Έρωτας: ένα υποκειμενικό ζήτημα;

Έρωτας, στην πιο ώριμη μορφή του, είναι η αμοιβαία έλξη που οδηγεί στη θέωση ανάμεσα σε δύο θεότητες και βασίζεται στο συναισθηματικό γέμισμα που τροφοδοτεί το πάθος και την φαντασία και κάνει τη δράση και τη δημιουργική δύναμη του ανθρώπου να οργιάζει

Αν το συναίσθημα είναι η δύναμη με την οποία ο άνθρωπος ορμά και αφοσιώνεται σε ένα έργο, αν είναι η καύσιμη ύλη για τη δημιουργικότητά του και αν η πληγή του συναισθήματος και της δημιουργικότητας οδηγεί στα πιο απλά μέχρι τα πιο μεγάλα ψυχολογικά προβλήματα στον άνθρωπο (από τη μελαγχολία και την κατάθλιψη μέχρι το έγκλημα και την αυτοκτονία), τότε εκείνοι που εμποδίζουν τον έρωτα να πραγματωθεί- που αποτελεί την αποκορύφωση του συναισθήματος και της δημιουργικής δύναμης- και τελικά τον διαστρεβλώνουν, αυτούς λοιπόν δεν αξίζει να τους αποκαλούμε ψυχολογικούς εγκληματίες;

Μέχρι σήμερα κυριαρχούσε και κυριαρχεί η αντίληψη πως το συναίσθημα είτε δεν μπορεί να καταστεί αντικείμενο της επιστήμης, πως πρόκειται δηλαδή για κάτι το απροσδιόριστο και ανεξήγητο, είτε εκείνοι που αναλάμβαναν να το προσδιορίσουν, αν και έκαναν κάποια βήματα (όπως π.χ φιλόσοφοι, καλλιτέχνες, ψυχολόγοι), τελικά κατέληγαν συνήθως στο συμπέρασμα πως πρόκειται είτε για μία προσωπική υπόθεση, είτε για μία κοινωνική παθογένεια. Πρόκειται για μία καθαρά αστική αντίληψη που ακόμα δεν έχει βρει την απάντηση που της πρέπει από τη μαρξιστική επιστημονική θεωρία, καθώς η τελευταία προσπαθεί ακόμα να αναπτυχθεί πάνω σε αυτόν τον τομέα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να διεισδύει αυτή η αντίληψη μέσα στα σπλάχνα της εργατικής τάξης και της νεολαίας της που με αυτόν τον τρόπο αδυνατούν να κατανοήσουν τη φύση των ψυχολογικών τους προβλημάτων, μπαίνει φρένο στη δημιουργική πολιτική τους δράση, αλλά και τους κάνει να αποδίδουν τις ευθύνες για αυτά είτε στον εαυτό τους είτε στο διπλανό τους (είτε στην κοινωνία γενικά και αόριστα) πράγμα που δημιουργεί έναν εμφύλιο μέσα και ανάμεσα στις λαϊκές οικογένειες και τη νεολαία διασπώντας την ενότητα του λαού απέναντι στην άρχουσα τάξη, κάνοντάς τον να σπαταλά δυνάμεις έως και να εγκληματεί απέναντι στην ίδια του την τάξη. Γι’ αυτό λοιπόν γεννιέται η ανάγκη της επαναστατικής μελέτης του φαινομένου.

Ο Μαρξ έλεγε πως όσο αναπτύσσεται η κοινωνία ο άνθρωπος παύει να αποτελεί έρμαιο της φύσης. Αυτό όμως ισχύει για κάθε φύση, ακόμα και για τη φύση του έρωτα. Ο άνθρωπος παύει να είναι έρμαιό του, αρχίζει πλέον να τον κατανοεί για να τον δημιουργήσει ξανά σε ανώτερο επίπεδο. Με λίγα λόγια ο έρωτας γίνεται αντικείμενο της επιστήμης και ειδικά της μαρξιστικής. Την ανάγκη για τη θεμελίωση μιας μαρξιστικής πολιτικής ψυχολογίας σήμερα μας υποδεικνύουν τουλάχιστον δύο πράγματα: η αύξηση και η εμβάθυνση των ψυχολογικών προβλημάτων μέσα στον 20ο αιώνα έως σήμερα που έχουν σοβαρές συνέπειες για την πολιτική δράση του λαού (από την ανία, την έμφυλη ανταγωνιστικότητα και την ενδοοικογενειακή βία μέχρι την τοξικοεξάρτηση και την αυτοκτονία) που αποδυναμώνουν τους αγώνες του, καθώς και η κυριαρχία της φιλοσοφίας του Μεταμοντερνισμού, της οποίας ακρογωνιαίος λίθος είναι η έννοια της μοναδικότητας του ανθρώπου, πράγμα που αναγκαστικά εισάγει το μαρξισμό στον κόσμο της ψυχολογίας και της τέχνης προκειμένου να διερευνήσει αυτό το αντικείμενο, να υψώσει τη δύναμή του στις νέες απαιτήσεις της ταξικής πάλης, να αντιπαρατεθεί σε αυτή την ιδεολογία και να ανοίξει το δρόμο για τη λύση των ψυχολογικών προβλημάτων του λαού. Πρόκειται για ένα νέο επίπεδο πολιτικοποίησης του εργατικού κινήματος.

Πιστεύω πως τα τρία βασικά προβλήματα στο ζήτημα του ανθρώπινου ψυχισμού εντοπίζονται σε αυτά της δημιουργικής εργασίας (που του εξασφαλίζει την ψυχολογική αυτονομία), του έρωτα (που αναπτύσσει αυτή την αυτονομία, όπως τον αλτρουϊσμό και τη δημιουργικότητά του) και της οικογένειας (που τελικά τον ολοκληρώνει). Το σημερινό άρθρο θα εστιάσει στο δεύτερο (αν και όπως καταλαβαίνει κανείς δεν είναι τόσο ανεξάρτητα μεταξύ τους).

Τι είναι ο έρωτας; Πρόκειται εδώ να δώσω έναν ορισμό εσκεμμένα καλλιτεχνικό που σε πολλούς μπορεί να φανεί μεταφυσικός έως και γελοίος, όμως η τέχνη κρύβει μέσα της το κλειδί της εκλαΐκευσης και της αποκάλυψης της πιο βαθιάς ουσίας ενός φαινομένου (όταν αυτό γίνει κατανοητό τότε θα εξαφανιστεί και η προκατάληψη για την καλλιτεχνική παρουσίαση ενός επιστημονικού ζητήματος).

Έρωτας, στην πιο ώριμη μορφή του, είναι η αμοιβαία έλξη που οδηγεί στη θέωση ανάμεσα σε δύο θεότητες και βασίζεται στο συναισθηματικό γέμισμα που τροφοδοτεί το πάθος και την φαντασία και κάνει τη δράση και τη δημιουργική δύναμη του ανθρώπου να οργιάζει. Ο έρωτας καθιστά κάτι ως έναν ανώτερο θεϊκό αυτοσκοπό που αξίζει να τα δώσεις όλα για αυτόν, να ξεπεράσεις κάθε σου αδυναμία ακόμα και τις βιολογικές σου ανάγκες, αξίζει να πεινάσεις, να διψάσεις, να ξαγρυπνήσεις για αυτόν τον σκοπό. Σε αυτή την κατάσταση δηλαδή ο άνθρωπος αρχίζει να υπερβαίνει το θνητό του Είναι και αρχίζει να γεύεται πώς είναι να είσαι ημίθεος. Πέρα και πάνω από αυτό υπάρχει μία κατάσταση κατά την οποία αρχίζει να εντρυφεί στη θεότητα (να γνωρίζει το αντικείμενο) τόσο καλά και σε τέτοιο βάθος που τελικά αποκτά την ικανότητα να παίζει μαζί του και να δημιουργεί× τότε είναι η στιγμή που μεταμορφώνεται σε Θεό. Βέβαια η θέωση δεν αναιρεί το ότι υπάρχουν θεοί του Σκότους και θεοί του Φωτός, θεοί της Εκμετάλλευσης και θεοί της Επανάστασης. Πρόκειται για δύο αντίθετες δυνάμεις που αξιοποιούν τη θεϊκή δύναμη (αν είναι κανείς fan του Star Wars θα μπορούσε να το ονομάσει κάπως χαριτωμένα και «Force») για το δικό τους αυτοσκοπό.

Θα’ θελα να σημειώσω εδώ ότι ο παραπάνω (καλλιτεχνικός, όχι όμως αντιεπιστημονικός εκτιμώ) ορισμός δεν αφορά μόνο στον έρωτα ως σχέση ανάμεσα σε δύο συντρόφους, αλλά η ουσία του είναι γενικότερη. Θεϊκός αυτοσκοπός μπορεί να είναι ο σύντροφός μου, μα ταυτόχρονα μπορεί να είναι και το επιστημονικό μου αντικείμενο ή μία Ιδέα, η οποία παίρνει τη μορφή της θεότητας για μένα (όχι γιατί τη βλέπω μόνο εγώ έτσι, αλλά γιατί όντως φέρει μέσα της μια θεϊκή ουσία απαραίτητη για την κοινωνία), μου ασκεί μια πανίσχυρη έλξη και έτσι θέλω να δίνω όλο μου το Είναι για αυτή. Οι έννοιες της θρησκείας και της τέχνης εδώ αρχίζουν να αποκτούν ευρύτερη επιστημονική αξία, καθώς προσφέρονται (τόσο πολύ όσο κανένα άλλο εννοιολογικό πλαίσιο) για την ανακάλυψη και την ανάδειξη του βάθους του ενός φαινομένου (όπως το ίδιο προσφέρονται και για την ηθική εξύψωση του ανθρώπου).

Αλλά ας προσγειωθούμε τώρα για λίγο και πάλι στη γη.

Είπαμε προηγουμένως πως βάση για τον έρωτα αποτελεί το συναισθηματικό γέμισμα και η αμοιβαία έλξη ανάμεσα σε δύο υποκείμενα. Το επόμενο βήμα εδώ είναι να αναρωτηθούμε τι κάνει δυνατή αυτή την έλξη και αυτό το γέμισμα; Ας αναρωτηθούμε προς το παρόν εδώ για μία σχέση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους (και όχι για τη σχέση του ανθρώπου με ένα αντικείμενο). Με άλλα λόγια πρέπει να αναρωτηθούμε τι καθιστά έναν άνθρωπο ερωτεύσιμο;

Όσο πιο όμορφος είναι ένας άνθρωπος τόσο πιο ερωτεύσιμος γίνεται. Τι κάνει όμως έναν άνθρωπο όμορφο;

Ο άνθρωπος έχει πάνω του τρία πράγματα που αν τα φροντίζει ισορροπημένα και τα αναπτύσσει διαρκώς, τότε καθίσταται πανέμορφος. Αυτά είναι το σώμα, ο νους και η καρδιά. Και τα τρία μπορούν να καλλιεργηθούν με την άσκηση, να δυναμώσουν και να ομορφύνουν. Το σώμα για παράδειγμα καλλιεργείται με τη φυσική άσκηση, από έναν απλό περίπατο στο δρόμο μέχρι το γυμναστήριο και τον αθλητισμό (σε αυτά μπορούμε να προσθέσουμε προς το παρόν την καλή διατροφή, την καθαριότητα, την ιατρική μέριμνα και τον ύπνο που προσδίδουν ισορροπία στη φροντίδα του σώματος). Ο νους πάλι, αν και ερεθίζεται από αυτή την πρώτη άσκηση και μπαίνει σε σκέψεις, έχει τις δικές του ασκήσεις που είναι διανοητικής φύσης, από μια απλή παρατήρηση και την ανάγνωση μέχρι την επιστημονική έρευνα και την ανακάλυψη των νόμων της ζωής. Τέλος η καρδιά που ήδη ερεθίζεται και αρχίζει να αποκτά μορφή από τα δύο προηγούμενα είδη ασκήσεων, ωστόσο έχει και αυτή τη δικιά της άσκηση. Αυτό που μπορούμε να πούμε εδώ προς το παρόν είναι ότι αυτή καλλιεργείται μέσω των διαπροσωπικών σχέσεων, όπως συναντώνται σε καθαρή μορφή π.χ στη φιλία ή στην οικογένεια, και ειδικά μέσω της τέχνης. Η μεγαλύτερη άσκηση για την καρδιά πραγματοποιείται μέσα στην ερωτική σχέση και τελικά μέσα στην οικογένεια. Αυτά τα τρία είδη ασκήσεων αναπτύσσουν τη σεξουαλικότητα-ερωτικότητα του ανθρώπου και τον καθιστούν πολύ πιο ελκυστικό, όμορφο και τελικά ικανό να δεσμεύει το Εσύ.

Γιατί ένα καλλιεργημένο σώμα -πέρα από το ότι είναι καταρχάς θέμα υγείας- δεν σου τραβάει απλώς την προσοχή, αλλά σε ερεθίζει σεξουαλικά (είτε το θέλει κανείς είτε όχι, πρόκειται για μία σχετικά αυθόρμητη βιολογική διαδικασία) και σου αιχμαλωτίζει το βλέμμα. Το ίδιο ισχύει και για ένα καλλιεργημένο μυαλό και μια όμορφη καρδιά. Το πρώτο είναι ικανό να ανοίγεται, να συμμετέχει σε κάθε είδους συζήτηση- κάτι που σπάει και την αντικοινωνικότητα- και να προσφέρει με τις γνώσεις του καθιστώντας πιο ποιοτικό τόσο το διάλογο όσο και αυτόν που έχει απέναντί του. Το δεύτερο πάλι, η όμορφη καρδιά (σε συνεργασία με τη φαντασία), είναι ικανή να δημιουργήσει και να γεμίσει την καρδιά του Εσύ με τέτοια συναισθηματική ευχαρίστηση- από την κωμική τέρψη μέχρι την ερωτική ικανοποίηση- έως κορεσμού, κάνοντάς την να νιώσει ένα τέτοιο γέμισμα ώστε να το αναζητήσει με την ίδια της τη βούλησή.

Όλα αυτά αναπτύσσουν την ερωτευσιμότητα του ανθρώπου, δηλαδή την ικανότητά του να έλκει τον άλλον και να τον δεσμεύει στο Εγώ του, όχι με τη βία, αλλά με την ομορφιά του. Η ομορφιά, η ολοκληρωμένη, είναι η πιο βίαιη δύναμη στη φύση. Όλα αυτά ενώνουν το Εγώ με το Εσύ και το Εσύ με το Εγώ, τα αλληλοαναπτύσσουν και τα δεσμεύουν. Μετά το σεξ, ο ένας δεν βαριέται τον άλλον, ούτε νιώθει πως χάνει το χρόνο του, αλλά ο ένας πλέον αναζητά τη συντροφιά του άλλου από μόνος του με ενδιαφέρον, γιατί ακριβώς έχει να πάρει κάτι χρήσιμο και ευχάριστο. Συντελείται μια διαρκής και δημιουργική ανανέωση της σχέσης. Δεν μπορείς να φύγεις πλέον μακρυά του, όχι γιατί σε τραβάει απ’τα μαλλιά, αλλά γιατί σου έχει κλέψει την καρδιά. Και αυτό είναι το πιο δύσκολο και το πιο όμορφο έργο.

Να σημειώσω όμως εδώ πως μέχρι τώρα αναφερθήκαμε απλώς στην εξωτερική καλλιέργεια της ανθρώπινης ψυχής. Δεν έγινε αναφορά στο περιεχόμενο και το σκοπό των παραπάνω ασκήσεων (κάτι που θα αναπτυχθεί μάλλον σε επόμενο άρθρο). Γιατί δεν αρκεί απλώς η εξωτερική καλλιέργεια ενός ανθρώπου, αλλά ακόμα μεγαλύτερη σημασία έχει το πώς μαθαίνει να σκέφτεται, να φαντάζεται και να αισθάνεται για τον κόσμο (για τα δύο τελευταία ειδικά την πρώτη ευθύνη φέρει η τέχνη).

Με δεδομένα τα παραπάνω τώρα πιστεύω πως μπορούμε να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε κάπως καλύτερα το πρόβλημα του έρωτα, σε πιο στέρεες και αντικειμενικές βάσεις. Αρκεί να σκεφτούμε πως σήμερα ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων δεν έχει ούτε το χρόνο, ούτε το χρήμα, ούτε την ψυχολογία, ούτε την ιδεολογία, ούτε ακόμα κάποτε και το δικαίωμα για να αφοσιωθεί σε μία τέτοια καλλιέργεια της ψυχής. Είναι πολλοί οι συγκεκριμένοι λόγοι για αυτό που όμως καταλήγουν σε Έναν.

Υπάρχουν εκατομμύρια άνεργοι και χαμηλόμισθοι που παλεύουν ακόμα να πληρώνουν λογαριασμούς και είναι κάθε μέρα σπίτι δουλειά-δουλειά σπίτι, μικρομεσαίοι που προσπαθούν να κρατήσουν με νύχια και με δόντια ένα μικρομάγαζο ή μια επιχείρηση, αγρότες που ζούνε μακρυά από τις πόλεις και έχουν γίνει ένα με το μικρό τους χωραφάκι, μαθητές που είναι μέσα στα φροντιστήρια, φοιτητές που αναγκάζονται να δουλεύουν ταυτόχρονα με τις σπουδές τους ή να αφοσιώνονται στις σπουδές εξαρτώμενοι οικονομικά από τους γονείς τους, οι οποίοι πάλι επωμίζονται τα βάρη της φροντίδας των παιδιών και των ηλικιωμένων μετακυλίοντάς τους όλη την πίεση που υφίστανται στους άλλους τομείς της ζωής τους, πράγμα που αφήνει διάφορα ψυχολογικά κουσούρια και στις δύο πλευρές.  Υπάρχουν επίσης δισεκατομμύρια ανθρώπους που δεν κάνουν το επάγγελμα που αγαπάνε πραγματικά με αποτέλεσμα να είναι ατονικοί στο έργο τους, πράγμα που υπονομεύει το Εγώ τους, τους εξουθενώνει ψυχολογικά και τους ρίχνει στη μιζέρια. Επιπλέον υπάρχουν διάφορες συστημικές ιδεολογίες που προβάλλονται διαρκώς και κυριαρχούν- από το φιλελευθερισμό, το φασισμό και το μεταμοντερνισμό μέχρι τη θρησκεία και το μηδενισμό- και καλλιεργούν τον φιλοτομαρισμό, την ηττοπάθεια και τη ματαιοδοξία, την αντιπολιτική σκέψη, τον αυταρχισμό ή τον συμβιβασμό και την εξιδανίκευση, πράγματα που δεν επιτρέπουν στον άνθρωπο να δράσει επαναστατικά για να λύσει τα παραπάνω προβλήματα με αποτέλεσμα αυτός να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του και τα προβλήματα να αναπαράγονται όλο και πιο εντατικά. Τέλος υπάρχουν τα διάφορα πρότυπα που προβάλλονται ιδιαίτερα από την αστική τέχνη και εκφυλίζουν τις σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα.

Όλα αυτά εμποδίζουν τους ανθρώπους να αναπτύξουν ολόπλευρα την προσωπικότητα και κατ’ επέκταση την ερωτικότητά τους (κάτι που για παράδειγμα θα απαιτούσε πρόσβαση σε γυμναστικές και αθλητικές δομές, κατοχύρωση γενικών γνώσεων από τη διατροφολογία μέχρι την ιατρική, διαπαιδαγώγηση για την εμπέδωση της διαλεκτικο-υλιστικής σκέψης, ανάπτυξη προσωπικού επιστημονικού και καλλιτεχνικού έργου καινοτόμου και προοδευτικού χαρακτήρα, πρόσβαση σε επιστημονικά και καλλιτεχνικά εργαστήρια, θέατρα και κινηματογράφο για την πρόσληψη και απόλαυση αυτού του έργου) και συμβάλλουν στη διαιώνιση του ερωτικού προβλήματος (και ευρύτερα των ψυχολογικών). Όλοι αυτοί όμως οι παράγοντες συνιστούν έναν μεγάλο παράγοντα, το σύστημα που ονομάζεται ταξική κοινωνία, την πιο ώριμή του φάση του οποίου ζούμε σήμερα, τον ιμπεριαλισμό.

Όσοι έχουν ευθύνη για την αναπαραγωγή και την ανάπτυξη των παραπάνω παραγόντων, μεγαλοεπιχειρηματίες, αστοί πολιτικοί και διανοούμενοι είναι ψυχολογικοί εγκληματίες. Όταν ο λαός συνειδητοποιήσει ότι τα συναισθήματα του πόνου που βίωνε συνολικά στην προσωπική του ζωή για τόσα χρόνια και αιώνες -οικογενειακός πόνος, πόνος από μοναξιά, πόνος για παιδιά και γυναίκες που βιάστηκαν, για παιδιά εξαρτημένα που οδηγήθηκαν στο θάνατο από ναρκωτικά, για ανθρώπους που αυτοκτόνησαν, πόνος γιατί παιδιά δεν μπορούν να αγαπήσουν τους γονείς και γονείς τα παιδιά, πόνος από έναν εμφύλιο στα σπλάχνα του λαού- όταν συνειδητοποιήσει πως όλος αυτός ο πόνος προέρχεται από αυτά τα υποκείμενα, τότε θα στρέψει την οργή του όχι στο συγγενή του, στο σύντροφό του, στο φίλο του ή στο γείτονά του, αλλά σ’ αυτούς τους πραγματικούς εγκληματίες της άρχουσας τάξης και τότε η γκιλοτίνα του Ροβεσπιέρου θα είναι μάλλον το λιγότερο που θα βιώσουν για τα εγκλήματά τους.

Δεν είναι και τόσο υποκειμενικό ζήτημα το συναίσθημα, ποτέ δεν ήταν.

Βαξεβάνης Γιώργος
6/05/2020

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: