Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ: ”Αν με χρειαστείς, σφύρα!”

Ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ δεν ανήκε στους ”κλασικούς ωραίους” του Χόλιγουντ ωστόσο κατάφερνε να ξεχωρίζει ανάμεσά τους.

Ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ δεν ανήκε στους ”κλασικούς ωραίους” του Χόλιγουντ ωστόσο κατάφερνε να ξεχωρίζει ανάμεσά τους. Αρρενωπός, μυστηριώδης, γοήτευε το γυναικείο κοινό με τον τρόπο που ερμήνευε τους ρόλους του. Ποιος μπορεί να τον ξεχάσει ως Rick Blaine στην ταινία ”Καζαμπλάνκα” ή ως Harry Morgan στην προσαρμογή της νουβέλας του Έρνεστ Χέμινγουεϊ ”Να έχεις και να μην έχεις”

Γεννημένος στις 25/12/1899 από πατέρα καρδιοχειρουργό και μητέρα εικονογράφο σε διάσημα περιοδικά της εποχής, ο μικρός Μπόγκαρτ ανήκε σε προνομιούχα κοινωνική τάξη. Πρόγονός του υπήρξε ο Άγγλος αποικιοκράτης γαλαζοαίματος Τόμας Γουόντφορντ ο οποίος υπήρξε κοινός πρόγονος και με την οικογένεια της πριγκίπισσας Νταϊάνα, με την οποία ο Μπόγκαρτ ήταν 9α ξαδέρφια.

Η μητέρα του υπήρξε ενεργή μέσα στο φεμινιστικό κίνημα και τον επηρέασε βαθιά στις μετέπειτα επιλογές του στο γυναικείο φύλο. Εικονογραφούσε σε διάφορα περιοδικά και οι οικονομικές της απολαβές ήταν οι διπλάσιες από τον χειρουργό σύζυγό της. Διάσημο σκίτσο της ήταν το μωρό Mellin, όπως ονομαζόταν μια εταιρεία παιδικών τροφών στην Αμερική στις αρχές του περασμένου αιώνα και βασίστηκε στην μορφή του Μπόγκαρτ όταν ήταν μωρό.

Παρά τις μεγάλες προσδοκίες των γονιών του, ο Μπόγκαρτ δεν καταφέρνει να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Κάκιστος μαθητής, αδιάφορος για τις εξωσχολικές δραστηριότητες και αρκετά άτακτος, τελικά καταφέρνει να αποβληθεί από το κολλέγιο αντί να καταφέρει την εισαγωγή του στο Γέηλ. Μένοντας επί ξύλου κρεμάμενος, πηγαίνει να καταταγεί στο Ναυτικό το 1918 στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά το μόνο που κράτησε στην μνήμη του από αυτόν ήταν, ”τα σέξι κορίτσια του Παρισιού’‘, όπως έλεγε αργότερα ο ίδιος. Μάλιστα για να δείχνει πιο ”σκληροτράχηλος” στα μάτια των γυναικών, είχε σκαρφιστεί πολλές εκδοχές τραυματισμού στον πόλεμο για το γενετήσιο σημάδι στα χείλη του. Πότε έλεγε πως ήταν από δική του απόδραση, πότε πως τον χτύπησε κάποιος που τον είχε αιχμαλωτίσει ο ίδιος, πότε κάποιο όπλο κ.λ.π. Ο πατέρας του, όταν επέστρεψε από τον πόλεμο προσπάθησε να τον συνετίσει. Με τις υψηλά ιστάμενες γνωριμίες του προσπαθούσε να ”χώσει” κάπου τον γιο του.

Ο Μπόγκαρτ απλά ακολουθούσε τον ποδόγυρο όπως όλοι οι νέοι. Ο χώρος του θεάματος τον τράβηξε αμέσως και αφού απέτυχε φριχτά σε οτιδήποτε άλλο, έκανε πράγατα γύρω από αυτόν: σενάριο, σκηνοθεσία και ηχοληψία. Τελικά στάθηκε μπροστά στον φακό. Ο πρώτος του ρόλος ήταν ενός Ιάπωνα μπάτλερ στην ταινία ”Η Παρασυρμένη” του 1921. Με δυσκολία ψέλλισε 4-5 λέξεις. Κανείς δεν περίμενε πως κάποτε θα σημείωνε μεγάλη επιτυχία.

Οι πρώτοι  μεγάλοι ρόλοι

Πέρασαν σχεδόν 20 χρόνια μέχρι να αναγνωριστεί ως πρώτο όνομα στα κινηματογραφικά πλατό. Μέχρι τον ρόλο του στην ταινία ”High Sierra” είχε παίξει σε ταινίες στον κινηματογράφο που δεν είχαν ενθουσιάσει το κοινό. Ωστόσο ο καλός του φίλος Τζον Χιούστον του πρότεινε το ρόλο του γκάνγκστερ στην ταινία. Το ταλέντο του κατάφερε επιτέλους να λάμψει σε ηλικία 42 ετών. Ακολούθησε την ίδια χρονιά ένας ακόμα ρόλος για τον οποίο ήταν περήφανος μέχρι το τέλος της ζωής του, του Σαμ Σπαντ στο ”The Maltese Falcon”. Στα γυρίσματα της ταινίας δεν παρέλειψε να δείξει τον ατίθασο χαρακτήρα του έναντι των αφεντικών του στην Warner Bros. Με τον συμπρωταγωνιστή του Πίτερ Λορ κάπνιζαν μανιωδώς κάτι που τα αδέρφια απεχθάνονταν. Σταμάτησαν μόνο όταν απειλήθηκαν πως θα τους απολύσουν.

Η ταινία”Καζαμπλάνκα” ήρθε ένα χρόνο μετά το 1942 και έμελλε να στιγματίσει για πάντα την καριέρα του. Ποιος δεν θυμάται αυτή την σκηνή του αποχωρισμού και την ατάκα ”Θα έχουμε για πάντα το Παρίσι ;”. Ξέρουμε σίγουρα ποιος δεν ήθελε καθόλου την ταινία από την αρχή των γυρισμάτων έως το τέλος της. Ο ίδιος ο Μπόγκαρτ, ο οποίος δήλωνε παντού πως πρόκειται για το χειρότερο φιλμ που γύρισε ποτέ. Αυτό το φιλμ όμως έμελλε να του ανοίξει τις πόρτες στην συνέχεια. Του χάρισε μια υποψηφιότητα για όσκαρ Α’ ανδρικού ρόλου και 460.000 δολάρια μισθό το χρόνο, καθιστώντας τον τον πιο ακριβοπληρωμένο ηθοποιό παγκοσμίως.

Παρόλα αυτά, ο ίδιος εξακολουθούσε να πιστεύει πως η ταινία δεν άξιζε τόση αναγνωρισιμότητα. Ίσως εξαιτίας των συχνών ξεσπασμάτων ζήλιας της γυναίκας του Μάγιο Μέθοτ. Ο γάμος τους είχε απασχολήσει την κοινή γνώμη λόγω των καυγάδων και των επανασυνδέσεων τους. Η Μέθοτ, ηθοποιός και η ίδια, έπασχε από παρανοϊκή σχιζοφρένεια ενώ είχε πρόβλημα με τον αλκοολισμό. Οι σουηδικές εφημερίδες έλεγαν πως η πρωταγωνίστρια της Καζαμπλάνκα, Ίνγκριντ Μπέργκμαν μάθαινε σουηδικά στον Μπόγκαρτ αλλά η αλήθεια ήταν πως η Μέθοτ τον είχε σχεδόν φυλακισμένο ώστε να μην πλησιάζει την Μπέργκμαν παρά μόνο την ώρα των γυρισμάτων.

Οι δυο τους ενσάρκωσαν ένα από τα πιο κλασικά ζευγάρια στην ιστορία του κινηματογράφου χωρίς ωστόσο ποτέ να γνωριστούν πραγματικά. ”Ήταν ο μόνος που φίλησα στην ζωή μου και δεν τον γνώριζα καθόλου” θα πει αργότερα η ίδια η Μπέργκμαν σε συνέντευξή της. Ένα φιλί που για να αποδοθεί κανονικά, έπρεπε  ο Μπόγκαρτ να ανέβει σε 2-3 σκαλοπατάκια ώστε να την φτάνει επιβεβαιώνοντας πως οι νόστιμοι άνδρες του κινηματογραφικού πανιού είναι κοντοί. Ο Μπόγκαρτ ήταν μόλις 1,73.

Ο μεγάλος έρωτας με ”Το βλέμμα” του Χόλιγουντ

Η Μέθοτ μπορεί να κατάφερε να τον κρατήσει μακριά από τα σουηδικά νύχια της Μπέργκμαν αλλά δεν κατάφερε να τον γλιτώσει από το 19χρονο, τότε, βλέμμα της Λορίν Μπακόλ. Οι δυο τους συναντήθηκαν στο σετ της ταινίας ”Να έχεις και να μην έχεις” και ο έρωτάς τους υπήρξε κεραυνοβόλος.

Εκείνη μόλις 19 ετών και εκείνος 44 ετών, ήταν αδύνατον να μείνουν ο ένας μακριά από τον άλλον. Προς μεγάλη απογοήτευση όχι μόνο της παρανοϊκής Μέθοτ αλλά και του σκηνοθέτη Χάουρντ Χοκς, ο οποίος ήθελε την Μπακόλ για σύντροφο. Απείλησε μέχρι και να της καταστρέψει την καριέρα αν δεν εγκατέλειπε τον Μπόγκαρτ.

Ο Μπόγκαρτ παντρεμένος με την Μέθοτ, προσπάθησε να διακόψει την σχέση τους κάτι το οποίο ήταν αδύνατον. Τα ερωτικά γράμματα που αντάλλαξαν κατά την διάρκεια του σύντομου χωρισμού τους αλλά και η επόμενη ταινία στην οποία πρωταγωνίστησαν πάλι μαζί ”Ο μεγάλος ύπνος” τους οδήγησε ξανά μαζί. Η Μέθοτ υποχώρησε στο να δώσει το διαζύγιο και εκείνοι παντρεύτηκαν σχεδόν αμέσως, μένοντας μαζί ως τον θάνατο του Μπόγκαρτ το 1957.

Ο γάμος τους ήταν ευτυχισμένος. Απέκτησαν 2 παιδιά με πολύ κόπο, επειδή ο Μπόγκαρτ έπρεπε να επιβληθεί σε ορμονολογική θεραπεία, εξαιτίας της οποίας τα μαλλιά του έπεσαν. Πρωταγωνίστησαν μαζί σε άλλες δυο ταινίες έως το 1948.

”Δεν είμαι κομμουνιστής”

Τον Μάρτιο του 1948 ο Μπόγκαρτ αναγκάστηκε να δημοσιεύσει ένα άρθρο με τον παραπάνω τίτλο ώστε να δικαιολογήσει την εμφάνισή του στο Κογκρέσο εναντίον των ενεργειών της Επιτροπής αντι-Αμερικάνικών υποθέσεων, η οποία είχε ξεκινήσει ένα κυνήγι μαγισσών εναντίον των κομμουνιστών του Χόλιγουντ. Στο άρθρο φρόντισε να επισημάνει πως ο ίδιος δεν είναι κομμουνιστής και να λάβει αποστάσεις από τους ”10 κομμουνιστές του Χόλιγουντ”. Παρόλα αυτά θεωρούσε την εκδίωξη και τον στιγματισμό των ανθρώπων με βάση τα πολιτικά τους φρονήματα απαράδεκτο.

Οι τελευταίοι μεγάλοι ρόλοι: ”Η Βασίλισσα της Αφρικής” και το ”Σαμπρίνα”

Το 1951, ταξίδεψε στην Αφρική και συγκεκριμένα στο Βελγικό Κονγκό για τα γυρίσματα της ταινίας ”Η Βασίλισσα της Αφρικής” με συμπρωταγωνίστρια την Κάθριν Χεπμπορντ. Κατά την διάρκεια της ταινίας αντιμετώπισαν πολλές δύσκολες καταστάσεις λόγω των φυσικών τοπίων στα οποία γυρίζονταν οι σκηνές αλλά και εξαιτίας της δυσεντερίας που έπιασε όλο το καστ των ηθοποιών και των τεχνικών πλην του Μπόγκαρτ, εθισμένος στο αλκοόλ  αστειευόταν πως με τόσο ουίσκι οτιδήποτε και αν τον τσιμπούσε θα έπεφτε νεκρό.

Τρία χρόνια αργότερα, συμπρωταγωνιστεί με την Όντρεϊ Χεπμπορντ και κερδίζει τις εντυπώσεις στο ρόλο του διεκδικητής στην ταινία ”Σαμπρίνα”. Για ακόμα μια φορά καταφέρνει να εκνευρίσει τους πάντες από το σετ της ταινίας με την αργοπορία του και την γκρίνια του. Η συνεργασία του με την Χέπμπορντ ήταν κάτι παραπάνω από κακή, καθώς ήθελε να επιβάλει την γυναίκα του για το ρόλο. Όλα τα νεύρα του τελικά τα επωμίστηκαν ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος της ταινίας, υπομένοντας στωικά την γκρίνια του και όχι άδικα βέβαια, καθότι το σενάριο της ταινίας γραφόταν ταυτόχρονα με το γύρισμα της.

Το τελευταίο πλάνο

Χρόνιος καπνιστής βαριών άφιλτρων τσιγάρων και με εξασθενισμένη υγεία λόγω του ποτού, ο Μπόγκαρτ νόσησε από καρκίνο του οισοφάγου το 1956. Οι μεταστάσεις ήταν γρήγορες και σε πολλαπλά όργανα. Μέσα σε ένα χρόνο ο Μπόγκαρτ νικήθηκε από την επάρατη νόσο. Η ασθένεια τον είχε λυγίσει κατά κράτος, αφού είχε μείνει μόλις 36 κιλά.

Θάφτηκε με μια μικρή χρυσή σφυρίχτρα στο λαιμό του. Δώρο που είχε δώσει στην σύζυγό του Μπακόλ όταν ήταν ακόμα στα γυρίσματα της ταινίας ”Να έχεις και να μην έχεις;”. Σύμφωνα με το σενάριο, εκείνη ρωτούσε στην ταινία: ”Ξέρεις πώς να σφυρίζεις; Ενώνεις τα χείλη σου και φυσάς...” Η σφυρίχτρα έγραφε πάνω: Αν με χρειαστείς απλά σφύρα”.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 σχόλιο

Κάντε ένα σχόλιο: