρώτη γραμμή για να ληφθούν τα πλάνα του ντοκιμαντέρ, που σήμανε και τον λαϊκό πόλεμο εναντίον των Γερμανών εισβολέων, των οποίων οι φρικαλεότητες εμφανίζονται με γραφικές λεπτομέρειες. Ο ρωσικός ηρωισμός είναι έκδηλος σε όλη την ταινία. Στη ταινία παρουσιάζονται με γλαφυρό τρόπο οι γερμανικές φρικαλεότητες.

Δείτε το tariler:

«Η Μόσχα αντεπιτίθεται» (ΕΣΣΔ/1942)
(MOSCOW STRIKES BACK)

Σκηνοθεσία: Ilya Kopalin, Leonid Varlamov. Σενάριο: Pyotr Pavlenko. Είδος: Ιστορική, Ντοκιμαντέρ, Πολιτική.
Διάρκεια: 65′ – Διανομή: New  Star

Βραβείο Όσκαρ (1942): Καλύτερο Ντοκιμαντέρ. Βραβείο του Εθνικού Βραβείου Κριτικών Κινηματογράφου των ΗΠΑ για το Καλύτερο Ντοκιμαντέρ (1942). Βραβείο Κύκλου Κριτικών Κινηματογράφου της Νέας Υόρκης για την καλύτερη ταινία πολέμου  (1942). Βραβείο Στάλιν πρώτου βαθμού 1943

Το 1942, οι New York Times ξεκίνησαν την κριτική τους με τη φράση “Από την μεγάλη αντεπίθεση στο Χειμώνα που ξεκίνησε στις 6 Δεκεμβρίου του περασμένου έτους σχετικά με την προσέγγιση στη Μόσχα, οι ρώσοι καμεραμέν της πρώτης γραμμής έφεραν μια ταινία που θα είναι ζωντανή για πάντα στα αρχεία της εποχής μας. Η ταινία “Μόσχα Strikes Back”, δεν είναι μια ταινία που μπορεί να περιγραφεί με τους συνήθεις όρους των κριτικών, γιατί αυτά τα γεγονότα δεν είχαν οργανωθεί και προ διατεταχθεί με καλλιτεχνική επιμέλεια, αλλά καταγράφηκαν μέσα σε έναν αγώνα που δεν είχε προηγούμενο.  Εδώ είναι μια ταινία γροθιά, μια ταινία χαστούκι μπροστά στην εφησυχασμό και τη μάστιγα κατά της αυταπάτης . Εδώ είναι μια ταινία για να ανυψώσει το ηθικό και το πνεύμα των Αμερικάνων ,με το θάρρος ενός λαού που έχει περάσει πολλά.”

Ο  κριτικός των Times περιγράφει λεπτομερώς την ταινία, αναγνωρίζοντας ότι τα λόγια  δεν επαρκούν για να την περιγράψει και προσθέτει ότι “Η αγριότητα αυτής της υποχώρησης είναι ένα θέαμα που κυριεύει το μυαλό”. Βρίσκει “απείρως πιο τρομερή” τη θέα των θηριωδιών, “τα γυμνά και τα σφαγμένα παιδιά που απλώνονται σε φρικιαστικές σειρές, οι νεαροί που κρέμονται από αγχόνες στο κρύο..”. Η κριτική καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι “Το να λέμε ότι η ταινία η “Η Μόσχα αντεπιτίθεται” είναι απλά μια μεγάλη ταινία είναι πραγματικά ακατάλληλο κλισέ”. Το μοντάζ του Slavko Vorkapich είναι εξαιρετική δουλειά, το σενάριο του  Albert Maltz είναι φοβερό όπως και η φωνή αφήγησης του Ρόμπινσον. ”Αλλά αυτό δεν λέει την  όλη ιστορία για το τι έχουν καταφερει οι ηρωικοί κάμεραμεν”, γυρίζοντας πλάνα εν μέσω της μανίας της μάχης”.

Στην ΕΣΣΔ, η ταινία απονεμήθηκε το βραβείο Στάλιν. Στις 9 Μαΐου, στην Αμερική, ήταν ένας από τους τέσσερις νικητές των 15ων Βραβείων Οσκαρ για το Καλύτερο Ντοκιμαντέρ ανάμεσα σε 24 ταινίες και έτσι αποτέλεσε το πρώτο Όσκαρ στην ιστορία του ρωσικού κινηματογράφου. Σχετικά με αυτό ο  Αλέξανδρος Κίμποφσκι, επικεφαλής του πολιτιστικού τμήματος στο Μουσείο Κινηματογράφου της Μόσχας είπε μεταξύ άλλων για την ταινία :”… να θυμάστε ότι ο κινηματογράφος μας έλαβε την πρώτη του αναγνώριση. Αυτή είναι και η μνήμη του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, η αναγνώριση της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου όχι μόνο για την ποιότητα, αλλά κυρίως για το περιεχόμενο της εικόνας“. Τα αγαλματίδια, τα οποία κατασκευάστηκαν από σοβά, λόγω οικονομικής στενότητας, παρουσιάστηκαν κατόπιν σε τέσσερις πίνακες ζωγραφικής.

Επίσης κέρδισε το βραβείο του Εθνικού Συμβουλίου Κριτικών για το καλύτερο ντοκιμαντέρ το 1942 και τα Βραβεία Κύκλου Κριτικών Κινηματογράφου της Νέας Υόρκης για την καλύτερη ταινία πολέμου. Η ταινία διανεμήθηκε από την Artkino Pictures  και την Republic Pictures.

Ο σκηνοθέτης της ταινίας Ilya Kopalin θυμάται σχετικά με τα γεγονότα του χειμώνα του 1941-1942 ότι: “Ήταν δύσκολες, αλλά ευτυχισμένες μέρες. Δύσκολες, γιατί κάναμε μια ταινία σε μια πόλη πρώτης γραμμής. Το υπόγειο στούντιο έχει μετατραπεί σε διαμέρισμα όπου ζούσαμε σαν σε καταφύγιο  Τη νύχτα συζητήσαμε με τους cameramen την δουλειά για την επόμενη μέρα και το πρωί έβγαιναν οι cameramen μπροστά με τα μηχανήματα και γύριζαν το βράδυ με τα πλάνα. Η λήψη ήταν πολύ δύσκολη. Υπήρχαν παγετώνες με θερμοκρασία -30 βαθμών Κελσίου. Οι μηχανισμοί πάγωναν και φράσσοταν με το χιόνι, τα χέρια δεν μπορούσαν να ενεργήσουν. Υπήρχαν στιγμές που στο αυτοκίνητο που επέστρεψε από το μέτωπο, έβαζαν το σώμα του νεκρού συντρόφου μας και του σπασμένου εξοπλισμού. Αλλά η γνώση ότι ο εχθρός απομακρύνεται από τη Μόσχα, καταρρίπτοντας το μύθο των ανίκητων ναζιστικών στρατών, μας έδωσε δύναμη.

Γνωρίζαμε ότι η ταινία θα πρέπει να ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατόν, ώστε οι άνθρωποι να δουν στην οθόνη τα αποτελέσματα των πρώτων νικών του στρατού μας. Επομένως, το γυρισμένο υλικό μεταφέρθηκε αμέσως στο εργαστήριο για επεξεργασία. Όλη την ημέρα και τη νύχτα στα κρύα δωμάτια επεξεργαζόμασταν τα πλάνα της ταινίας χωρίς να επιστρέψουμε στο καταφύγιο ακόμα και όταν εκτελούνταν αεροεπιδρομή… Στα τέλη Δεκεμβρίου του 1941 το μοντάζ της ταινίας τελείωσε. Στη μεγάλη ψυχρή αίθουσα έκανε συναρπαστική είσοδο η “Πέμπτη Συμφωνία” του Τσαϊκόφσκι. Η λαμπερή ρωσική μελωδία έπαιζε ενώ στην οθόνη φαίνονταν κατεστραμμένες πόλεις, πτώματα και όλος ο δρόμος της υποχώρησης των φασιστών με εικόνες φοβερής βίας και βαρβαρότητας. Ακούγαμε μουσική, κοιτάζαμε την οθόνη και κλαίγαμε. Κλαίγαμε και για τους μουσικούς, που έπαιζαν με δυσκολία  και παγωμένα χέρια.”

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

24 Trackbacks

Κάντε ένα σχόλιο: