To λίκνο του προλεταριάτου – 175 χρόνια από την κυκλοφορία του έργου “Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία”

Το εμβληματικό νεανικό σύγγραμμα του Φρίντριχ Ένγκελς, που όχι μόνο περιέγραψε τις συνθήκες διαμόρφωσης και διαβίωσης της εργατικής τάξης στην πρώτη χώρα πλήρους ολοκλήρωσης του καπιταλιστικού μετασχηματισμού, αλλά και περιέγραψε τους όρους για την απελευθέρωσή της από την αθλιότητα και την εκμετάλλευση, που μόνο μορφή – εν μέρει – κι όχι ουσία έχει αλλάξει ως σήμερα.

Τις τελευταίες μέρες του Νοέμβρη 1842 ο Φρίντριχ Ένγκελς πάτησε σε αγγλικό έδαφος. Όπως και σε μια συντομότερη επίσκεψη δυο χρόνια νωρίτερα, κατέφτασε από την Ολλανδία με καράβι, που τον έφερε μέσω Τάμεση ως το Λονδίνο. Εκεί βγήκε στη στεριά και συνέχισε με το τραίνο στο Μάντσεστερ, όπου ανέλαβε τη θέση του στο παράτημα του εργοστασίου κλωστοϋφαντουργίας της εταιρείας “Έρμεν και Ένγκελς”, Victoria Mill στην άκρη της πόλης, που παρήγαγε νήματα βαμβακιού αλλά και κλωστές για πλέξιμο και ράψιμο. Εδώ ήταν συνέταιρος ο πατέρας του, που είχε και εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας στο Μπάρμεν, από το 1837. Μάλλον δική του ήταν η πρωτοβουλία για αυτή την παραμονή, παρότι και ο νεαρός Ένγελς θα είχε διακρίνει την ευκαιρία να δραπετεύσει από τη γερμανική μιζέρια και να εξερευνήσει το κέντρο του βιομηχανικού καπιταλισμού. Νωρίτερα, πριν την εμπορική του εκπαίδευση στη Βρέμη και ένα χρόνο θητείας στον πρωσικό στρατό στο Βερολίνο, είχε παρακολουθήσει στο τοπικό πανεπιστήμιο διαλέξεις, είχε γνωρίσει κάποιους νεοεγελιανούς και είχε συμμετάσχει στις λογοτεχνικές και πολιτικές τους αντιπαραθέσεις. Το διάστημα στο Μάνστσεστερ ήθελε πλέον να το αξιοποιήσει κυρίως για κοινωνιολογικές μελέτες, γιατί εδώ βρισκόταν στην πρώτη γραμμή του επεκτεινόμενου βιομηχανικού καπιταλισμού, που κυριαρχούσε ολοένα και περισσότερο στη διεθνή αγορά.

Το Μάντσεστερ ήταν τότε μια πόλη 400.000 κατοίκων, δηλαδή δέκα φορές μεγαλύτερο από την οικογενειακή εστία στο Βούπερταλ, όπου τα προβλήματα του σύγχρονου βιομηχανικού καπιταλισμού ίσα που άρχιζαν να φαίνονται. Το Λονδίνο, που επίσης επισκέφτηκε, ήταν με 3,5 εκατομμύρια κατοίκους ήδη μια παγκόσμια μητρόπολη. Στο Μάντσεστερ ο Ένγκελς γνώρισε και ηγετικούς εκπροσώπους του εργατικού κινήματος, συγκεκριμένα τους Χαρτιστές που έδρευαν εκεί, κι άρχισε να δημοσιεύει κείμενα στα περιοδικά τους. Την ίδια στιγμή κρατούσε ζωντανή την επικοινωνία του με τον Καρλ Μαρξ, τον οποίο για πρώτη φορά συνάντησε το 1842. Έγραφε για την “Εφημερίδα του Ρήνου” και αργότερα συνέταξε δύο πολύ σημαντικές συμβολές για τα Γερμανογαλλικά χρονικά, που εξέδιδαν ο Μαρξ και ο Άρνολντ Ρούγκε και κυκλοφόρησαν το Φλεβάρη του 1844. Κυρίως το “Σχεδίασμα για μια κριτική της εθνικής οικονομίας”, δείχνει πόσο πολύ επεδίωκε ο Ένγκελς μια υλιστική κριτική του καπιταλισμού. Παρουσίαζε την αστική οικονομία ως “απόλυτη επιστήμη πλουτισμού”. Οι ταξικές αντιθέσεις σε τελική ανάλυση θα μπορούσαν να επιλυθούν μόνο με μια “κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας”, κάτι το οποίο θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μέσω των Άγγλων εργατών, που ήταν εν πολλοίς άγνωστη στην ηπειρωτική Ευρώπη.

Κατά την επιστροφή στη Γερμανία, τον Αύγουστο του 1844, συνάντησε το Μαρξ στο Παρίσι, όπου μεταξύ άλλων κανόνισαν κοινές δραστηριότητες. Ο ίδιος ο Ένγκελς αξιοποίησε το επόμενο φθινόπωρο και χειμώνα για πολιτικές δράσεις στην “Επαρχία του Ρήνου” και τη συγγραφή του βιβλίου του για την κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία, για την οποία είχε κάνει τόσο εκτεταμένη έρευνα. Το βιβλίο ήταν να κυκλοφορήσει στα τέλη Μάη του 1845 στις εκδόσεις Βίγκαντ στη Λειψία, τον ίδιο εκδοτικό οίκο, στον οποίο το 1841 είχε κυκλοφορήσει το βιβλίο του Λουδοβίκου Φόυερμπαχ “Το πνεύμα του χριστιανισμού”. To βιβλίο ήταν αφιερωμένο στους Άγγλους εργάτες, τους “Working Men” όπως λέγεται με κεφαλαιογράμματη γραφή ως ένδειξη σεβασμού στα αγγλικά, γιατί εκείνοι τον βοήθησαν να αποκτήσει ακριβή γνώση των συνθηκών ζωής, των “βασάνων και αγώνων τους”. Oι Γερμανοί εργάτες με τη σειρά τους ήταν στόχος να μάθουν από αυτή την “παρουσίαση κλασικών συνθηκών του προλεταριάτου στο βρετανικό βασίλειο” τι περίμενε τους ίδιους. Στη Γερμανία ναι μεν οι συνθήκες δεν είχαν ακόμα διαμορφωθεί πλήρως, αλλά αυτό ήταν απλά θέμα χρόνου, αφού επρόκειτο τελικά για το “ίδιο κοινωνικό σύστημα”. Πρώτα δείγματα για την έκρηξη των ταξικών αντιθέσεων και τον αγώνα κατά των αβάσταχτων κοινωνικών συνθηκών είχαν υπάρξει και εδώ, κάτι για το οποίο ο Ένγκελς μπορούσε να παραπέμψει στην εξέγερση των υφαντουργών της Σιλεσίας τον Ιούνη του 1844 και τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας σε όλο το Ράιχ που ακολούθησαν.

Η ανάπτυξη του προλεταριάτου.

Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία είναι από πολλές απόψεις ένα πρωτοπόρο έργο. Δεν είναι μεν η πρώτη ή μοναδική απεικόνιση των κοινωνικών συνθηκών στο πρώτο τρίτο του 19ου αιώνα. Παρόμοιες εργασίες είχαν προϋπάρξει, και μάλιστα τόσο στην Αγγλία, όσο και στη Γαλλία, που ήταν οι πιο προηγμένες οικονομικά χώρες. Αλλά σε δυο πτυχές ο Ένγκελς πήγαινε ένα βήμα παραπέρα: Αφενός περιλαμβάνει την ολότητα της εργατικής τάξης, δεν περιορίζεται δηλαδή σε ένα μεμονωμένο βιομηχανικό κλάδο όπως για παράδειγμα τη βαμβακοπαραγωγή. Αφετέρου εξηγεί το σχηματισμό μιας νέας τάξης, τα μέλη της οποίας συχνά χαρακτηρίζονταν και περιθωριοποιούνταν ως “φτωχοί”, μέσα από τις προϋποθέσεις της εκβιομηχάνισης. Η κοινωνική κατάσταση – οι σχεδόν αβάσταχτες κακουχίες και οι πολιτικές αντιδράσεις σε αυτό – παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα της εξέλιξης του βιομηχανικού καπιταλισμού. Κι έτσι αρχίζει το βιβλίο με μια σκιαγράφηση της βιομηχανικής επανάστασης, που μεταμόρφωσε τα τελευταία πενήντα χρόνια την αγγλική κοινωνία. Εν πολλοίς αυτή η διαδικασία συνίσταται σε μια γιγάντια συγκέντρωση και πόλωση, κάτι που οδηγεί στο να σχηματιστεί από την αστική τάξη μια μικρή ομάδα ολοένα και πιο ισχυρών καπιταλιστών, ενώ τα άλλα στρώματα χάνουν τη σημασία τους. Απέναντί τους βρίσκεται η ραγδαία αυξανόμενη τάξη των προλετάριων, των οποίων η άνοδος στα μικροαστικά στρώματα πλέον παραμένει συνήθως απαγορευτική. Η αντίληψη αυτής της τάσης ανάπτυξης οδηγεί σε μια νέα ταξική συνείδηση (παρότι ο Ένγκελς δε χρησιμοποιεί ακόμα αυτό τον όρο), κάτι που αντανακλάται και στην πολιτική στρατηγική. Αν το νέο στρώμα δε θέλει να υποστεί αυτές της ανυπόφορες και ταπεινωτικές συνθήκες απλά υποφέροντας, δηλαδή παθητικά, πρέπει να οργανωθεί για να παλέψει έτσι για την απελευθέρωσή του και για ανθρώπινες συνθήκες.

Η συγκέντρωση, η πόλωση και η αστικοποίηση δεν είναι συμπτώσεις. Αυτές οι διαδικασίες οφείλονται στον εκμηχανισμό, δηλαδή την αυξανόμενη χρήση μηχανών και της δύναμης του ατμού, που απαιτούν τόσο μεγαλύτερο κεφάλαιο, όσο και έναν μαζικά αυξανόμενο αριθμό εργατριών και εργατών. Όπου κι αν σχηματίζονται τέτοιες παραγωγικές μονάδες, προκύπτουν οι αντίστοιχες κοινωνικές συνέπειες. Σε αυτές ανήκει και η δημιουργία μιας δεξαμενής περίσσιας εργατικής δύναμης. Οι αναπτυσσόμενες πόλεις με τις εκτεταμένες παραγκουπόλεις και φτωχογειτονιές είναι λοιπόν συνέπεια αυτών των θεμελιωδών οικονομικών διαδικασιών, η εκμετάλλευση και ο ανταγωνισμός εμφανίζονται σε γυμνή μορφή. Γλαφυρά περιγράφει ο Ένγκελς, πώς γνώρισε στο Μάντσεστερ τόσο τον εγωισμό, την απληστία και τη “βάρβαρη αδιαφορία” της αστικής τάξης των κεφαλαιοκρατών, όπως και τα αμέτρητα βάσανα των προλεταρίων, παραδομένων στον αυταρχισμό των εργοστασιαρχών και των συνδεόμενων μαζί τους κρατικών αρχών, της αστυνομίας και της δικαιοσύνης.

Εξίσου παραλυτικά επιδρά η θεμελιώδης ανασφάλεια των συνθηκών εργασίας. Οι εργάτες δεν ξέρουν για πόσο θα έχουν τις λιγότερο ή περισσότερο κακοπληρωμένες δουλειές τους. Είναι έρμαια των σκαμπανεβασμάτων του καπιταλισμού. Μόνο λίγοι, πιο ειδικευμένοι εργάτες στις πόλεις φτάνουν σε αμοιβές που επαρκούν για την επιβίωση. Στις κατά βάση αγροτικές περιοχές, με τις οποίες ασχολείται κυρίως ο Ένγκελς, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Η συνεχής αύξηση του αριθμού των εργατών, μεταξύ άλλων και χάρη στη μαζική μετανάστευση από την Ιρλανδία, συμπιέζει προς τα κάτω το επίπεδο των αμοιβών, κάτι που έχει αρνητικές συνέπειες για όλους. Ο Ένγκελς υπήρξε ένας από τους πρώτους που αναγνώρισαν τη θεμελιώδη για τον καπιταλισμό αναγκαιότητα αυτού του “περίσσιου πληθυσμού” – ο Μαρξ αργότερα θα έβρισκε γι’ αυτό στον πρώτο τόμο του κεφαλαίου τον όρο του “βιομηχανικού εφεδρικού στρατού”. Μια και ο καπιταλισμός υφίσταται διαρκή σκαμπανεβάσματα, αυτή η εργατική εφεδρεία από ήδη υπάρχοντες όπως και δυνάμει προλετάριους (πχ μετανάστες) είναι απαραίτητη. Ό Ένγκελς ήταν κι ένας από τους πρώτους αναλυτές που υπέδειξαν τους περιοδικούς κύκλους οικονομικής ανάπτυξης, κάτι που καθιστούσε δυνατή τη διατύπωση προγνώσεων, οι οποίες ασφαλώς δεν επαληθεύονταν πάντα.

Αστικοποίηση και εξαθλίωση

Η εξαντλητική περιγραφή των συνθηκών εργασίας των εργατών είναι λοιπόν ενσωματωμένη σε μια ιστορική υλιστική ανάλυση του αναπτυσσόμενου βιομηχανικού καπιταλισμού. Οι οικονομικές εξελίξεις, συγκεκριμένα στο πεδίο της κλωστοϋφαντουργίας, είναι υπεύθυνες για τις τεράστιες αλλαγές της ταξικής δομής και την ταχύτατη αστικοποίηση. Η εκτεταμένη αστικοποίηση με όλες τις συνέπειές της διεξάγεται στην πλάτη της εργατιάς, που επεκτείνεται αισθητά και περιλαμβάνει πολλά στρώματα με προβιομηχανικό υπόβαθρο. Εδώ βρίσκεται, από ποσοτική σκοπιά, το κέντρο βάρους του συγγράμματος του Ένγκελς, που βασίζεται σε ευρεία προσωπική έρευνα. Ο Ένγκελς μπήκε στον κόπο, να γνωρίσει σε βάθος τις εξαθλιωμένες γειτονιές και τους κατοίκους τους. Μαζί με την Μαίρη Μπερνς, Ιρλανδέζα εργάτρια και κατοπινή σύντροφό του, κατέγραψε τις συνθήκες ζωής με λεπτομέρειες και αποδείξεις, αξιολογώντας αναρίθμητες στατιστικές, επίσημες αναφορές και σχόλια αστών. Με αυτό τον τρόπο περιλαμβάνει σχεδόν όλες τις πτυχές, από τις εν πολλοίς καταστροφικές εργασιακές συνθήκες (παιδική εργασία, ωράρια ως 16 ώρες τη μέρα, συστήματα ποινών στα εργοστάσια κλπ), το χαρακτήρα των άθλιων φτωχογειτονιών, όπου στοιβάζονται συχνά πολλές οικογένειες, την έλλειψη αποχέτευσης, μέχρι τις συστηματικές διακρίσεις από τις αρχές και την απαξιωτική, απάνθρωπη συμπεριφορά από τους καπιταλιστές, που βλέπει στους εργάτες και τις εργάτριες κυρίως “δουλειά” ή και μόνο “χέρια”, που μπορούν να εκμεταλλεύονται ανενδοίαστα και να κακοποιούν ατιμώρητα.

H αναλυτική και καταγραφική μέθοδος του Ένγκελς δεν τον εμποδίζει να εκφράσει την αγανάχτησή του. Πολλές φορές γίνεται λόγος για την “κοινωνική κόλαση” ή τον “κοινωνικό πόλεμο” που υφίσταται το προλεταριάτο.Οι εργάτες, που μετά από μια μακρά εργάσιμη μέρα πηγαίνουν στο σπίτι, θυμίζουν στην εξάντληση και τη σωματική τους αποσάθρωση έναν ηττημένο στρατό, το σκηνικό της παραγκούπολης, οι στενοί δρόμοι, η αρχιτεκτονική με υπολογισμένη φθαρτότητα και γρήγορο κέρδος θυμίζουν σφαγείο. Ξεκάθαρα καθιστά υπεύθυνους γι’ αυτό την κυρίαρχη αστική τάξη, που ασχολείται μόνο με τα δικά της συμφέροντα και την απληστία της. Για τις απάνθρωπες κακοδαιμονίες συνήθως δε νιώθει ευθύνη. Αναζητούν συχνά (όπως και σήμερα συνήθως) το φταίξιμο για τα προβλήματα στην ατομική ανικανότητα ή τη “φυσική” μοίρα των φτωχών, που υπήρχε ανέκαθεν, Ο αυξανόμενος αριθμός τους αποδίδεται κατά προτίμηση στην ηθική αποχαλίνωση που εξαπλώνεται μαζί με τον αλκοολισμό στις εξαθλιωμένες γειτονιές. Επιπλέον, προσπαθούν να ελέγξουν την περιθωριοποίηση μέσω νόμων περί φτωχών, που φυσικά δε δίνουν καμία βοήθεια.

Για τον Ένγκελς από αυτό προκύπτει ωστόσο και μια θετική πλευρά: Καθώς οι εργάτες περιθωριοποιούνται, εκτίθενται λιγότερο και στον αστικό εγωισμό, τη θρησκεία ή την υποκριτική ηθική, μπορούν να συνειδητοποιήσουν τη δύναμή τους ως αυτόνομη ομάδα. Έτσι ο Ένγκελς, μακριά από το να σκιαγραφήσει μια ολότελα αρνητική ή συμπονετική εικόνα από αστική σκοπιά, βρίσκει πολλούς εργάτες, ειδικά σε μεγαλύτερα εργοστάσια, που επιδιώκουν να αποκτήσουν μια ευρεία μόρφωση, που είναι πολιτικά ενεργοί και δραστηριοποιούνται στο τσάκισμα της εκμετάλλευσης των εργατών. Σαφώς αυτό δεν ισχύει για όλους: Πολλοί έχουν απλά χάσει το ηθικό τους, έχουν πέσει στον αλκοολισμό ή σπαταλάνε τα λιγοστά εισοδήματα που διαθέτουν. Άλλοι πάλι πέφτουν σε παθητικότητα, προσαρμόζονται και ελπίζουν στην ελεημοσύνη των εκμεταλλευτών και των συμμάχων τους. Το σημαντικό είναι εδώ, ότι ο Ένγκελς περιγράφει όλους αυτούς τους τρόπους συμπεριφοράς ως κοινωνικά γεγονότα, ως αποτελέσματα του κυρίαρχου καπιταλισμού. Δε βγάζει λοιπόν ηθικές καταδίκες. Αυτό αφορά επίσης τους καπιταλιστές που μπορεί να περιγράψει χάρη σε ιδία γνώση- και σε αυτούς το θέμα δεν είναι οι έλλειψη προτερημάτων ή η προσωπική κακία, αλλά η διαφθορά από το σύστημα στο οποίο δραστηριοποιούνται και το οποίο στηρίζουν. Έχοντας εμμονή με κάθε ευκαιρία να βγάλουν λεφτά ή να καταγράψουν κέρδη, αγνοούν τις συνθήκες που τους επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Μια συλλογική κοινωνική ευθύνη δεν τους περνάει καν από το μυαλό.

Kάλεσμα αγώνα

Το μόνο που απομένει στους εργάτες υπό αυτές τις συνθήκες είναι η ανοιχτή αναγγελία πολέμου προς την αστική τάξη, όπως το περιγράφει ο Ένγκελς σε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο για τα εργατικά κινήματα. Για να βγουν από την “αποκτηνωτική τους κατάσταση”, για να “εξασφαλίσουν μια καλύτερη πιο ανθρώπινη θέση”, πρέπει να παλέψουν ενάντια στην αστική τάξη. Αυτή από την πλευρά της θα κάνει τα πάντα για να υπερασπιστεί τα δικά της συμφέροντα, που συνίστανται στην εκμετάλλευση των εργατών, κάτι για το οποίο μπορεί ανά πάσα στιγμή να παρατάξει “την κρατική εξουσία που βρίσκεται υπό τις διαταγές της”. Η ιστορία του εργατικού κινήματος ξεκινά μαζί με τη βιομηχανική επανάσταση και έλαβε διαφορετικές μορφές, που αρχικά, όχι αντιπροσωπευτικά, μπορούσαν να αποτελούνται από κλοπές, σαμποτάζ ή καταστροφές μηχανών. Εξαντλούνταν συνήθως σε τοπικές, απομονωμένες δράσεις, για τις οποίες δεν υπήρχε ενιαία θεωρία ή στρατηγική. Στρέφονταν πάντα μόνο κατά μιας μεμονωμένης πλευράς του συστήματος, που ως τέτοιο αναγνωριζόταν μόνο ανεπαρκώς.

Σαφώς υπήρχε ήδη από τη δεκαετία του 1820 η δημιουργία πιο μόνιμων μορφών αντίστασης, μια και ένα ψηφισμένο από τη βουλή νομοσχέδιο αναγνώριζε στους εργάτες το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι. Με τον τρόπο αυτό μπορούσαν να εμφανιστούν ανοιχτά ήδη υπάρχοντα δίκτυα, που συχνά δρούσαν ως τότε κρυφά. Σχηματίστηκαν τα πρώτα συνδικάτα (Trade Unions) τα οποία χρησιμοποίησαν το όπλο των απεργιών, που ναι μεν κατέληγαν συχνά σε ήττα, αλλά παρόλα αυτά, όπως τονίζει ο Ένγκελς, ενίσχυαν την ταξική αλληλεγγύη και αντιπροσώπευαν μια αναντικατάστατη εμπειρία.

Στο Μάντσεστερ ο Ένγκελς γνωρίζετε με τις συνδικαλιστικές ιδέες του χαρτισμού, ο οποίος ναι μεν δεν είναι (ακόμα) σοσιαλιστικός, αλλά του οποίου το πολιτικό πρόγραμμα, – κατά τη γνώμη του Ένγκελς – έχει τη δυνατότητα να συνταράξει τα θεμέλια του αγγλικού ταξικού συστήματος. Η λαϊκή χάρτα (όπως την ονομάζει ο Ένγκελς) του 1838 εμπεριέχει έξι κεντρικά σημεία: Το καθολικό δικαίωμα ψήφου για κάθε ενήλικο άνδρα, βουλή εκλεγόμενη σε ετήσια βάση, αποζημίωση για τα μέλη της βουλής (έτσι ώστε και οι άποροι να μπορούν να εργαστούν πολιτικά), ψήφο με σφαιρίδια (κάλπες που μέσω κρυφής ψηφοφορίας με διαφορετικού χρώματος σφαιρίδια επέτρεπαν τη μυστικότητα της ψηφοφορίας), όμοιες εκλογικές περιφέρειες όπως και κατάργηση του εκλέγειν για όσους είχαν ακίνητη περιουσία πάνω από ένα όριο, ώστε κάθε ψηφοφόρος να μπορεί και να εκλέγεται. Πίσω από τα πρωτίστως πολιτικά αιτήματα υπάρχουν σαφώς βασικές ελπίδες για μια κοινωνική αναδιοργάνωση, παρότι αυτές παρέμεναν αρχικά ασαφείς. Υπήρχε ωστόσο έλλειψη ενός σοσιαλιστικού προσανατολισμού. Ο Ένγκελς ποντάρει στην παραπέρα ανάπτυξή της, υπολογίζοντας κατά άλλα σε μια επανάσταση, καθώς οι ταξικές αντιθέσεις αναγκαστικά βαθαίνουν και παράλληλα είναι ορατό πως οικονομικές κρίσεις ή ο διεθνής ανταγωνισμός θα μπορούσαν να συνταράξουν τη μονοπωλιακή θέση του αγγλικού καπιταλισμού. Η πραγματική εξέλιξη προφανώς έλαβε διαφορετική πορεία, όπως υποδεικνύει ο Ένγκελς το 1892.

Ανασκόπηση του “νεανικού έργου”

Όταν ο Ένγκελς έκανε ανασκόπηση της νεανικής του εργασίας πολλές δεκαετίες αργότερα, διαπίστωνε πως “δεν έχει κανένα λόγο να ντρέπεται”. Το 1892 κυκλοφόρησε, σχεδόν απαράλλαχτη, η δεύτερη έκδοση. Πέντε χρόνια πριν είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά η αμερικανική έκδοση και ο Ένγκελς είχε αξιοποιήσει την ευκαιρία να αναδείξει πως και στις ΗΠΑ σχηματιζόταν – παρά τις διαφορές με την ευρωπαϊκή εξέλιξη – μια ταξική κοινωνία μαζί με ένα εργατικό κίνημα σοσιαλιστικών προγραμματικών αρχών. Ο σοσιαλισμός σε καμία περίπτωση δεν ήταν ευρωπαϊκό εισαγόμενο προϊόν, που δε γινόταν να ριζώσει στις ΗΠΑ. Εκεί ήταν κυρίως η πάλη για το οχτάωρο, που είχε δώσει την ώθηση σε ένα εθνικό εργατικό κίνημα. Στον πρόλογο για τη δεύτερη γερμανική έκδοση ο Ένγκελς πρόθυμα αναλύει τις αλλαγές που έχουν επέλθει μέσα σε σχεδόν 50 χρόνια. Για εκείνον είναι λιγότερο εκπληκτικό, ότι κάποιες από τις προβλέψεις δεν είχαν επαληθευτεί (όπως εκείνη για μια επερχόμενη επανάσταση), αλλά πόσες αντίθετα είχαν επιβεβαιωθεί.  Μεταξύ άλλων είχε αλλάξει η επιθετικά απάνθρωπη, γεμάτη κακίες και κόλπα τακτική των καπιταλιστών εργοστασιαρχών. Τέτοια καψώνια δεν τα χρειάζονταν πια, γιατί ο χρόνος είναι χρήμα και ούτως ή άλλως η θέση ισχύος τους ήταν πολύ πιο δυνατή. Σε ό,τι αφορούσε την οικονομική ανάπτυξη, είχε επικρατήσει μια νέα ώθηση βασισμένη στη βιομηχανία ατσαλιού και μεταφορών, όπως και η επέκταση της παγκόσμιας αγοράς, που είχε σημάνει την έναρξη μιας περιόδου σχετικής ευημερίας στην Αγγλία.

Σε ό,τι αφορούσε τις θεμελιώδεις αρχές του εκμεταλλευτικού καπιταλιστικού συστήματος αντίθετα τίποτα δεν είχε αλλάξει. Τώρα το περίγραμμά του αναδυόταν με ακόμα μεγαλύτερη σαφήνεια. Οι εκτεταμένες άθλιες φτωχογειτονιές εν μέρει μεν είχαν εξαφανιστεί, μεταξύ άλλων κι επειδή – όπως καταδεικνύει ο Ένγκελς με το παράδειγμα του Μάντσεστερ – υπήρχε ο φόβος για τη διάδοση επιδημιών σε άλλα μέρη της πόλης. Αλλά σε ό,τι είχε να κάνει με την ποιότητα των εργατικών κατοικιών, δεν διακρινόταν κάποια ουσιαστική πρόοδος. Μπορούσε κανείς να περιορίσει την εξαθλίωση των εργατών, αλλά όχι να την εξαλείψει. Παρέμενε λοιπόν καθήκον του εργατικού κινήματος, να ξεπεράσει αυτό το κίνημα την υποδούλωση. Καθώς η κυρίαρχη αστική τάξη δεν ενδιαφερόταν για τη χειραφέτηση των εργατών, παρέμενε δική τους υπόθεση. Έπρεπε να σχετικοποιηθεί και το καταγόμενο από την κλασική φιλοσοφία ιδανικό της πανανθρώπινης απελευθέρωσης, αφού στην πράξη μια τέτοια προοπτική ήταν δυστυχώς ανώφελη. Κι αυτό γιατί: “Όσο οι ιδιοκτήτριες τάξεις όχι απλά δεν νιώθουν καμιά ανάγκη για χειραφέτηση [των εργατών], αλλά αντιτίθενται με όλη τους τη δύναμη στην αυτοαπελευθέρωση της εργατικής τάξη, για τόσο λοιπόν η εργατική τάξη θα είναι αναγκασμένη να ξεκινήσει και να φέρει σε πέρας την κοινωνική ανατροπή”.

Μετάφραση από το άρθρο του Jürgen Pelzer, “Geburtsort des Proletariats”.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: