Για τις αιτίες της συντηρητικοποίησης των Γερμανών

Μια απαρίθμηση παραγόντων, που συνδυαστικά πιθανόν δίνουν μια -μερική κι ως εκ τούτου αναγκαστικά ατελή- ερμηνεία του παρόντος ιδεολογικού κλίματος στη χώρα.

Υπό το πρίσμα της ολοένα συντηρητικότερης, γλαφυρά πλέον αποτυπώμενης μετατόπισης του εκλογικού σώματος, ηχούν τουλάχιστον ειρωνικά οι κραυγές μερίδας του αστικού τύπου με αφορμή τις διαδηλώσεις και τα επεισόδια στο Αμβούργο κατά την πρόσφατη σύνοδο των G20, και η περί πολύχρονης ανοχής στον “αριστερό εξτρεμισμό”, ρητορική που ανακαλεί mutatis mutandis την καθ’ ημάς τακτική επίκληση μιας στην πραγματικότητα μηδέποτε υπάρξασας “ιδεολογικής ηγεμονίας της αριστεράς”. Θα τολμούσε κανείς να πει, δεδομένων των τάσεων συντηρητικοποιήσης που παρατηρούνται και στην ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια, ότι όσο δεξιότερα μπατάρει το εκλογικό σώμα στις δυο χώρες, τόσο εξωπραγματικότερες διαστάσεις αποκτά η επίκληση ενός δήθεν αριστερού κατεστημένου, απέναντι στο οποίο “οι υγιώς σκεπτόμενες” δυνάμεις δίνουν αγώνα επικράτησης, την ώρα που στην πραγματικότητα έχουν ήδη κερδίσει, χωρίς όμως προφανώς να αισθάνονται, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα, τόσο σίγουρες για τη νίκη τους.

Εκφεύγει από τα όρια του παρόντος σημειώματος η ανάλυση των αιτίων αυτής της μετατόπισης, ωστόσο θα επιχειρήσουμε μια απαρίθμηση παραγόντων, που συνδυαστικά πιθανόν δίδουν μια- μερική κι ως εκ τούτου αναγκαστικά ατελή -ερμηνεία του παρόντος ιδεολογικού κλίματος στη χώρα. Το μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα αποτελεί από τις αγαπημένες αιτίες πολλών δημοσιολόγων, αλλά σαφώς το να λες πως φταίνε οι ξένοι για το ρατσισμό των ντόπιων, αφενός δεν εξηγεί τα πολλά κρούσματα ενδομετανευστικού ρατσισμού μεταξύ των διαφόρων εθνοτήτων, αλλά και το ρατσισμό που δείχνουν ενίοτε, παλαιότερες, πιο εδραιωμένες γενιές μεταναστών σε νεοεισερχόμενες ακόμα και από τη δική τους χώρα προέλευσης -φαινόμενο όχι άγνωστο και στην ελληνική κοινότητα της Γερμανίας- αφετέρου θυμίζει ρητορική περί Εβραίων που έπαιρναν τις καλές θέσεις γιατρών, καθηγητών και δικηγόρων στη μεσοπολεμική Γερμανία. Επιπλέον δεν εξηγείται έτσι ούτε το timing της εκλογικής έκφρασης των -χρόνια σωβούντων- ξενοφοβικών αισθημάτων, καθότι ναι μεν, βάση στοιχείων της εφημερίδας La Repubblica, το 2015 καταγράφηκε η μεγαλύτερη άφιξη προσφύγων και μεταναστών από τη στιγμή της επανένωσης, με 2,1 εκ αφίξεις, ωστόσο συνολικά μόνο από το ’91, χωρίς να λογαριάσουμε δηλαδή τις προηγούμενες γενιές γκασταρμπάιτερ, κατέφτασαν στη χώρα πάνω από 25 εκ. μετανάστες, σε συνθήκες ενίοτε λιγότερο εύρωστες οικονομικά απ’ ό,τι σήμερα. Ποτέ όμως δεν είχε εκλεγεί σε ομοσπονδιακό επίπεδο βουλευτής που να διακηρύσσει την περηφάνια του για τα επιτεύγματα των Γερμανών στρατιωτών στους δύο παγκόσμιους πολέμους. Εκείνο που μπορεί να πει κανείς, είναι πως η μεταναστευτική πολιτική της Γερμανίας, παρότι διαχρονικό success story για την αστική τάξη της χώρας, άφησε σειρά ζητημάτων ενσωμάτωσης των ετερόκλητων κοινοτήτων συνειδητά ή μη στον αυτόματο πιλότο, έδωσε ιδιαίτερο βάρος στη φορολογική, πολιτική και ποινική νομιμοφροσύνη των μεταναστών κι από εκεί και πέρα ζητήματα ουσιαστικής συνύπαρξης και αποδοχής της πολυπολιτισμικότητας, τόσο από πλευράς ντόπιων όσο και των νεοεισερχομένων ή ήδη εγκατεστημένων αλλοεθνών, έμειναν σε επίπεδο διακηρύξεων και σχολικών εγχειριδίων. Αυτό αποτυπώνεται και στην ισλαμοφοβία που όπως έδειξε (και) η περίπτωση Sarrazin, προηγείται χρονικά αρκετά των πιο πρόσφατων μουσουλμανικών προσφυγικών ροών, αλλά και της επίθεσης τζιχαντιστή σε χριστουγεννιάτικη αγορά του Βερολίνου τον περασμένο Δεκέμβριο.

Μια άλλη “εύκολη” εξήγηση, αυτή τη φορά με μεγαλύτερη βάση στην πραγματικότητα, αλλά με παραμέτρους πολύ πιο περίπλοκες ώστε να μετατραπούν σε συντελεστές απλής εξίσωσης, είναι οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης στον πληθυσμό. Είναι γνωστό πως η γερμανική αστική τάξη ανήκει στις μεγάλες κερδισμένες της κρίσης της Ευρωζώνης, ενδεικτικά η συγκέντρωση πλούτου στα χέρια του ανώτερου 10% έφτασε στο 59%, ποσοστό που ξεπερνούν μόνο οι ΗΠΑ με 76%. Ταυτόχρονα, παρά τα μειούμενα ποσοστά ανεργίας επί καγκελαρίας Μέρκελ (από 11% σε 3,8%), έχουμε αύξηση του ποσοστού φτώχειας, η οποία σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του Μαρτίου του ’17 αφορά το 15,7% του πληθυσμού, με συνταξιούχους, ανέργους, ανειδίκευτους μετανάστες και παιδιά και μητέρες μονογονεϊκών οικογενειών να αποτελούν τα κυριότερα θύματα. Με βάση δε έρευνες βασιζόμενες στην αγοραστική δύναμη, κι όχι απλά τον τυπικό ορισμό της ΕΕ περί φτωχειας ως εισοδήματος χαμηλότερου από το 60% του μέσου εθνικού όρου, σε επίπεδο ομοσπονδιακών κρατιδίων τα ποσοστά είναι ακόμα υψηλότερα στις περισσότερες περιοχές, με τη Βρέμη, το Βερολίνο και το Αμβούργο να παρουσιάζουν ποσοστά αγοραστικής ένδειας από 20% έως σχεδόν 25%. Παράλληλα, διπλασιάστηκε ο αριθμός όσων κάνουν δύο δουλειές για να ζήσουν, ανερχόμενος στα 2 εκ. εργαζομένων. Τέλος το πλεόνασμα 20 δις στηρίχτηκε στον στραγγαλισμό του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων (κάτι μας θυμίζει αυτό). Σαφώς, το κοινωνικό κράτος της Γερμανίας, συγκρινόμενο όχι μόνο με το ανέκαθεν αναιμικό ελληνικό, ( το οποίο και στις “καλύτερες” εποχές προτιμούσε μια έμμεση και συχνά γκρίζα μορφή αναδιανομής πλούτου), αλλά και με τα περισσότερα διεθνώς, παραμένει κραταιό, κι αυτό παρά τη συνεχή συρρίκνωση, την οποία θυμίζουμε είχε εγκαινίασει η περίφημη Agenda 2010 του “αείμνηστου” Σρέντερ, σηματοδοτώντας την αρχή της αυξανόμενης απαξίωσης της σοσιαλδημοκρατίας, η οποία κορυφώθηκε (μέχρι νεωτέρας) στην πρόσφατη κάλπη. Έτσι λοιπόν σίγουρα δε μπορούμε να μιλήσουμε για “ανθρωπιστική” κρίση, τίτλοι βαρύγδουποι κι αταξικοί, ακόμα κι όταν αναφέρονται στην ελληνική περίπτωση, στην οποία ο χαρακτηρισμός αντικειμενικά προσιδίαζε περισσότερο, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον το πιο αδύναμο κομμάτι του πληθυσμού, και σίγουρα τους δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες που στοιβάζονται σε στρατόπεδα υπό απάνθρωπες συνθήκες. Συγκρινόμενος με τον φτωχό της Σιέρα Λεόνε ή ακόμα και τον φτωχό ενός αμερικανικού γκέτο, ο Γερμανός φτωχός (περιλαμβανομένου ακόμα κι ενός ικανού πληθυσμού Γερμανών πολιτών με μεταναστευτική καταγωγή) είναι αφάνταστα προνομιούχος, υποκειμενικά όμως το αίσθημα της εξαθλίωσης που βιώνει, γνωρίζοντας πώς ζουν οι έστω και ελαφρώς πλουσιότεροι συμπολίτες του, πολλώ δε μάλλον τα ανώτερα στρώματα, δεν είναι αμελητέο. Εξάλλου φτωχός δεν είναι μόνο ο πεινασμένος, αλλά κι εκείνος που στερείται την απρόσκοπτη πρόσβαση σε μια σειρά αγαθών που η σύγχρονη κοινωνία και τεχνολογία θεωρητικά θα μπορούσε να παρέχει σε όλους.

Πώς σχετίζεται όμως η διεύρυνση του κοινωνικού χάσματος με την άνοδο των ακροδεξιών αντιλήψεων; Σίγουρα δεν αρκεί μια μηχανιστική προσέγγιση της εξίσωσης της φτώχειας (ή, σε ό,τι αφορά κυρίως τα μικροαστικά στρώματα ο φόβος της μελλοντικής ή περαιτέρω φτωχοποίησης) με το φασισμό, σαφώς όμως σε χώρες σε τόσο προχωρημένο (τόσο σάπιο) ιμπεριαλιστικό στάδιο, όπως η Γερμανία, ο “πειρασμός” της υιοθέτησής του σε περιόδους ανέχειας γίνεται μεγαλύτερος. Γιατί ναι μεν θα ήταν επικίνδυνο να θεωρήσουμε ότι αυθόρμητη συνείδηση της εργατικής τάξης και των δυνάμει σύμμαχων στρωμάτων είναι απουσία εναλλακτικής ο φασισμός, άλλα θα ήταν υποτίμηση του κινδύνου η άγνοια του γεγονότος πως χωρίς ενεργή κινηματική παρέμβαση, η ίδια αυτή αυθόρμητη συνείδηση χρωματίζεται κατά κύριο λόγο από διάφορες παραλλαγές της κυρίαρχης ιδεολογίας, κι όσο περισσότερο η τελευταία λαμβάνει αντιδραστικά, έως φασίζοντα χαρακτηριστικά, τόσο πιθανότερο είναι αυτά να αποτυπώνονται στις αντιλήψεις των εργατικών μαζών.

Και το κίνημα κύριε;

Ήδη έγινε νύξη για το ρόλο της αναιμικής του παρουσίας στην ευκολία με την οποία βρίσκουν διάδοση οι ακροδεξιές ιδέες, κάτι το οποίο βέβαια με τη σειρά του οδηγεί σε φαύλο κύκλο, καθώς οι ίδια η διάχυση της ακροδεξιάς αντίληψης αποτελεί τροχοπέδη σε τυχόν κινηματική αναζωογόνηση. Κατά τη γνώμη μου, οι ανατροπές του ’89 και δώθε, πέρα από τις γενικώς τραγικές επιπτώσεις τους διεθνώς, είχαν ακόμα πιο δραματικό χαρακτήρα για το ταξικό κίνημα μέσα στη Γερμανία. Παρότι, όπως συμβαίνει εξάλλου στην πλειονότητα των χωρών του υπαρκτού, μεγάλα ποσοστά-57% στην πιο πρόσφατη έρευνα που έχω υπόψη- έχουν λιγότερο ή περισσότερο θετική γνώμη για τη ζωή στην τέως ΓΛΔ (η γνωστή Ostalgie), αυτό δε συνοδεύεται από κάποια πολιτική έκφραση προς δυνάμεις τέτοιας αναφοράς. Το γερμανικό ΚΚ, το DKP πέρα από εκλογικά περιθωριακό, χωρίς πόρους και υπό παρακολούθηση της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Συνταγματικής Προστασίας (Bundesverfassungsschutz), δεν εμφανίζεται ικανό να παίξει κάποιο ρόλο στην παρούσα συγκυρία, και παρά τα θετικά βήματα αποκοπής του ομφάλιου λώρου από τη Linke, όπως σηματοδοτεί η για πρώτη φορά από το ’89 αυτόνομη ομοσπονδιακή εκλογική του κάθοδος, εξακολουθεί, αν κρίνει κανείς από την αποτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος, να τρέφει αυταπάτες πως ο φορέας αυτός θα μπορούσε να είχε αποφύγει την αφαίμαξη του από το Afd, αν έβαζε “κόκκινες γραμμές” κι αν ήταν λιγότερο βιαστικό στη συνεργασία του με SPD και Πράσινους. Όσο για το ίδιο το κόμμα της Αριστεράς, κληρονόμου οργανωτικά και στελεχιακά του όψιμου SED, εκ των πραγμάτων έπαιξε και παίζει διαλυτικό ρόλο, αφού δυστυχώς παραμένει ο κύριος, αν όχι ο μόνος, πόλος συσπείρωσης όσων ανατολικογερμανών νοσταλγούν το σοσιαλισμό, κάτι που ναι μεν καθυστερεί (για πόσο ακόμα;) την απέκδυση και τον τελευταίων φύλλων συκής στην κατεύθυνση του ωμού αντικομμουνισμού, ταυτόχρονα ωστόσο “εκπαιδεύει” τον κόσμο αυτό στο συμβιβασμό αλλά και σε σειρά καθαρά αντιδραστικών αντιλήψεων.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η στάση του κατά την προαναφερθείσα σύνοδο των G20, όπου τόσο σε κεντρικό, όσο και σε τοπικό επίπεδο η Linke δεν περιορίστηκε στην καταδίκη των βανδαλισμών, αλλά προέβη σε πραγματικούς διθυράμβους υπέρ των αστυνομικών δυνάμεων, δίδοντας άλλοθι για τη μαζική καταστολή και τα περιστατικά αστυνομικής βίας που απεδόθησαν συλλήβδην σε πρόκληση από “βίαια εγκληματικά στοιχεία”. Τα ίδια τα γεγονότα του Αμβούργου καταδεικνύουν την έλλειψη πολιτικού υποκειμένου ικανού να μετουσιώσει την υπαρκτή, κυρίως σε τμήματα της νεολαίας αγανάκτηση για τις επικρατούσες πολιτικοοικονομικές συνθήκες σε πρόγραμμα με πρακτικό αντίκρυσμα.Το θολό αντικαπιταλιστικό/αντιπαγκοσμοποιητικό πρόταγμα της πλειοψηφίας των διαδηλωτών ήταν καταδικασμένο να μείνει μετέωρο, ενώ η ισχυρή παρουσία της -παραδοσιακά ισχυρής-αυτόνομης σκηνής του Αμβούργου κι άλλων μητροπολιτικών κέντρων της χώρας δεν μπόρεσε και δε θα μπορούσε να ξεπεράσει τα πολύ πεπερασμένα όρια δράσης και κυρίως μαζικής επίδρασης με υλοποιήσιμο πρόταγμα, που ιστορικά αποδεδειγμένα διέπουν το συγκεκριμένο ιδεολογικοπολιτικό χώρο, αποτελώντας έτσι μια διαχειρίσιμη όχληση για το σύστημα, στην καλύτερη των περιπτώσεων.

Δύσκολες νύχτες

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 σχόλιο

  • Ιδιαιτέρως κατατοπιστική παρέμβαση, στην οποία προσθέτω τη συμφωνία μου – εκτιμώ πάντως, ότι οι επιπτώσεις από την επιδείνωση των όρων παροχής εργασίας και, ευρύτερα, διαβίωσης διαφαίνονται πιο έντονες από τις περιγραφόμενες.
    Ορισμένες μόνο παρατηρήσεις επί δύο θεμάτων. Η ορθά αναφερόμενη περαιτέρω ενίσχυση των αντιδραστικών – συντηρητικών αντιλήψεων μεταξύ των Γερμανών εργαζομένων (αλλά και των λαών του συνόλου σχεδόν των δυτικών και βόρειων ευρωπαϊκών κρατών) θα πρέπει να θεωρηθεί ανεπίστρεπτη. Έως ότου επισυμβούν σοβαρές εξελίξεις στο πεδίο της οικονομικής βάσης, με διεθνή ή περιφερειακή διάσταση. Βασικό αίτιο η αμελητέα επιρροή των δυνάμεων των ΚΚ και του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος στις εν λόγω χώρες – παρά το γεγονός της σοβαρής απόπειρας επαναστατικής ανασυγκρότησης αρκετών ΚΚ, υπό την άμεση υποστήριξη του Κ.Κ.Ε.
    Αναφορικά με τη δραστηριότητα του Γερμανικού ΚΚ (DKP). Οπωσδήποτε η εκλογική επιρροή η οποία καταγράφηκε ήταν εξαιρετικά χαμηλή. Παραταύτα, οι σημαντικές εξελίξεις για το DKP έγκειται σε έτερα ζητήματα. Μόλις στις εργασίες του αμέσως προηγούμενου Συνεδρίου επικράτησαν οι συνεπείες Μ – Λ δυνάμεις εντός του DKP, με ύπαρξη και μειοψηφίας οπορτουνιστικών στοιχείων (το επόμενο Συνέδριο θα πραγματοποιηθεί στις αρχές Μάρτη του 2018). Το διάστημα των τελευταίων τουλάχιστον δύο δεκατιών, το DKP αποτέλεσε μορφή πολιτικού και εκλογικού ”συμπληρώματος” οπορτουνιστικών δυνάμεων, με κυριότερη την πρόσφατη περίπτωση του ”Die Linke”. Μέχρι και το 2016 δεν υπήρχε ουσιαστική αυτόνομη συμμετοχή σε εκλογικές διαδικασίες. Κατά συνέπεια, το DKP διαφαίνεται να εισέρχεται σε περίοδο επανάκτησης των επαναστατικών και κομμουνιστικών γνωρισμάτων ενός ΚΚ. Αυτό είναι και το κύριο επίδικο κατά την απόφαση του Κόμματος για αυτοτελή εκλογική συμμετοχή.

    Σταύρος Κοσμόπουλος.

Κάντε ένα σχόλιο: