Gamestop: O tempora o mores*

Πίσω από τις περικοκλάδες για ακτιβισμό και σύγχρονους Ρομπέν των Δασών, κρύβεται μια πολύ παλιά ιστορία, που επιχειρούν να μας την πλασάρουν ως καινούρια και αντισυστημική.

Η ιστορία είναι μάλλον θλιβερή και σίγουρα δυστοπική. Είναι μια ιστορία απολύτως ταιριαστή στους καιρούς μας, στο μουντό τοπίο της αρρώστιας και της ψευτιάς. Η ιστορία μας έχει δύο συφιλιασμένα σκέλη: το ένα αφορά σε αυτό που έγινε με την μετοχή της Gamestop και το άλλο στη διαχείρισή του.

Δεν θα τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, γιατί η αρχή είναι μακριά, στις απαρχές των μετοχικών εταιρειών, στα τέλη του 17ου αιώνα ακόμα. Πάντως πριν από το 1720 όταν έσκασε η φούσκα που έστησε ο Λο. Δεν θα πάρουμε τα πράγματα καν στην ώριμη φάση τους στα τέλη του 19ου αιώνα και στο πέρασμα στον ιμπεριαλισμό, όταν οι εξελίξεις στην μετοχική εταιρία ήταν ραγδαίες και καθοριστικές γι’ αυτό το πέρασμα. Θα αρκεστούμε στο βασικό συμπέρασμα που είχε βγάλει ο Μαρξ ο οποίος δεν πρόλαβε να δει αυτές τις εξελίξεις, και το οποίο συμπέρασμα περιείχε όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που έκαναν διαχρονικό τον σπουδαίο αυτό διανοητή, δηλαδή την απλότητα στην διατήρηση της ουσίας και την αντιφατικότητα ως μήτρα του νέου. Ποιο ήταν αυτό το συμπέρασμα; Ότι η μετοχή είναι ένας τίτλος ιδιοκτησίας που κινείται μέσα στο πλαίσιο των σχέσεων του κεφαλαίου σαν ιδιοκτησία, σε σαφή διάκριση με τις σχέσεις του κεφαλαίου σαν λειτουργία. Δηλαδή, άπαξ και γεννηθεί η μετοχή και αρχίζει να διαπραγματεύεται τότε το κεφάλαιο υπάρχει δύο φορές (ποιοτικά): μία σαν τίτλος και μία σαν λειτουργούν κεφάλαιο. Το πρώτο ο Μαρξ το βάφτισε πολύ εύστοχα πλασματικό. Οι νόμοι κίνησης του κεφαλαίου σαν ιδιοκτησία και σαν λειτουργία είναι διαφορετικοί κι άρα η μετοχή δεν δεσμεύεται από την πραγματική περιστροφή του κεφαλαίου του οποίου είναι τίτλος ιδιοκτησίας. Εξάλλου σε αυτήν την περιστροφή (που στην απλή μορφή ξεκινάει από μια παραγγελία και ολοκληρώνεται με την παράδοση του εμπορεύματος και την πληρωμή) δεν εμπεριέχονται ούτε προσδοκίες, ούτε προσφορά και ζήτηση.

Τι έγινε στην περίπτωση της Gamestop; Η μετοχή της εκτοξεύτηκε παρόλο που η επιχείρηση δεν πήγαινε καλά και οι μεγάλοι επενδυτικοί όμιλοι πόνταραν στο ότι θα πάει ακόμα χειρότερα. Δηλαδή, η μετοχή της Gamestop κινήθηκε ανεξάρτητα από το λειτουργούν κεφάλαιο του οποίου είναι τίτλος ιδιοκτησίας. Ωραία! Με αυτό το σκεπτικό, γιατί δεν ναυλώνουμε ένα καράβι από το Πόρτο και να το στείλουμε να πλεύσει δυτικά, μόνο και μόνο για να δούμε πού θα φτάσει; Γιατί; Επειδή ξέρουμε που θα φτάσει! Συνεπώς, το πρώτο συφιλιασμένο πόδι της ιστορίας μας κακοφόρμισε επειδή ήρθε να εμφανίσει σαν νέο κάτι τόσο παλιό.

Όμως το χειρότερο είναι το άλλο. Πάνω στο τόσο παλιό που ντύθηκε σαν νέο, πάει να χτιστεί μια νέα ιστορία σαν αναβίωση μιας παλιάς. Γιατί γίνεται αυτό; Επειδή αυτή η τόσο παλιά ιστορία μοιάζει να έχει μια ιδιαιτερότητα. Ότι αυτοί που επωφελήθηκαν από την ανάποδη κίνηση της μετοχής ήταν μικροεπενδυτές και με την κίνησή τους αυτοί ζημίωσαν τους μεγαλοεπενδυτές. Γράφει η Πέννυ Κούτρα στο News 247:

Λίγο πολύ, οι μικρο-επενδυτές που επένδυσαν και έσπρωξαν τη μετοχή της GameStop να αυξηθεί κατά 900% και να αποκτήσει μια κεφαλαιοποίηση που την κατατάσσει σήμερα ανάμεσα στις εταιρείες του δείκτη Fortune500, αντιμετωπίζονται ως σύγχρονοι «Ρομπέν των Δασών».

Μάλιστα. Ας πάμε λοιπόν για λίγο στον Ρομπέν των Δασών. Φυσικά, δεν θα σταθούμε στο γεγονός ότι πρόκειται για ένα θρύλο κι όχι για πραγματική ιστορία. Θα σταθούμε όμως στο ότι το βασικό χαρακτηριστικό αυτού του θρύλου δεν ήταν ότι ήταν μικρο-εισπράκτορας φόρων ο οποίος κέρδισε έξυπνα εις βάρος του πλούσιου μεγαλο-εισπράκτορα!

Το επιχείρημα δεν είναι του συγκεκριμένου μέσου, ούτε της συγκεκριμένης αρθρογράφου, εδώ απλά αναπαράγεται. Τι λέει λοιπόν το επιχείρημα μέσα από περικοκλάδες περί διάχυσης της πληροφορίας, ακτιβισμού και λοιπά; Εσύ που έχεις ρεύμα, υπολογιστή και ίντερνετ (σε σένα μιλάμε όλοι, άλλωστε, από αυτό το βήμα) και που σου περισσεύουν δύο δεκάρες, έστω και από ένα επίδομα που δεν έχεις προλάβει να ξοδέψεις ακόμα ή και από μέρος του εισοδήματός σου αν δεν είσαι στα κατώτατα στρώματα κι ακόμα αναπαράγεις την εργατική σου δύναμη χωρίς προσκόμματα· εσύ, λοιπόν, που η καραντίνα έχει πέσει σαν πλάκα πάνω στην ψυχή και το πορτοφόλι σου, μπορείς να ανοίξεις παρτίδες με τις μεγαλύτερες πολυεθνικές και να τις κερδίσεις. Κι έτσι, τζογάροντας για τη σύνταξή σου, ή τζογάροντας τη σύνταξή σου, να γίνεις σαν τον Gill. Αλλά αυτό δεν είναι μια απλή πρόταση τζόγου, όχι! Αν το δεις και το παίξεις, και σου κάτσει, δεν σου αλλάζει μόνο τη ζωή, αλλά αλλάζει η ζωή για όλους. Δεν χρειάζεται να αγωνιάς ή να αγωνίζεσαι για μια καλύτερη ζωή. Γίνεται πιο εύκολα έτσι επανάσταση, οι μικροί γίνονται μεγάλοι κι η ελπίδα ξαναζωντανεύει, τουλάχιστον μέχρι να γυρίσει ο Λεοντόκαρδος.

Υπάρχουν βέβαια και μερικές δυσάρεστες λεπτομέρειες στο σαπισμένο αυτό πόδι της ιστορίας μας. Πρώτον, όπως θυμόμαστε όλοι, ο Ρομπέν έκλεβε από τον Πρίγκηπα Ιωάννη τα σακούλια του χρυσού με τους φόρους των φτωχών. Δεν έπαιζε τζόγο μαζί του. Μια φορά έπαιξε με τον Ιωάννη, αλλά όχι για λεφτά, για το φιλί της Μάριον. Επιπλέον, τα λεφτά που έκλεβε, τα μοίραζε πάλι στους φτωχούς και δεν κρατούσε τίποτα γι’ αυτόν. Αν κατάλαβα καλά, κανείς από τους μικρο-επενδυτές ούτε μοίρασε ούτε σκοπεύει να μοιράσει τα κερδισμένα.

Τι σόι ακτιβισμός είναι λοιπόν αυτός; Τι το νέο έχει αυτή η ιστορία; Πόσες ψυχές θα δηλητηριαστούν με το σαράκι της προσωπικής διαφυγής με περιτύλιγμα ανατροπής του κατεστημένου και ψευτοαριστεράς τύπου Μπάιντεν; Πόσο χρόνο πιστεύουν τα επιτελεία του καπιταλισμού ότι θα κερδίσουν στρέφοντας την προσοχή του χειμαζόμενου λαού σε ιστορίες για σύγχρονους αγρίους; Αφού έφτασε λοιπόν ο καπιταλισμός να ποδοπατήσει τον Ρομπέν του, να τον ευτελίσει και να τον διασύρει, σε τι θα στηριχτεί μετά; Ή μήπως δεν υπάρχει μετά κι αυτό είναι όλο το θέμα; Πόσο θα ήθελα να μην μου επέβαλλαν αυτά τα ερωτήματα έναν τόσο τετριμμένο τίτλο;

Μπορείς να ξοδέψεις κάθε ικμάδα της καταπονημένης σου υπόστασης στο να βρεις το σφάλμα στο σύστημα για να το εκμεταλλευτείς υπέρ σου. Μπορείς να ποντάρεις όλες σου τις προσπάθειες στο να γίνεις κάποιου είδους εκμεταλλευτής, έστω των εκμεταλλευτών, διπλό παράσιτο δηλαδή. Αλλά δεν μπορείς να αρνηθείς ότι σ’ αυτήν την αρένα σε έριξε η εκμετάλλευση εν γένει κι ότι η λύση σου δεν είναι να σταθείς ζωντανός πάνω από τον άλλο μονομάχο, όποιος κι αν είναι αυτός, αλλά να σύρεις μέσα στο λάκκο των λεόντων την ίδια την εκμετάλλευση και να την δεις να ξεψυχάει με τα ίδια σου τα χέρια.

Ωραία κουβέντα, για τέτοιους λασπερούς καιρούς

 

 

Μακρύ Υ.Γ.: Για την ιστορία, ο Μπέρτολ Μπρέχτ εντρύφησε στον Μαρξισμό, όταν διαισθάνθηκε την άδικη φύση αυτού του εκμεταλλευτικού συστήματος που λέγεται καπιταλισμός. Θα έπρεπε κανείς να διαβάζει μπρεχτικά, δηλαδή διαλεχτικά, την ιστορία με το θεατρικό για το χρηματιστήριο που δεν γράφτηκε ποτέ και να καταλαβαίνει το τυχαίο και το αναγκαίο. Κι όσο για τη λειτουργία των χρηματιστηριακών αγορών… ο δηλών ανίδεος Μπρεχτ την καταλάβαινε πολύ καλά, και αναμφιβόλως πολύ καλύτερα από εσάς, κ. Κούτρα μου.

Α! να και μια ιστορία που ταιριάζει γάντι στην υπόθεσή μας:

Για την αλήθεια**

Στον κ.Κ., το Στοχαστή, πήγε ο μαθητής Τιφ και του είπε: Θέλω να μάθω την αλήθεια.

Ποιαν αλήθεια; Η αλήθεια είναι γνωστή. Θέλεις να μάθεις την αλήθεια για το εμπόριο των ψαριών; Ή μήπως θέλεις να μάθεις την αλήθεια για το φορολογικό σύστημα; Αν μαθαίνοντας την αλήθεια για το εμπόριο των ψαριών πάψεις να πληρώνεις ακριβά τα ψάρια τους, τότε δε θα σου πουν ποτέ την αλήθεια, είπε ο κ.Κ.

 

* φράση του Ρωμαίου χαρισματικού ρήτορα Κικέρωνα, από την ομιλία του εναντίον του Ρωμαίου κυβερνήτη της Σικελίας, Gaius Verres, και από την ομιλία του εναντίον του Κατιλίνα. Μεταφράζεται επί λέξει ως “Ω καιροί, ω ήθη“.

** Από τις Ιστορίες του κ. Κόϋνερ: η διαλεκτική σαν τρόπος ζωής, σελ.87, μετάφραση Π. Μάρκαρης, εκδόσεις Θεμέλιο, ζ’ έκδοση.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: