H οικονομία «πετάει», αλλά εργοστάσια κλείνουν. Ποιος φταίει; (…και το παράδειγμα της ΛΑΡΚΟ)

Η οικονομία όταν «πετάει»… το κάνει ακριβώς επειδή οι εργαζόμενοι στενάζουν γιατί η οικονομία είναι καπιταλιστική. Το τι θα παραχθεί, σε τι ποσότητες, πού θα παραχθεί, με τι μέσα θα παραχθεί καθορίζεται από τον άγραφο αλλά σιδερένιο νόμο του καπιταλιστικού κέρδους.

Το τελευταίο διάστημα και με αφορμή το κλείσιμο του εργοστασίου υαλουργίας «Γιούλα» στο Αιγάλεω, υπάρχουν ορισμένα δημοσιεύματα που αναπαράγουν έναν προβληματισμό σχετικά με μια εντοπισμένη, και από αυτούς, φαινομενική αντίφαση. Πώς γίνεται μια σειρά από οικονομικοί δείκτες να δείχνουν ότι η Ελλάδα είναι σε φάση καπιταλιστικής ανάπτυξης και την ίδια στιγμή μεγάλα εργοστάσια να κλείνουν;

Στα σχετικά ρεπορτάζ γίνεται και μια σύντομη ιστορική αναδρομή των τελευταίων χρόνων για αρκετά μεγάλα εργοστάσια που έχουν διακόψει τη λειτουργία τους, οδηγώντας εκατοντάδες εργαζόμενους στην ανεργία και ολόκληρες περιοχές στον μαρασμό.

Η εικόνα όσον αφορά μαζικές απολύσεις εργαζομένων, αλλά και τις αναπτυξιακές δυνατότητες που υπονομεύονται σήμερα, είναι πολύ χειρότερη αν συνυπολογίσουμε πώς επηρεάζει π.χ. η αστική στρατηγική της «πράσινης μετάβασης» τη Δυτική Μακεδονία ή το κλείσιμο της ΛΑΡΚΟ την περιοχή της Στερεάς και όχι μόνο.

Ας επανέλθουμε σε όσα αναφέρονται στην πρόσφατη ειδησεογραφία*. Θα θυμίσουμε ορισμένα στοιχεία, που μπορούν να θεωρηθούν και «απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας» σε στελέχη της κυβέρνησης της ΝΔ, που συχνά πυκνά αναμασούν – χωρίς να καταλαβαίνουν – ότι «είμαι καπιταλιστής» (δεν είναι, απλά έτσι αυτοαποκαλούνται επειδή υπηρετούν – υπερασπίζονται το συγκεκριμένο σύστημα), άλλοτε παίζουν την κασέτα ότι τα εργοστάσια τα κλείνουν «οι απεργίες, το ΠΑΜΕ και οι αγώνες» ή σε ορισμένες στιγμές κυνικής ειλικρίνειας από μέρους τους λένε «έτσι είναι το σύστημα της ελεύθερης αγοράς».

Ξεκινάμε αναφέροντας ορισμένες μεγάλες παραγωγικές μονάδες που έχουν κλείσει τα τελευταία χρόνια. Το εργοστάσιο παραγωγής γάλακτος της «ΔΕΛΤΑ» στο Πλατύ Ημαθίας, το εργοστάσιο παραγωγής μετασχηματιστών «Schneider Electric» στα Οινόφυτα, το εργοστάσιο «Πίτσος» στην Αττική, της «Frigoglass» στην Αχαΐα, της «Crown HELLAS Can» στην Πάτρα και ορισμένα ακόμη.

Για το …καλό του τόπου;

Πρώτη και μεγαλύτερη αλήθεια: Οι καπιταλιστές, οι επιχειρηματικοί κολοσσοί δεν επενδύουν για το «καλό του τόπου», για να δώσουν δουλειά σε εργαζόμενους και να φροντίσουν τις οικογένειές τους, επειδή έχουν καλή ψυχή. Αυτό που τους νοιάζει και κρίνει τους επενδυτικούς σχεδιασμούς τους είναι το κυνήγι του μέγιστου κέρδους. Ας δούμε ορισμένα σχετικά παραδείγματα:

Το εργοστάσιο της «ΔΕΛΤΑ» στο Πλατύ Ημαθίας έκλεισε και η παραγωγή του γνωστού «Γάλα Εβαπορέ» μεταφέρθηκε στο εξωτερικό.

Το εργοστάσιο της «Πίτσος» έκλεισε και αντίστοιχη παραγωγική δραστηριότητα της πολυεθνικής «Bosch» μεταφέρθηκε στην Τουρκία.

Η εταιρεία της «Frigoglass», όταν έκλεινε τη μονάδα στην Ελλάδα απασχολούσε 5.000 εργαζόμενους στο εξωτερικό. Τα προηγούμενα χρόνια είχε πραγματοποιήσει επενδύσεις άνω των 20 εκατομμυρίων ευρώ στη Νιγηρία.

Η πλειοψηφία αυτών των μονάδων ανήκε σε επιχειρηματικούς κολοσσούς με δραστηριότητα σε περισσότερους από έναν κλάδους. Δεν έκλειναν τα εργοστάσια απλά επειδή «δεν έβγαιναν». Είχαν τζίρους δισεκατομμυρίων και δίκτυα παραγωγής – διανομής σε δεκάδες χώρες του κόσμου.

Για παράδειγμα η «Crown Hellas Can», που έκλεισε τη μονάδα στην Πάτρα το 2023 είχε τζίρο το 2021 177 εκατομμύρια ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 12,3% σε σχέση με το 2020, ενώ τα καθαρά της κέρδη έφτασαν τα 3,5 εκατομμύρια ευρώ, με αύξηση 563% σε σχέση με το 2020.

Αντίστοιχα, η μητρική εταιρεία της «Schneider Electric» στα Οινόφυτα (έκλεισε το 2020) αποτελεί έναν πραγματικό βιομηχανικό κολοσσό, με μονάδες και δίκτυο σε πάνω από 115 χώρες. Σε παγκόσμιο επίπεδο, ο όμιλος εμφάνισε το 2019 τζίρο 27,2 δισ. ευρώ, όσο δηλαδή και το ΑΕΠ ενός μικρού κράτους.

Στυμμένες λεμονόκουπες οι εργαζόμενοι

Αλήθεια δεύτερη: Αυτές οι μονάδες, αρκετές από αυτές για ολόκληρες δεκαετίες, έβγαλαν τεράστια κέρδη από τον ιδρώτα των εργαζομένων τους. Για αρκετά χρόνια, και ειδικά κατά τη διάρκεια της οικονομικής καπιταλιστικής κρίσης, εκμεταλλεύτηκαν το αντιλαϊκό νομοθετικό πλαίσιο που διαμόρφωσαν οι αστικές κυβερνήσεις, επέβαλαν ελαστικές σχέσεις απασχόλησης, εντατικοποίηση της εργασίας, προχώρησαν σε απολύσεις κ.λπ.

Στηρίχθηκαν από το αστικό κράτος και τις κυβερνήσεις πολύμορφα. Σε άλλες περιπτώσεις, τους «κουρεύτηκαν» δάνεια, άλλοι πήραν επιχορηγήσεις, άλλοι εντάχθηκαν σε αναπτυξιακούς νόμους, άλλοι όλα μαζί κ.λπ.

Οταν, λοιπόν, αποφάσιζαν ότι μια άλλη παραγωγική δραστηριότητα, ή μεταφορά της παραγωγής σε μια άλλη χώρα θα ήταν πιο συμφέρουσα για αυτούς, ενώ είχαν μπουκωθεί με εκατομμύρια, πετούσαν τους εργαζόμενους στον δρόμο. Κυβερνήσεις και υπουργοί έλεγαν: «Είμαστε στεναχωρημένοι, αλλά έτσι είναι η ελεύθερη αγορά», ενώ σε συνέχεια υποστήριζαν ότι πρέπει να νομοθετηθούν κι άλλα μέτρα, προκειμένου να γίνει πιο ελκυστικό το επενδυτικό περιβάλλον.

Αλήθεια τρίτη: Σε πολλά από αυτά τα εργοστάσια, για πολλά χρόνια ή ακόμα και την περίοδο που είχαν ξεκινήσει οι συζητήσεις για το κλείσιμό τους, με τεράστια ευθύνη ορισμένων εργοδοτικών συνδικαλιστών δεν γινόταν καμία αγωνιστική κινητοποίηση. Καλλιεργούσαν πότε πως «θα έχουμε και εμείς μερτικό από την κερδοφορία», πότε ότι «με τους αγώνες δεν γίνεται τίποτα, ας δούμε τι μπορούμε να πάρουμε κάνοντας διάλογο».

Τελικά, ποιος ανοιγοκλείνει τα εργοστάσια;

Συμπερασματικά, η οικονομία όταν «πετάει»… το κάνει ακριβώς επειδή οι εργαζόμενοι στενάζουν γιατί η οικονομία είναι καπιταλιστική. Το τι θα παραχθεί, σε τι ποσότητες, πού θα παραχθεί, με τι μέσα θα παραχθεί καθορίζεται από τον άγραφο αλλά σιδερένιο νόμο του καπιταλιστικού κέρδους.

Αυτό καθορίζει το άνοιγμα και το κλείσιμο επιχειρήσεων. Αυτή, η καπιταλιστική οικονομία ευθύνεται για το γεγονός ότι συνεχώς διευρύνεται το χάσμα ανάμεσα στο πώς θα μπορούσαν να ζουν με βάση τις δυνατότητες της εποχής και πώς τελικά ζουν. Ακριβώς γιατί η αύξηση της κερδοφορίας των ομίλων έχει ως προϋπόθεση την ένταση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων ακόμα και όταν ο εφεδρικός στρατός των ανέργων σταθερά είναι στο 1 εκατομμύριο στην Ελλάδα.

Τα εργοστάσια δεν τα κλείνουν οι αγώνες των εργαζομένων. Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει, βλέποντας κανείς τη θετική και αρνητική πείρα του τελευταίου διαστήματος. Για να κερδίσουν και τα ελάχιστα οι εργαζόμενοι πρέπει να «χάσει» ο μονοπωλιακός όμιλος. Η μοναδική νικηφόρα γραμμή πάλης είναι αυτή που αναδεικνύει ότι οι εργαζόμενοι δεν έχουν κοινά συμφέροντα με τους καπιταλιστές. Αλλωστε, το παράδειγμα της ΛΑΡΚΟ αποδεικνύει ότι ο αγώνας των εργαζομένων είναι που κρατάει ανοιχτό το εργοστάσιο και την ελπίδα επαναλειτουργίας του.

Οπως σε περιόδους καπιταλιστικής ανάπτυξης δεν «μοιράζονται τα κέρδη», αλλά την αύξηση του χρόνου εργασίας, την ένταση της εκμετάλλευσης και με σύγχρονα πλέον μέσα και μισθούς που δεν φτάνουν ούτε μέχρι τα μέσα του μήνα. Ετσι και σε περιόδους που πυκνώνουν τα σύννεφα μιας καπιταλιστικής κρίσης πετάγονται στο δρόμο, τους μειώνονται οι μισθοί κ.λπ.

Μόνο με την ενίσχυση αυτής της γραμμής, οι εργαζόμενοι μπορούν χτίζουν «ασπίδες» στο σήμερα. Να αποσπούν ορισμένες κατακτήσεις, να εμποδίζουν ή να καθυστερούν την εφαρμογή αντεργατικών μέτρων. Μόνο με αυτήν τη γραμμή μπορεί να δυναμώνει η ενότητα των εργαζομένων, η συμμετοχή στην οργάνωση της ταξικής πάλης, στις συλλογικές λειτουργίες των φορέων του εργατικού κινήματος.

Μόνο με αυτήν τη γραμμή οι εργαζόμενοι αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους και δυναμώνει η πεποίθηση ότι υπάρχει διέξοδος από τη σημερινή βαρβαρότητα. Πως σήμερα, υπάρχουν όλες οι δυνατότητες οι εργαζόμενοι, που παράγουν τα πάντα, να πάρουν οι ίδιοι την κατάσταση στα χέρια τους κάνοντας πέρα τους μετόχους – παράσιτα που δεν προσφέρουν τίποτα στην κοινωνία, πέρα από το να τσεπώνουν τον τεράστιο πλούτο που δεν παράγουν…

Παραπομπή

* «Τα 10 εργοστάσια που έκλεισαν τα τελευταία 5 χρόνια», Ξ. Γούναρη, tovima.gr

Σ. Μ.

***

Τα φουγάρα της ΛΑΡΚΟ

Αδιάψευστο μάρτυρα για το πώς το κυνήγι του καπιταλιστικού κέρδους είναι αυτό που κλείνει εργοστάσια, απαξιώνει παραγωγικές δυνατότητες και αφήνει εργάτες ξεκρέμαστους αποτελεί η ΛΑΡΚΟ, που βρίσκεται σταθερά στην επικαιρότητα τα τελευταία τέσσερα χρόνια, εξαιτίας του μεγαλειώδους αγώνα που δίνουν οι εργαζόμενοι για να μείνει ανοιχτό το εργοστάσιο, να μη χαθούν οι θέσεις εργασίας, να μη μαραζώσει ο τόπος τους.

Ολη η ιστορία της «ναυαρχίδας» της βαριάς βιομηχανίας της χώρας μας, είτε ως ιδιωτικής επιχείρησης, είτε ως κρατικής, είτε σε περιόδους ανάπτυξης, είτε σε περιόδους κρίσης, είναι αποκαλυπτική: Σε κάθε φάση, η επίλυση της «εξίσωσης» για το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος με το μικρότερο «κόστος» και την εξυπηρέτηση των στρατηγικών σχεδιασμών της αστικής τάξης και της ΕΕ, οδηγούσε στην παραπέρα υπονόμευση των παραγωγικών δυνατοτήτων, στο χτύπημα των εργαζομένων, που και σήμερα είναι «στο ίδιο έργο θεατές».

Μόνο έτσι εξηγείτε το γεγονός ότι μια επιχείρηση που εκμεταλλεύεται τα μοναδικά κοιτάσματα νικελίου της ΕΕ, που παρήγαγε άριστης ποιότητας σιδηρονικέλιο, που είχε πιστοποιημένες δυνατότητες να παράξει ανοξείδωτο χάλυβα υψηλής ποιότητας από την εποχή ακόμα που την κατείχε ο Μποδοσάκης (μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980), έφτασε σήμερα να κινδυνεύει να γίνει σκραπ, επειδή αυτό συμφέρει περισσότερο τον επενδυτή, από το να την εκσυγχρονίσει και να αναπτύξει την παραγωγή σε τομείς με μεγάλη ζήτηση (π.χ. πρώτες ύλες για μπαταρίες ηλεκτροκίνησης).

Ετσι, φτάσαμε στον «παραλογισμό» οι τιμές του νικελίου να βρέθηκαν τα προηγούμενα χρόνια στα ιστορικά υψηλότερα επίπεδα, η επάρκειά τους μαζί με το κοβάλτιο και το λίθιο να καθορίζει την επιτυχία ή μη της «πράσινης μετάβασης» και η Ελλάδα να είναι η μοναδική χώρα εντός ΕΕ που έχει αυτονομία σε τέτοια μεταλλεύματα, αλλά την ίδια στιγμή το εργοστάσιο να σβήνει τα φουγάρα του και το κράτος να δρομολογεί τις απολύσεις των εργατών, για να το παραδώσει «καθαρό» στον επόμενο επενδυτή!

Ταυτόχρονα, τα ελληνικά κοιτάσματα ξέμειναν να περιμένουν την όποια αξιοποίησή τους στο πλαίσιο της «πράσινης μετάβασης» και τώρα μετατρέπονται σε θύμα της, αφού τα μεγάλα μονοπώλια και τα κράτη της ΕΕ προτιμούν να προμηθεύονται τέτοια μεταλλεύματα από άλλες χώρες, βάζοντας προφανώς στην εξίσωσή τους κι άλλους παράγοντες και ανταλλάγματα, από γεωπολιτικούς μέχρι κάθε λογής επιχειρηματικούς.

Αυτή είναι λοιπόν η μεγάλη εικόνα της απαξίωσης της ΛΑΡΚΟ και όχι όσα ισχυρίζονται τα παπαγαλάκια της κυβέρνησης. Και η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση δαπανά εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ επιδοτώντας την απαξίωση και την καταστροφή της επιχείρησης, πάντα με κριτήριο το έδαφος που στρώνει για τον επενδυτή. Από την άλλη, οι εργαζόμενοι ζητούν να ανάψουν ξανά τα καμίνια, να τους δοθούν τα κατάλληλα εφόδια για να παράξουν αυτό που μπορούν. Εμπόδιο; Το κέρδος και οι επιχειρηματικοί σχεδιασμοί…

Αναδημοσιεύονται από τον Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου 30-31/3/2024

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: