Ανρί Καρτιέ – Μπρεσόν: ’’Η φωτογραφία είναι ένα στιγμαίο σκίτσο. Είναι η απάντηση και η ερώτηση’’

Με την μηχανή του απαθανάτισε σημαντικές στιγμές της ιστορίας του 20ου αιώνα με τρόπο που άλλαξε το φωτο-ρεπορτάζ. Υπήρξε κομμουνιστής μέχρι το τέλος της ζωής του παρά την διαφωνία του το 1956 με την Σοβιετική Ένωση. Ένας πλούσιος αστός μαγεμένος απο τον σοσιαλισμό.

Γεννημένος στις 22 Αυγούστου του 1908 από εύπορους γονείς ο μικρός Ανρί μεγάλωσε με όλες τις ανέσεις. Ο πατέρας του διατηρούσε εργοστάσιο κλωστουφαντουργίας και κάθε σπίτι είχε στο κασελάκι ραπτικής του τουλάχιστον ένα μασούρι αγορασμένο από την διάσημη φίρμα εκείνη της εποχής. Η μητέρα του ήταν γόνος πολιτικής οικογένειας της οποίας οι ρίζες της πάνε πίσω στην θρυλική Σαρλότ Κορντέ, την δολοφόνο του Ζαν-Πωλ Μαρά.

Ο μικρός Ανρί ήταν ο πρώτος από τα πέντε αδέρφια του. Μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον μεγαλοαστικό, αυστηρό, καθολικό και… σοσιαλιστικό. Οι γονείς παρά την οικονομική τους άνεση και την αυστηρότητά τους είχαν μαγευτεί από τις σοσιαλιστικές ιδέες και ο ίδιος ο Μπρεσόν τους περιέγραφε ως ‘’Καθολικούς σοσιαλιστές’’.

Μετά από πολλές αποτυχημένες απόπειρες να ασχοληθεί με την μουσική, ο θείος του Λουί, ένας χαρισματικός ζωγράφος, τον προτρέπει να ασχοληθεί με την ελαιογραφία. Η ζωγραφική γίνεται το πάθος του και όταν ο θείος σκοτώνεται στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο μικρός Ανρί, θεωρεί υποχρέωσή του να ακολουθήσει την ζωγραφική ως επάγγελμα.

Το 1927, βρίσκεται νεαρός φοιτητής σε ιδιωτική σχολή Καλών Τεχνών στο Παρίσι. Δεν αργεί να γίνει μέλος του κύκλου του κυβιστή ζωγράφου Αντρέ Λοτ, τον οποίο αποκαλεί ‘’Δάσκαλό του στην φωτογραφία χωρίς κάμερα’’. Ο Καρτιέ Μπρεσόν μαγεύεται από το Παρίσι του Μεσοπολέμου. Ένα Παρίσι που μαζεύει στους δρόμους του γύρω από την Μονμάρτη την νεολαία των καλλιτεχνών και διανοούμενων που θα αποτελέσουν στα επόμενα χρόνια την αφρόκρεμα, η οποία θα αλλάξει το ρου της ιστορίας και της Τέχνης στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Πολλοί από αυτούς όπως ο Πικάσο θα περάσουν κάποτε μπροστά από το φακό του. Προς το παρόν, τον προσπερνούν βιαστικοί στο δρόμο χωρίς ο ένας να γνωρίζει για τον άλλον πόσο σημαντικοί θα γίνουν στο μέλλον για την παγκόσμια ιστορία.

Ο Αντρέ Λοτ επιθυμούσε να συγκεράσει την γαλλική παράδοση και τον κλασσικισμό της αναγέννησης  με τον μοντερνισμό. Ο Καρτιέ- Μπρεσόν απορροφά όλες τις εικόνες, τις ιδέες και τα ρεύματα της εποχής. Διαβάζει ποίηση, φιλοσοφία, λογοτεχνία και φυσικά Μαρξισμό. Γίνεται κομμουνιστής και αντι-φασίστας χωρίς ποτέ να ανήκει επίσημα στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα.

Το κίνημα του σουρεαλισμού είναι ακόμα φρέσκο και νεανικό. Έχει εμφανιστεί μόλις το 1924 και δεν χρειαζόταν παρά να πιει κάποιος τον καφέ του στο ‘’Σιρανό’’ για να ακούσει παθιασμένους νέους υποστηριχτές του να μιλούν για αυτό. Αυτό έκανε και ο Ανρί. Η συνάντησή του με τους σουρεαλιστές υπήρξε καταλυτική για την ζωή του. Την ίδια περίοδο, παθιάζεται με την φωτογραφία. Κάθε κλικ του περιέχει ένα στοιχείο σουρεαλισμού παρότι μοιάζει απόλυτα καθημερινό.

Το 1929, γνωρίζεται με τον Αμερικάνο Χάρι Κρόσμπυ. Έναν νεαρό βετεράνο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, πλούσιο κληρονόμο, ποιητή και εκδότη συγγραφέων και ποιητών που κανείς άλλος δεν ήθελε να εκδώσει. Γίνονται φίλοι  και μοιράζονται το ίδιο πάθος για την φωτογραφία όσο και για την σύζυγο του Κρόσμπυ. Το ζεύγος Κρόσμπυ ήταν γνωστό για τις ελεύθερες σεξουαλικές του σχέσεις και ο τότε σχεδόν μια δεκαετία νεότερος Ανρί βρέθηκε σε ένα ιδιότυπο τρίγωνο ή μάλλον πολυγωνικό σχήμα.

Λίγους μήνες  αργότερα, ο Κρόσμπυ, 31 ετών, αυτοκτονεί ή μάλλον δολοφονείται από μια ζηλιάρα ερωμένη του και ο Ανρί συνεχίζει την σχέση του με την πρώην σύζυγό του μέχρι που εκείνη τον εγκαταλείπει και αυτός με ραγισμένη καρδιά, πηγαίνει στην Ακτή του Ελεφαντοστού. Προσβάλλεται από τον ‘’Μαύρο Πυρετό’’ και πιστεύει πως εκεί θα αφήσει την τελευταία του πνοή. Γράφει στη γιαγιά του πως θέλει το σώμα του να θαφτεί στην Νορμανδία. Τελικά, αναρρώνει και γυρίζει πίσω στο Παρίσι. Συνδέεται και  πάλι με τον κύκλο των Σουρεαλιστών.

Αγοράζει την πρώτη του μηχανή Leica στην Μασσαλία το 1932, αποφασισμένος να ασχοληθεί αποκλειστικά με την φωτογραφία από εδώ και πέρα. Ταξιδεύει στις μεγάλες πρωτεύουσες της Ευρώπης, στο Μαρόκο, στο Μεξικό και στην Αμερική.

Καθώς ο φασισμός ανεβαίνει παντού, ο ίδιος τάσσεται υπέρ του κομμουνισμού και προτρέπει τους γύρω του να διαβάσουν Μαρξ και Ένγκελς. Οι φωτογραφίες που τραβά εκτίθενται σε διάφορες εκθέσεις στο Παρίσι και στην Αμερική. Το 1935, σε μια έκθεσή του γνωρίζεται με ένα κύκλο νέων κινηματογραφιστών  οι οποίοι έχουν σχηματίσει την οργάνωση ‘’Nykino’’. Επηρεασμένοι από την αισθητική και τα πολιτικά θέματα των σοβιετικών ταινιών προσπαθούν να δημιουργήσουν και οι ίδιοι ταινίες με τις ίδιες τεχνικές και θεματικές.

Το 1937, γνωρίζεται με την πρώτη του σύζυγο Ράτνα Μοχίνι, ινδονήσια χορεύτρια γνωστή για την ακτιβιστική της δράση υπέρ της ανεξαρτησίας της Ινδονησίας από την Ολλανδία.

Όλοι οι φίλοι του είναι γνωστοί κομμουνιστές αλλά ο ίδιος, αν και οπαδός, δεν κάνει το βήμα να προσχωρήσει στο Γαλλικό Κόμμα. Νιώθει πως η πλούσια καταγωγή του θα γίνει αντικείμενο σχολιασμού και έτσι αποφεύγει την όποια εμπλοκή. Για να μπορέσει να γράψει στην εφημερίδα ‘’Ce Soir’’, εφημερίδα του κόμματος, υπογράφει ως Ανρί Καρτιέ.

Το πρώτο του επιτυχημένο ρεπορτάζ ήρθε τον Μάιο του 1937, όταν κάλυψε την στέψη του Βασιλιά της Αγγλίας του Γεωργίου του 6ου. Ρεπορτάζ που μπήκε τόσο στην εφημερίδα όσο και στο κομμουνιστικό περιοδικό ‘’Regards’’.

Από το 1936 μέχρι και το 1945, γυρίζει μαζί με την κινηματογραφική οργάνωση ‘’Nykino’’ και τον Ζαν Ρενουάρ μια σειρά ταινιών διαποτισμένες από τα κομμουνιστικά ιδεώδη.

Όταν ξεσπά ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, βρίσκεται στον γαλλικό στρατό με σκοπό να τραβήξει φωτογραφίες και σκηνές από την ζωή στα στρατόπεδα και στα πεδία των μαχών. Τον Ιούνιο του 1940 στην Μάχη της Γαλλίας αιχμαλωτίζεται από τους Γερμανούς και μεταφέρεται σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας για 35 μήνες.

Προσπαθεί να δραπετεύσει 3 φορές και τελικά τα καταφέρνει με την τρίτη. Κρύβεται δουλεύοντας κρυφά και τραβώντας εικόνες της Κατεχόμενης Γαλλίας καθώς και την απελευθέρωση του Παρισιού.

Το Φεβρουάριο του 1947, με δυο  φίλους του κομμουνιστές, τους Ρομπέρτ Κάπα και τον Ντέιβιντ Σέιμουρ, ιδρύουν την φωτογραφική κολλεκτίβα Magnum. Από εκείνη την στιγμή, ο Μπρεσόν ‘’εγκαταλείπει’’ την σουρεαλιστική φωτογραφία και αφοσιώνεται στο φωτορεπορτάζ.

Ο Ρομπέρτ Κάπα θα σκοτωθεί το 1954 στο πόλεμο της  Ινδοκίνας όταν για λογαριασμό του περιοδικού ‘’Life’’ προσπαθώντας να τραβήξει μια ομάδα στρατιωτών θα πατήσει πάνω σε νάρκη. Υπήρξε επιστήθιος φίλος του Έρνεστ Χεμινγουαίη, ο οποίος εμπνεύστηκε το βιβλίο ‘’Για ποιον χτυπά η καμπάνα;’’ από μια σειρά φωτογραφιών του που είχε δει.

Ο Ντέιβιντ Σέιμουρ σκοτώνεται δυο χρόνια αργότερα, το 1956, στην Αίγυπτο, όταν πηγαίνει να φωτογραφίσει την ανταλλαγή πληγωμένων στρατιωτών την περίοδο της Κρίσης του Σουέζ.

Ο Καρτιέ-Μπρεσόν σταματά τις σχέσεις του με το Γαλλικό  Κομμουνιστικό Κόμμα όταν οι Σοβιετικοί εισβάλλουν στην Βουδαπέστη. Το 1963, ταξιδεύει στην Κούβα για την κρίση των Πυραύλων.

Από την δεκαετία του 1970, αρχίζει σιγά-σιγά να αποσύρεται από το φωτορεπορτάζ και την έντονη ζωή. Το 1972, φεύγει πικραμένος και από την κολλεκτίβα, πιστεύοντας πως οι νέοι έχουν χάσει τον μαρξιστικό-λενινιστικό προσανατολισμό τους και ασχολούνται με την διαφήμιση και τον καταναλωτισμό. Επιλεκτικά φωτογραφίζει ό,τι του τραβά την προσοχή μέχρι το τέλος της ζωής του ωστόσο στρέφεται κυρίως πάλι προς το σχέδιο.

Παντρεύεται για δεύτερη φορά, την 30 χρόνια νεότερη του φωτογράφο Βελγίδα Μαρτίν Φρανκ με την οποία αποκτά ένα παιδί το 1984 λίγο πριν τα 80 του χρόνια. Έφυγε από την ζωή στα 95 του χρόνια τον Αύγουστο του 2004.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

2 Σχόλια

Κάντε ένα σχόλιο: